Οι άγραφοι
εθιμικοί κανόνες ήθελαν τον Χατζή άνθρωπο αφοσιωμένο, δίκαιο και αμερόληπτο
μέσα στην οικογένεια και την κοινωνία. Έπρεπε να σκέφτεται και να ενεργεί έτσι,
που να αποτελεί υπόδειγμα πιστού και αφοσιωμένου ανθρώπου, με προθυμία στην
κάθε είδους προσφορά.
Για
να μην περιπλέκεται στους πειρασμούς και τα πταίσματα της ζωής, δεν έπρεπε ποτέ
να λέει ψέμματα και να πιάνει στα χέρια του ζυγαριά ή να μετράει ο ίδιος
χρήματα στις δοσοληψίες του. Ήταν υποχρεωμένος να εκκλησιάζεται τακτικά και
χωρίς να φαίνεται έπρεπε να βοηθά τους ανθρώπους που είχαν ανάγκη. Δεν συγχωρούνταν
ποτέ να διώχνει ζητιάνο που ζητούσε ελεημοσύνη στην πόρτα του.
Οι Χατζήδες με
το προσκύνημα τους δεν άλλαζαν μόνο το όνομά τους αλλά και την ζωή τους.
Αφιερώνονταν περισσότερο στην Εκκλησία
με πιο τακτικό εκκλησιασμό, νηστείες, προσευχές, εξομολόγηση και θεία Κοινωνία
αλλά περισσότερο απ’ όλα πρόσεχαν να είναι δίκαιοι.
Απέφευγαν πάρα πολύ τη αδικία. Το
χαρακτηριστικό τους ήταν ότι σ’ όλη τους την ζωή δεν έπιαναν ζυγαριά να
ζυγίσουν για να μην αδικήσουν στο ζύγι. Ακόμη και τα παιδιά τους δεν ζύγιζαν.
Ζύγιζαν οι άλλοι και αυτοί γύριζαν το κεφάλι τους να μην βλέπουν αδιαφορώντας
για το ενδεχόμενο να αδικηθούν. Μάλιστα στο ζυγισμένο σιτάρι άνοιγαν το
τσουβάλι και έβαζαν και δυο χούφτες επιπλέον. Ή όταν κάτι αγόραζαν πάντα
πλήρωναν κάτι παραπάνω από το κανονικό.
Κάποτε,
σ” ένα χωριό ένας καρβουνιάρης περνούσε με το κάρο του πουλώντας κάρβουνα. Πήγε
ένας να αγοράσει. Λέγει ο καρβουνιάρης. «Τα
κάρβουνα εσύ θα τα ζυγίσης, επειδή εγώ είμαι Χατζής και δεν ζυγίζω» Του απαντά
και ο άλλος: « Και εγώ δεν ζυγίζω. Και εγώ είμαι χατζής». Έτσι περίμεναν στον δρόμο μέχρι που πέρασε ο
πρώτος περαστικός και ζύγισε εκείνος τα κάρβουνα.
Σε περίπτωση που
δεν τηρούνταν οι άγραφοι αυτοί κανόνες, ο κοινωνικός περίγυρος και οι καιροφυλακτούντες
ηθικολόγοι ήταν έτοιμοι να εξακοντίσουν τα φαρμακερά βέλη τους (: «Αυτός πήγε
στο χατζηλίκι με έναν διάβολο και γύρισε με δέκα» ή «Αυτόν με μια φορά δεν τον
ξεπλένει ο Ιορδάνης ποταμός»).
Για
εκείνους που έδειχναν σεβασμό στους κανόνες, είχαν τον καλό και επαινετικό λόγο
(: «Αυτός άφησε στ’ αλήθεια τα αμαρτήματα του εκεί και γύρισε καθαρός»),
Οι
γραπτές πηγές και οι πληροφορητές επισημαίνουν μια εντυπωσιακή πτυχή του
θέματος Χατζής – Χατζηλίκι. Στους κακούς και κατατρεγμένους καιρούς, όπου
επικρατούσε ο φόβος, η φτώχεια και η αβεβαιότητα, το χατζηλίκι περιπέφτει σε
μαρασμό και σχεδόν κανένας δεν αποτολμάει το μεγάλο ταξίδι.
Αυτό
επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι από τα χρόνια που άρχισαν οι βαλκανικοί
πόλεμοι μέχρι τα χρόνια της μεγάλης μετοικεσίας των χριστιανών της Μ. Ασίας
(1924), το χατζηλίκι είχε ξεχαστεί από τους ορθοδόξους χριστιανούς της
Καππαδοκίας, γιατί οι συνεχείς πόλεμοι που διεξήγαγε η Τουρκία είχαν τις βαριές
τους επιπτώσεις στους χριστιανικούς πληθυσμούς και δεν άφηναν περιθώρια για
μεγάλους ταξιδεμούς, προς αναζήτηση προσκυνηματικής απολύτρωσης.
Ο
εθιμικός κανόνας επέβαλε να ντύνουν άλλοι χατζήδες τον νεκρό χατζή για
τελευταία φορά. Εκεί κοντά του καίνε στα μανουάλια τα κεριά που είναι φερμένα
από τους Αγίους Τόπους και ευωδιάζει το λιβάνι που έχει έρθει από τους κέδρους
του Λιβάνου. Μαζί με όλα αυτά τα δείγματα της ελπίδας, που παραστέκουν τον
νεκρό, είναι και το πολύτιμο σάβανο που έχει έρθει και φυλαγόταν χρόνια σαν
πολύτιμος θησαυρός μέσα στο σεντούκι. Αυτό είναι το ευλογημένο πανί που θα
αγκαλιάσει και θα περιτυλίξει εκείνον που πηγαίνει στο τελευταίο του ταξίδι
προς τους ουρανούς.
Πολλές
φορές οι χατζήδες και εκείνοι που έχουν αποκτήσει ένα σάβανο χωρίς να έχουν
πάει στους Αγίους Τόπους, όταν ακόμη βρίσκονται στη ζωή, παραγγέλνουν
παρακλητικά στα παιδιά και τις νυφάδες τους: «Αμάν παιδί μ', κοίταξε να μην
ξεχάσεις να με σκεπάσεις με το σάβανο που έφερα. Το έχω φυλαγμένο μέσα στο
σεντούκι κάτω βαθιά – βαθιά. Να έχεις την ευχή μου και να σε δουν και σένα τα
παιδιά σου και τα εγγόνια σου χατζή».
Οι
στενοί δεσμοί των Καππαδόκων με τους Αγίους Τόπους (Κουδούς σερίφ)
χρονολογούνται από τα πρώτα χριστιανικά χρόνια. Πρώτος επίσκοπος Καισαρείας
γίνεται ο εκατόνταρχος Λογγίνος, στον οποίο είχε ανατεθεί η φύλαξη του τάφου
του Χριστού. Βλέποντας με τα μάτια του την ανάσταση του Κυρίου, πίστεψε
λέγοντας : «Αληθώς Θεού υιός ην ούτος».
Ο
Άγιος Ευθύμιος είχε πατρίδα του τη Μελιτηνή στην άνω Καππαδοκία. Έγινε ασκητής
και το 406 μ.χ. πήγε στα Ιεροσόλυμα, όπου με τη διδασκαλία του και τα θαύματα του
βάφτισε πολλούς Άραβες χριστιανούς. Έχτισε ένα μεγάλο μοναστήρι, το οποίο
αργότερα ονομάστηκε «Μάρ Σάββα».
Ο
Άγιος Σάββας είχε πατρίδα του την Μουταλάσκη (Ταλάς), κοντά στην Καισαρεία. Από
μικρή ηλικία αφιερώθηκε στον ασκητισμό και πηγαίνοντας στα Ιεροσόλυμα έγινε
μαθητής του Αγίου Ευθυμίου. Συγκρότησε και μεγάλωσε το μοναστήρι που είχε
κτίσει ο Άγιος Ευθύμιος και βρίσκεται σε απόσταση 12 χλμ. από την Ιερουσαλήμ,
στην κοιλάδα του Κεδρώνος, και φέρει το όνομα του.
Στο
μέσο της αυλής στη μονή βρίσκεται το κενοτάφιο που είχε τα οστά του Αγίου
Σάββα. Το ίδιο μοναστήρι περιέχει τα οστά του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού. Το
έτος 614 μ.Χ., το μοναστήρι είχε 5.000 μοναχούς και στα μετέπειτα χρόνια
δέχτηκε τις επιδρομές των Αράβων, των Σαρακηνών και των Τούρκων.
Από
τη στιγμή που ο Χατζής αναδέχεται τον τίτλο, αρχίζει σιγά – σιγά να
αποδεσμεύεται από τα βασικά προβλήματα και αφοσιώνεται στις ηθικές και
θρησκευτικές αρχές της χριστιανικής κοινωνίας. Τελεί σε πολλούς αυτοπεριορισμούς,
για να μην αμαρτάνει και επιβαρύνει την ψυχή του. Ετοιμάζει αδιάκοπα τον εαυτό
του για την εν Παραδείσω άλλη ζωή.
Η
αυτογνωσία, η αυταπάρνηση και η αποχή από τίς πολλές χαρές της επίγειας ζωής,
είναι κατά έναν τρόπο συνεχές αγώνισμα προς την θέωση και την άνοδο της
κλίμακας προς την άλλη ζωή. Είναι προσέγγιση προς τη θεία φύση και γι» αυτό
γίνεται αποδεκτή με σεβασμό και θαυμασμό από τη ζώσα ανθρώπινη κοινωνία.
Η
λαϊκή αντίληψη και η εκφραστικότητα των απλών ανθρώπων της Καππαδοκίας δίνει με
τον δικό της τρόπο, σε στίχους που τραγουδιούνται, μερικές εικόνες από τους
χατζήδες, το χατζηλίκι και την πορεία ζωής που διανύεται για να αξιωθεί κάποιος
της μεγάλης κοινωνικής και ηθικής αναγνώρισης. Το τραγούδι που ακολουθεί είναι
από το Μιστί της Καππαδοκίας και το παίρνουμε από το βιβλίο του Θανάση Κωστάκη
με τον ομώνυμο τίτλο (τόμος 2, σελ. 540):
«Βαρά
βαρά ολούρ χατζή ολμαγιαν-λάρ τσεκέρ ατζί.
Τουτανλάρ
Χριστοσούν τατζί γκελ εφέντιμ γκοστέρ νουρί.
Χριστοσούν
ντογντουγού γερί σι Σαββαμίν ντερεσιντέ.
Μουμλάρ
γιανάρ αρασιντά Παναγία χαλβουσουντά.
Σολωμονούν
κιλισεσιντέ νούρ τασιόρ ορτασιντά»1
(Πηγαίνοντας
πηγαίνοντας γίνονται χατζήδες. «Όσοι δεν γίνονται πικραίνονται.
Όσοι
τα καταφέρνουν είναι πιστοί του Χριστού. Έλα αφέντη μου, δείξε μας τη λάμψη.
Ο
τόπος που γεννήθηκε ο Χριστός είναι στού αγίου Σάββα μας την κοιλάδα.
Κεριά
ανάβουν ανάμεσα του στην αυλή της Παναγίας.
Στον
ναό του Σολωμόντα λάμπουν τα φώτα στο κέντρο του)
(μτφρ.
Βασ. Φαρασόπουλος)
Χατζήδες
από την Κύπρο
Κάθε
χρόνο ήδη από τις αρχές του 20ου αιώνα, οι επίδοξοι Κύπριοι προσκυνητές που
επιθυμούσαν να επισκεφθούν τους Άγιους Τόπους, ξεκινούσαν από τα χωριά τους με
τα ζώα τους για να φθάσουν στην προκυμαία της Λάρνακας λίγο πριν το Πάσχα. Όσοι
αποφάσιζαν πως θα επισκέπτονταν το Χατζάτο, όπως αποκαλούσαν από τα χρόνια της
τουρκοκρατίας την Ιερουσαλήμ, προετοιμάζονταν ψυχικά, πνευματικά και σωματικά
μέρες πριν. Πριν την αναχώρησή τους, μεταλάμβαναν τη Θεία Κοινωνία και οι
καμπάνες των χωριών σήμαιναν. Οι προσκυνητές συνοδεύονταν από τους ιερείς του
χωριού μαζί με τα εξαπτέρυγα, τη στολή και τον σταυρό. Η ίδια διαδικασία
επαναλαμβανόταν και κατά την επιστροφή του προσκυνητή. Η μετάβαση στους Άγιους
Τόπους αποτελούσε ένα μεγάλο γεγονός και όσοι επέστρεφαν έφεραν τιμητικά τον
τίτλο του Χατζή ή της Χατζήνας. Και ο τίτλος αυτός αποτελούσε ένα διαβατήριο
ήθους και έναν τιμητικό τίτλο, τον οποίο σέβονταν οι υπόλοιποι κάτοικοι. Η
βάφτιση στον Ιορδάνη ποταμό και η μετατροπή σε «Χατζή» προσέφερε στο άτομο
αίγλη και αναγνώριση. Η λέξη προέρχεται από το αραβικό «χατζ» (“hajj”)που
σημαίνει «στέκομαι μπροστά σε μια θεότητα σε ιερό μέρος» ή «ταξίδι σε ένα ιερό
μέρος».
Οι
υποψήφιοι προσκυνητές, φτάνοντας στο λιμάνι, έπαιρναν ένα πλοίο το οποίο τους
μετέφερε στη Βηρυτό, από εκεί ταξίδευαν στη Δαμασκό, όπου ξεφόρτωναν και
φόρτωναν πάλι για Αμμάν. Πέρναγαν στην Ιεριχώ και τέλος έφταναν στα Ιεροσόλυμα.
Το ταξίδι στοίχιζε δύο λίρες για τους προσκυνητές και μία λίρα για τους
κληρικούς. Οι ταξιδιωτικοί πράκτορες διευκρίνιζαν πως το ποσό κάλυπτε την
πληρωμή του βαποριού, και τα αχθοφορικά, τα λεμβουχικά, τα σιδηροδρομικά από
την Γιάφα μέχρι την Ιερουσαλήμ, το εισιτήριο για την επιστροφή και την υπόσχεση
«ότι θα μείνωσι καθ’ ολα ευχαριστημένοι». Έως και το 1967 βέβαια, απαγορευόταν
η επίσκεψη στην Ιερουσαλήμ για αυτό οι Κύπριοι επιτρεπόταν να επισκεφθούν τους
Άγιους Τόπους ίσα με το «Φρέαρ του Ιακώβ» και τη Βηθλεέμ.
Καίριο
μέλημα των προσκυνητών ήταν η βάφτιση στον Ιορδάνη Ποταμό. Η βάφτιση μπορούσε
να γίνει είτε ομαδικά είτε ατομικά, όπου ο ιερέας διαβάζοντας ευχές ράντιζε
τρεις φορές με νερό τους χατζήδες. Αν όμως δεν έριχνε το νερό ο ιερέας, το
έριχνε ένα τρίτο άτομο, η νονά. Οι χατζήδες, έπρεπε να φορούν μία άσπρη
πουκαμίσα, της οποίας το χρώμα συμβόλιζε το φως και τον εξαγνισμό. Μάλιστα,
μαζί με την άσπρη πουκαμίσα βαφτίζονταν και τρεις κουρούκλες, ένα ζεύγος
κάλτσες, ένα σεντόνι και τα εσώρουχα του προσκυνητή, τα οποία όταν έφευγε από
τη ζωή τα χρησιμοποιούσαν ως σάβανο οι δικοί του.
Με
την επιστροφή τους οι Χατζήδες και οι Χατζήνες, για να θεωρούνται αντάξιοι του
τίτλου τους, έπρεπε να ολοκληρώσουν το προσκύνημά τους στην Κύπρο στην εκκλησία
του Αγίου Λαζάρου και στο μοναστήρι του Κύκκου. Μαζί τους έφεραν και ένα
ενθύμιο από τα Ιεροσόλυμα, τα «αϊταφίτικα» που ήταν μικροί σιντεφένιοι σταυροί,
κομπολόγια και ένα είδος άσπρα σαπούνια πλουμιστά με την βούλα του Αγίου Τάφου,
που τα έλεγαν «μουσκοσάπουνα». Τα αντικείμενα αυτά μπορούσαν να προσδώσουν τόση
αίγλη στον Χατζή, που του εξασφάλιζαν μια θέση εκκλησιαστικού επιτρόπου στην
ενορία τους. Αντιστοίχως, οι γυναίκες Χατζήνες, μετατρέπονταν στα πιο σεβαστά
πρόσωπα της ενορίας, από τις οποίες οι υπόλοιπες γυναίκες ζητούσαν συμβουλές
για σοβαρά ζητήματα και όταν της συναντούσαν στην εκκλησία, σηκώνονταν για να
προσφέρουν τον σκάμνο τους.
Επίλογος
Το
προσκύνημα των Χατζήδων έδειχνε την αγάπη και την ευλάβεια τους προς τον
Χριστό, αποτελούσε σταθμό στην ζωή τους, συγχρόνως δε και αφετηρία για καινή
και πνευματική πολιτεία. Η ενθύμιση του προσκυνήματος συντηρούσε και έτρεφε
όπως το λάδι την φλόγα του καντηλιού, την αγάπη
τους προς τον Χριστό και την Παναγία, των οποίων αξιώθηκαν να
προσκυνήσουν τον τόπο όπου έζησαν και πάτησαν τα άχραντα πόδια Τους.
http://pirforosellin.blogspot.gr/ -
Επιτρέπεται η αναδημοσίευση του περιεχομένου της ιστοσελίδας εφόσον
αναφέρεται ευκρινώς η πηγή του και υπάρχει ενεργός σύνδεσμος (link). Νόμος
2121/1993 και κανόνες Διεθνούς Δικαίου που ισχύουν στην Ελλάδα.
ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ
Ορισμένα αναρτώμενα από το διαδίκτυο κείμενα ή
εικόνες (με σχετική σημείωση της πηγής), θεωρούμε ότι είναι δημόσια. Αν
υπάρχουν δικαιώματα συγγραφέων, παρακαλούμε ενημερώστε μας για να τα
αφαιρέσουμε. Επίσης σημειώνεται ότι οι απόψεις του ιστολόγιου μπορεί να μην
συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου. Για τα άρθρα που δημοσιεύονται εδώ, ουδεμία
ευθύνη εκ του νόμου φέρουμε καθώς απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των
συντακτών τους και δεν δεσμεύουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο το ιστολόγιο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου