Ὁ χῶρος αὐτὸς εἶναι ἀφιερωμένος σὲ ἐκείνη ποὺ ξανασυνάντησα μετὰ ἀπὸ 14.000 χρόνια περίπου, τότε ποὺ ἡ Θεὰ Ἀθηνᾶ εἶχε τὸν Τέττιγα, τὴν Νύμφη Δηϊάνειρα. Καὶ ἡ ὁποία μὲ ἐβοήθησε νὰ ἀκολουθήσω τὸν δρόμο τῆς ἔρευνας, τῆς ἀμφισβητήσεως καὶ τῆς ἀλήθειας. Ἡρακλῆς, ὁ υἱὸς τοῦ Διὸς καὶ τῆς Ἀλκμήνης, ἀπόγονος τοῦ Περσέως, τὸ ἄλλο μισὸ τῆς ἀρχέγονης παρουσίας μας, ὅταν τὸ ἀνθρώπινο γένος ἦτο ἑρμαφρόδιτο.
(Φωτ.: Βασίλης Καρυοφυλλίδης· εικ.: Χριστίνα Κωνσταντάκη)
Το ελληνικό χωριό Μπέη Αλάν ή Μπέιαλαν (10 χλμ βόρεια του Τσάμπασι και 35 χλμ ΝΑ των Κοτυώρων) είχε περίπου 100 σπίτια και περισσότερους από 500 κατοίκους. Υπαγόταν εκκλησιαστικά στη Μητρόπολη Κολωνίας και Νικόπολης και διοικητικά στην επαρχία Κερασούντας, αλλά ως επίνειό του είχε τα Κοτύωρα. Το χειμώνα οι κάτοικοί του το κατέβαιναν στην αγορά των Κοτυώρων, ενώ το καλοκαίρι προτιμούσαν το Τσάμπασι.
Τα ξημερώματα 15 προς 16 Φεβρουαρίου 1922 το χωριό κυκλώθηκε ξαφνικά από τους τσέτες του Τοπάλ Οσμάν, που συγκέντρωσαν σε ένα σπίτι τα γυναικόπαιδα και στη συνέχεια έβαλαν φωτιά.
Οι περισσότεροι άντρες του χωριού –σχεδόν στο σύνολό τους αντάρτες– γλίτωσαν, επειδή την ώρα της επιδρομής έλειπαν στα γύρω βουνά. Μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών, όσοι από αυτούς επέζησαν, ήρθαν στην Ελλάδα.
Συγκλονιστική μαρτυρία του ολοκαυτώματος του χωριού παρέδωσε στο βιβλίο του Νίκη χωρίς ρομφαία (1975), ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Σάββας Κανταρτζής:
Τα χαράματα, στις 16/29 Φεβρουαρίου 1922, ημέρα Τετάρτη, μια εφιαλτική είδηση, ότι οι τσέτες του Τοπάλ Οσμάν έρχονται στο χωριό, έκανε τους κατοίκους να τρομάξουν και ν’ αναστατωθούν. Οι άντρες, όσοι βρίσκονταν τη νύχτα στο χωριό, βιάστηκαν να φύγουν στο δάσος, όπου από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο ακόμα, και τώρα πιο συστηματικά, είχαν τα λημέρια τους όλοι οι άντρες του χωριού για ασφάλειά τους. Άλλοι άντρες, που είχαν κρυψώνες σε σπίτια και σε σταύλους, τρύπωσαν σ’ αυτές και καμουφλαρίστηκαν έτσι που να μην τους υποπτευθεί κανείς.
Τα γυναικόπαιδα και οι γέροι κλείστηκαν στα σπίτια και περίμεναν με καρδιοχτύπι να δουν τι θα γίνει. Κανένας δεν έβαζε στο νου του ότι οι τσέτες μπορούσαν να κάνουν κακό σε γυναίκες, παιδιά και γέρους. Το πολύ πολύ, που υποπτεύονταν όλοι, ήταν να ψάχνουν για άντρες, να ζητούν χρήματα και χρυσαφικά, που ήταν η αδυναμία τους, και ν’ αρπάξουν πρόβατα, γίδες, αγελάδες και βόδια.
Δεν πέρασαν παρά λίγα λεπτά κι οι Τσέτες, περισσότεροι από 150, έμπαιναν στο χωριό κραυγάζοντας και πυροβολώντας. Τους ακολουθούσαν Τούρκοι χωρικοί από τα γειτονικά χωριά. Αυτούς τους είχαν μυήσει στο εγκληματικό σχέδιο τους και τους κάλεσαν για πλιάτσικο.
Μόλις μπήκαν οι συμμορίτες στο χωριό, η ατμόσφαιρα ηλεκτρίστηκε και ο ορίζοντας πήρε τη μορφή θύελλας που ξέσπασε άγρια. Με κραυγές και βρισιές, βροντώντας με τους υποκοπάνους τις πόρτες και τα παράθυρα, καλούσαν όλους να βγουν έξω από τα σπίτια και να μαζευτούν στην πλατεία – αλλιώς, απειλούσαν, θα δώσουν φωτιά στα σπίτια και θα τους κάψουν.
Σε λίγο, όλα τα γυναικόπαιδα και οι γέροι βρίσκονταν τρέμοντας και κλαίγοντας στους δρόμους. Κάποιες κοπέλες υποπτεύθηκαν από την πρώτη στιγμή το μεγάλο κακό που περίμενε όλους και δοκίμασαν να φύγουν έξω από το χωριό. Οι τσέτες πρόβλεψαν ένα τέτοιο ενδεχόμενο και είχαν πιάσει από πριν τα μπογάζια, απ’ όπου μπορούσε να φύγει κανείς. Έτσι, μόλις έφτασαν, τρέχοντας, οι κοπέλες στα μπογάζια, δέχτηκαν, από τσέτες που παραμόνευαν, πυροβολισμούς στο ψαχνό. Μερικές έμειναν στον τόπο σκοτωμένες, ενώ οι άλλες τραυματίστηκαν και γύρισαν πίσω.
Οι φόνοι αυτοί αποκάλυψαν για καλά τους εγκληματικούς σκοπούς των συμμοριτών κι έγιναν το σύνθημα να ξεσπάσει το τρομοκρατημένο πλήθος των γυναικόπαιδων, που είχε ριχτεί στους δρόμους, σε ένα βουβό κι ασυγκράτητο κλάμα και σε σπαραξικάρδιες κραυγές απελπισίας. Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν στάθηκε ικανό να μαλάξει την σκληρότητα του τεράτων που είχε διαλέξει ο Τοπάλ Οσμάν για την «πατριωτική» του εκστρατεία.
Σκληροί σαν ύαινες, που διψούν για αίμα, και διεστραμμένοι σαδιστές, που γλεντούν με τον πόνο και τα βασανιστήρια των θυμάτων τους, χύμηξαν μανιασμένοι στα γυναικόπαιδα και τους γέρους, κραυγάζοντας, βρίζοντας, χτυπώντας, κλωτσώντας και σπρώχνοντάς τους να μαζευτούν στην πλατεία.
Οι μητέρες αναμαλλιασμένες, κατάχλομες από το τσουχτερό κρύο και το φόβο, με τα βρέφη στην αγκαλιά και τα νήπια μπερδεμένα στα πόδια τους. Οι κοπέλες άλλες με τους γέρους γονείς κι άλλες με γριές ή άρρωστους αγκαλιασμένες, περιμαζεύτηκαν με τον χτηνώδη αυτόν τρόπο στην πλατεία σαν πρόβατα για τη σφαγή, μέσα σε ένα πανδαιμόνιο από σπαραχτικές κραυγές και θρήνους και κοπετούς. Η πρώτη φάση της απερίγραπτης τραγωδίας του Μπέιαλαν έκλεισε, έτσι, θριαμβευτικά για τους θλιβερούς ήρωες του νεοτουρκικού εγκλήματος γενοκτονίας.
Όταν πια όλα τα γυναικόπαιδα κι οι γέροι μαζεύτηκαν στην πλατεία, οι τσέτες έβαλαν μπρος τη δεύτερη φάση της σατανικής τους επιχείρησης. Διάταξαν να περάσουν όλοι στα δίπατα σπίτια που βρίσκονταν στην πλατεία και τα είχαν διαλέξει για να ολοκληρώσουν τον εγκληματικό τους σκοπό. Η απροθυμία που έδειξε το τραγικό αυτό κοπάδι των μελλοθανάτων να υπακούσει στη διαταγή, γιατί ήταν πια ολοφάνερο ότι όλους τους περίμενε ο θάνατος, εξαγρίωσε τους συμμορίτες που βιάζονταν να τελειώσουν γρήγορα τη μακάβρια επιχείρηση. Και τότε, σαν λυσσασμένα θεριά, ρίχτηκαν στις γυναίκες, τα μωρά και τους γέρους, και με γροθιές, με κοντακιές και κλωτσιές έχωσαν και στρίμωξαν στα δύο σπίτια τα αθώα και άκακα αυτά πλάσματα, που ο αριθμός τους πλησίαζε τις τρεις εκατοντάδες.
Κι όταν, έτσι, ήταν σίγουροι πως δεν έμεινε έξω κανένας, σφάλισαν τις πόρτες, ενώ ο άγριος αλαλαγμός από τα παράθυρα, οι σπαραξικάρδιες κραυγές, το απελπισμένο κλάμα κι οι βοερές ικεσίες για έλεος και βοήθεια σχημάτιζαν μια άγριας τραγικότητας μουσική συναυλία, που ξέσκιζε τον ουρανό κι αντιβούιζε στα γύρω βουνά και δάση…
Και τώρα δεν έμενε παρά η τρίτη και τελική φάση της πατριωτικής… επιχείρησης των θλιβερών ηρώων-συμμοριτών του Τοπάλ Οσμάν. Δεν χρειάστηκαν παρά μια αγκαλιά ξερά χόρτα και μερικά σπασμένα πέταυρα (χαρτόματα) ν’ ανάψει η φωτιά. Και σε λίγο τα δύο σπίτια έγιναν πυροτέχνημα και ζώστηκαν, από μέσα κι απ’ έξω, από πύρινες γλώσσες και μαυροκόκκινο καπνό. Το τι ακολούθησε την ώρα εκείνη δεν περιγράφεται.
Οι μητέρες ξετρελαμένες έσφιγγαν, αλαλάζοντας και τσιρίζοντας με όλη τη δύναμη της ψυχής τους, στην αγκαλιά τα μωρά τους, που έκλαιγαν και κραύγαζαν «μάνα, μανίτσα!». Οι κοπέλες και οι άλλες γυναίκες με τους γέρους γονείς, τα παιδιά και τους αρρώστους, κραύγαζαν και αρπάζονταν μεταξύ τους σαν να ήθελαν να πάρουν και να δώσουν κουράγιο και βοήθεια, καθώς έπαιρναν φωτιά τα μαλλιά και τα ρούχα τους κι άρχισαν να γλύφουν το κορμί οι φλόγες. Κραυγές που ξέσκιζαν το λαρύγγι και τ’ αυτιά, φωνές μανιακές και κλάματα βροντερά, άγρια ουρλιαχτά ανθρώπων που έχασαν από τρόμο και πόνο τα μυαλά τους, χτυπήματα στα στήθη, στον πυρακτωμένο αέρα και στους τοίχους – χαλασμός κόσμου, ένα ζωντανό κομμάτι από την κόλαση στη γη! Αυτή την εφιαλτική εικόνα παρίσταναν, τα πρώτα λεπτά, τα δύο σπίτια που τα είχαν αγκαλιάσει οι φλόγες.
Μερικές γυναίκες και κοπέλες στον πόνο, τη φρίκη και την απελπισία τους, δοκίμασαν να ριχτούν από τα παράθυρα, προτιμώντας να σκοτωθούν πέφτοντας κάτω ή με σφαίρες από όπλο, παρά να υποστούν τον φριχτό θάνατο στην φωτιά.
Οι τσέτες που απολάμβαναν με κέφι και χαχανητά το μακάβριο θέαμα, έκαναν το χατίρι τους – πυροβόλησαν και τις σκότωσαν.
Δεν κράτησε πολλά λεπτά αυτή η σπαραξικάρδια οχλοβοή από τους αλαλαγμούς, τις άγριες κραυγές, τα τσουχτερά ξεφωνητά και το ξέφρενο κλάμα. Στην αρχή ο τόνος της οχλοβοής ανέβηκε ψηλά, ως που μπορούν να φτάνουν κραυγές, ξεφωνητά και ξελαρυγγίσματα από τρεις περίπου εκατοντάδες ανθρώπινα στόματα. Γρήγορα όμως ο τόνος άρχισε να πέφτει, ως που μονομιάς κόπηκαν κι έσβησαν οι φωνές και το κλάμα. Κι ακούγονταν μόνο τα ξύλα που έτριζαν από τη φωτιά και οι καμένοι τοίχοι και τα δοκάρια που έπεφταν με πάταγο πάνω στα κορμιά, που κείτονταν τώρα σωροί κάρβουνα και στάχτη κάτω στο δάπεδο, στα δύο στοιχειωμένα σπίτια το Μπέιαλαν.
(Φωτ.: Βασίλης Καρυοφυλλίδης· εικ.: Χριστίνα Κωνσταντάκη)
Το ελληνικό χωριό Μπέη Αλάν ή Μπέιαλαν (10 χλμ βόρεια του Τσάμπασι και 35 χλμ ΝΑ των Κοτυώρων) είχε περίπου 100 σπίτια και περισσότερους από 500 κατοίκους. Υπαγόταν εκκλησιαστικά στη Μητρόπολη Κολωνίας και Νικόπολης και διοικητικά στην επαρχία Κερασούντας, αλλά ως επίνειό του είχε τα Κοτύωρα. Το χειμώνα οι κάτοικοί του το κατέβαιναν στην αγορά των Κοτυώρων, ενώ το καλοκαίρι προτιμούσαν το Τσάμπασι.
Το ημερολόγιο έγραφε 11 Απριλίου 1943, όταν οι γερμανικές αρχές ανακοίνωσαν την ανακάλυψη ομαδικών τάφων στο δάσος του Κατύν, κοντά στην ρωσσική πόλη Σμολένσκ. Επρόκειτο για Πολωνούς αξιωματικούς που είχαν αιχμαλωτιστεί από τους Σοβιετικούς εισβολείς το 1939 & για σημαίνοντα πρόσωπα της πολωνικής κοινωνίας (γιατρούς, δικηγόρους, δικαστές, καθηγητές, ιερωμένους, κ.λπ.), που είχαν συλληφθεί από τους Σοβιετικούς κατακτητές, στην ανατολική πλευρά της Πολωνίας.
(Φωτ.: Βασίλης Καρυοφυλλίδης· εικ.: Χριστίνα Κωνσταντάκη)
Το ελληνικό χωριό Μπέη Αλάν ή Μπέιαλαν (10 χλμ βόρεια του Τσάμπασι και 35 χλμ ΝΑ των Κοτυώρων) είχε περίπου 100 σπίτια και περισσότερους από 500 κατοίκους. Υπαγόταν εκκλησιαστικά στη Μητρόπολη Κολωνίας και Νικόπολης και διοικητικά στην επαρχία Κερασούντας, αλλά ως επίνειό του είχε τα Κοτύωρα. Το χειμώνα οι κάτοικοί του το κατέβαιναν στην αγορά των Κοτυώρων, ενώ το καλοκαίρι προτιμούσαν το Τσάμπασι.
Τα ξημερώματα 15 προς 16 Φεβρουαρίου 1922 το χωριό κυκλώθηκε ξαφνικά από τους τσέτες του Τοπάλ Οσμάν, που συγκέντρωσαν σε ένα σπίτι τα γυναικόπαιδα και στη συνέχεια έβαλαν φωτιά.
Οι περισσότεροι άντρες του χωριού –σχεδόν στο σύνολό τους αντάρτες– γλίτωσαν, επειδή την ώρα της επιδρομής έλειπαν στα γύρω βουνά. Μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών, όσοι από αυτούς επέζησαν, ήρθαν στην Ελλάδα.
Συγκλονιστική μαρτυρία του ολοκαυτώματος του χωριού παρέδωσε στο βιβλίο του Νίκη χωρίς ρομφαία (1975), ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Σάββας Κανταρτζής:
Τα χαράματα, στις 16/29 Φεβρουαρίου 1922, ημέρα Τετάρτη, μια εφιαλτική είδηση, ότι οι τσέτες του Τοπάλ Οσμάν έρχονται στο χωριό, έκανε τους κατοίκους να τρομάξουν και ν’ αναστατωθούν. Οι άντρες, όσοι βρίσκονταν τη νύχτα στο χωριό, βιάστηκαν να φύγουν στο δάσος, όπου από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο ακόμα, και τώρα πιο συστηματικά, είχαν τα λημέρια τους όλοι οι άντρες του χωριού για ασφάλειά τους. Άλλοι άντρες, που είχαν κρυψώνες σε σπίτια και σε σταύλους, τρύπωσαν σ’ αυτές και καμουφλαρίστηκαν έτσι που να μην τους υποπτευθεί κανείς.
Τα γυναικόπαιδα και οι γέροι κλείστηκαν στα σπίτια και περίμεναν με καρδιοχτύπι να δουν τι θα γίνει. Κανένας δεν έβαζε στο νου του ότι οι τσέτες μπορούσαν να κάνουν κακό σε γυναίκες, παιδιά και γέρους. Το πολύ πολύ, που υποπτεύονταν όλοι, ήταν να ψάχνουν για άντρες, να ζητούν χρήματα και χρυσαφικά, που ήταν η αδυναμία τους, και ν’ αρπάξουν πρόβατα, γίδες, αγελάδες και βόδια.
Δεν πέρασαν παρά λίγα λεπτά κι οι Τσέτες, περισσότεροι από 150, έμπαιναν στο χωριό κραυγάζοντας και πυροβολώντας. Τους ακολουθούσαν Τούρκοι χωρικοί από τα γειτονικά χωριά. Αυτούς τους είχαν μυήσει στο εγκληματικό σχέδιο τους και τους κάλεσαν για πλιάτσικο.
Μόλις μπήκαν οι συμμορίτες στο χωριό, η ατμόσφαιρα ηλεκτρίστηκε και ο ορίζοντας πήρε τη μορφή θύελλας που ξέσπασε άγρια. Με κραυγές και βρισιές, βροντώντας με τους υποκοπάνους τις πόρτες και τα παράθυρα, καλούσαν όλους να βγουν έξω από τα σπίτια και να μαζευτούν στην πλατεία – αλλιώς, απειλούσαν, θα δώσουν φωτιά στα σπίτια και θα τους κάψουν.
Σε λίγο, όλα τα γυναικόπαιδα και οι γέροι βρίσκονταν τρέμοντας και κλαίγοντας στους δρόμους. Κάποιες κοπέλες υποπτεύθηκαν από την πρώτη στιγμή το μεγάλο κακό που περίμενε όλους και δοκίμασαν να φύγουν έξω από το χωριό. Οι τσέτες πρόβλεψαν ένα τέτοιο ενδεχόμενο και είχαν πιάσει από πριν τα μπογάζια, απ’ όπου μπορούσε να φύγει κανείς. Έτσι, μόλις έφτασαν, τρέχοντας, οι κοπέλες στα μπογάζια, δέχτηκαν, από τσέτες που παραμόνευαν, πυροβολισμούς στο ψαχνό. Μερικές έμειναν στον τόπο σκοτωμένες, ενώ οι άλλες τραυματίστηκαν και γύρισαν πίσω.
Οι φόνοι αυτοί αποκάλυψαν για καλά τους εγκληματικούς σκοπούς των συμμοριτών κι έγιναν το σύνθημα να ξεσπάσει το τρομοκρατημένο πλήθος των γυναικόπαιδων, που είχε ριχτεί στους δρόμους, σε ένα βουβό κι ασυγκράτητο κλάμα και σε σπαραξικάρδιες κραυγές απελπισίας. Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν στάθηκε ικανό να μαλάξει την σκληρότητα του τεράτων που είχε διαλέξει ο Τοπάλ Οσμάν για την «πατριωτική» του εκστρατεία.
Σκληροί σαν ύαινες, που διψούν για αίμα, και διεστραμμένοι σαδιστές, που γλεντούν με τον πόνο και τα βασανιστήρια των θυμάτων τους, χύμηξαν μανιασμένοι στα γυναικόπαιδα και τους γέρους, κραυγάζοντας, βρίζοντας, χτυπώντας, κλωτσώντας και σπρώχνοντάς τους να μαζευτούν στην πλατεία.
Οι μητέρες αναμαλλιασμένες, κατάχλομες από το τσουχτερό κρύο και το φόβο, με τα βρέφη στην αγκαλιά και τα νήπια μπερδεμένα στα πόδια τους. Οι κοπέλες άλλες με τους γέρους γονείς κι άλλες με γριές ή άρρωστους αγκαλιασμένες, περιμαζεύτηκαν με τον χτηνώδη αυτόν τρόπο στην πλατεία σαν πρόβατα για τη σφαγή, μέσα σε ένα πανδαιμόνιο από σπαραχτικές κραυγές και θρήνους και κοπετούς. Η πρώτη φάση της απερίγραπτης τραγωδίας του Μπέιαλαν έκλεισε, έτσι, θριαμβευτικά για τους θλιβερούς ήρωες του νεοτουρκικού εγκλήματος γενοκτονίας.
Όταν πια όλα τα γυναικόπαιδα κι οι γέροι μαζεύτηκαν στην πλατεία, οι τσέτες έβαλαν μπρος τη δεύτερη φάση της σατανικής τους επιχείρησης. Διάταξαν να περάσουν όλοι στα δίπατα σπίτια που βρίσκονταν στην πλατεία και τα είχαν διαλέξει για να ολοκληρώσουν τον εγκληματικό τους σκοπό. Η απροθυμία που έδειξε το τραγικό αυτό κοπάδι των μελλοθανάτων να υπακούσει στη διαταγή, γιατί ήταν πια ολοφάνερο ότι όλους τους περίμενε ο θάνατος, εξαγρίωσε τους συμμορίτες που βιάζονταν να τελειώσουν γρήγορα τη μακάβρια επιχείρηση. Και τότε, σαν λυσσασμένα θεριά, ρίχτηκαν στις γυναίκες, τα μωρά και τους γέρους, και με γροθιές, με κοντακιές και κλωτσιές έχωσαν και στρίμωξαν στα δύο σπίτια τα αθώα και άκακα αυτά πλάσματα, που ο αριθμός τους πλησίαζε τις τρεις εκατοντάδες.
Κι όταν, έτσι, ήταν σίγουροι πως δεν έμεινε έξω κανένας, σφάλισαν τις πόρτες, ενώ ο άγριος αλαλαγμός από τα παράθυρα, οι σπαραξικάρδιες κραυγές, το απελπισμένο κλάμα κι οι βοερές ικεσίες για έλεος και βοήθεια σχημάτιζαν μια άγριας τραγικότητας μουσική συναυλία, που ξέσκιζε τον ουρανό κι αντιβούιζε στα γύρω βουνά και δάση…
Και τώρα δεν έμενε παρά η τρίτη και τελική φάση της πατριωτικής… επιχείρησης των θλιβερών ηρώων-συμμοριτών του Τοπάλ Οσμάν. Δεν χρειάστηκαν παρά μια αγκαλιά ξερά χόρτα και μερικά σπασμένα πέταυρα (χαρτόματα) ν’ ανάψει η φωτιά. Και σε λίγο τα δύο σπίτια έγιναν πυροτέχνημα και ζώστηκαν, από μέσα κι απ’ έξω, από πύρινες γλώσσες και μαυροκόκκινο καπνό. Το τι ακολούθησε την ώρα εκείνη δεν περιγράφεται.
Οι μητέρες ξετρελαμένες έσφιγγαν, αλαλάζοντας και τσιρίζοντας με όλη τη δύναμη της ψυχής τους, στην αγκαλιά τα μωρά τους, που έκλαιγαν και κραύγαζαν «μάνα, μανίτσα!». Οι κοπέλες και οι άλλες γυναίκες με τους γέρους γονείς, τα παιδιά και τους αρρώστους, κραύγαζαν και αρπάζονταν μεταξύ τους σαν να ήθελαν να πάρουν και να δώσουν κουράγιο και βοήθεια, καθώς έπαιρναν φωτιά τα μαλλιά και τα ρούχα τους κι άρχισαν να γλύφουν το κορμί οι φλόγες. Κραυγές που ξέσκιζαν το λαρύγγι και τ’ αυτιά, φωνές μανιακές και κλάματα βροντερά, άγρια ουρλιαχτά ανθρώπων που έχασαν από τρόμο και πόνο τα μυαλά τους, χτυπήματα στα στήθη, στον πυρακτωμένο αέρα και στους τοίχους – χαλασμός κόσμου, ένα ζωντανό κομμάτι από την κόλαση στη γη! Αυτή την εφιαλτική εικόνα παρίσταναν, τα πρώτα λεπτά, τα δύο σπίτια που τα είχαν αγκαλιάσει οι φλόγες.
Μερικές γυναίκες και κοπέλες στον πόνο, τη φρίκη και την απελπισία τους, δοκίμασαν να ριχτούν από τα παράθυρα, προτιμώντας να σκοτωθούν πέφτοντας κάτω ή με σφαίρες από όπλο, παρά να υποστούν τον φριχτό θάνατο στην φωτιά.
Οι τσέτες που απολάμβαναν με κέφι και χαχανητά το μακάβριο θέαμα, έκαναν το χατίρι τους – πυροβόλησαν και τις σκότωσαν.
Δεν κράτησε πολλά λεπτά αυτή η σπαραξικάρδια οχλοβοή από τους αλαλαγμούς, τις άγριες κραυγές, τα τσουχτερά ξεφωνητά και το ξέφρενο κλάμα. Στην αρχή ο τόνος της οχλοβοής ανέβηκε ψηλά, ως που μπορούν να φτάνουν κραυγές, ξεφωνητά και ξελαρυγγίσματα από τρεις περίπου εκατοντάδες ανθρώπινα στόματα. Γρήγορα όμως ο τόνος άρχισε να πέφτει, ως που μονομιάς κόπηκαν κι έσβησαν οι φωνές και το κλάμα. Κι ακούγονταν μόνο τα ξύλα που έτριζαν από τη φωτιά και οι καμένοι τοίχοι και τα δοκάρια που έπεφταν με πάταγο πάνω στα κορμιά, που κείτονταν τώρα σωροί κάρβουνα και στάχτη κάτω στο δάπεδο, στα δύο στοιχειωμένα σπίτια το Μπέιαλαν.
Ο Ευκλείδης Κουρτίδης.
Σε μεγάλες περιοχές του Πόντου κυριαρχούσε ο Ευκλείδης Κουρτίδης, ιδιαίτερα τα χωριά Σάντα (Σάντα, τουρκ. Dumanlı). Πολέμησε σκληρά για να προστατεύσει τους Έλληνες και σε μια μάχη έπρεπε να πάρει την αποκαρδιωτική απόφαση να σκοτώσει επτά παιδιά υπό την προστασία του, ώστε να σωθούν οι ψυχές άλλων 300 Ελλήνων. Αυτός και οι Έλληνες της Σάντα ήταν από τους τελευταίους που πήγαν στην Ελλάδα μετά την έναρξη της ανταλλαγής πληθυσμών το 1923 - έφτασαν στην Ελλάδα το 1924. Ωστόσο, η ζωή του έφτασε σε τραγικό τέλος, ειδικά για κάποιον με μεγάλη φήμη πολεμιστή - έπεσε από το κάρο του και τον ποδοπάτησαν τα άλογά του το 1934.
Ο Κότζα Αναστάς
Άλλος ήταν ο Κότζας Αναστάς (Αναστάσιος Παπαδόπουλος) που έμεινε στην ιστορία για τη μαχητικότητά του - γι' αυτό του έδωσαν το προσωνύμιο «Κολοκοτρώνης του Πόντου». Το τέλος του ήταν δραματικό καθώς προδόθηκε για χρήματα αφού οι τουρκικές αρχές του έδωσαν επιβράβευση - σκοτώθηκε από συγγενή του που ήθελε την ανταμοιβή. Ο Αναστάς είναι γνωστός ότι δραπέτευσε από τα βάναυσα τουρκικά Τάγματα Εργασίας/Θάνατος προτού ενταχθεί στην αντάρτικη ομάδα του Λοχαγού Γιάκωβ (Ιάκωβου Καρατελίδη). Επέδειξε εξαιρετική γενναιότητα στη μάχη και σε όλους τους αγώνες του ενάντια στους Κεμαλιστές Τούρκους δεν έχασε ποτέ μάχη. Ακόμη και μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή τον Οκτώβριο του 1922, συνέχισε να πολεμά γενναία, κερδίζοντας μάχη μετά τη μάχη, μέχρι τη δολοφονία του τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους. Πολλοί αντάρτες πήραν τις οικογένειές τους μαζί τους στα βουνά και οι γυναίκες βοήθησαν τους αντάρτες με κάθε δυνατό τρόπο, αλλά κυρίως με την παράδοση τροφίμων και μηνυμάτων. Ήταν πολύ δυνατές και γεροδεμένες γυναίκες γιατί ζούσαν σε μεγάλα υψόμετρα και έτρωγαν πολύ καθαρό φαγητό. Πολλές από τις γυναίκες πολέμησαν επίσης γενναία.
Έλληνες του Πόντου
Η καπετάν Ελένη ήταν «η τελευταία επαναστάτρια» που πολέμησε στα βουνά. Πολέμησε μέχρι το 1924, έναν ολόκληρο χρόνο μετά την ανταλλαγή πληθυσμών, όταν οι Έλληνες έπρεπε να φύγουν για την Ελλάδα. Ήταν μια μάνα που έχασε τον γιο της μπροστά στα μάτια της και πήγε στο βουνό για να συνεχίσει τον αγώνα. Παρά την ανταλλαγή πληθυσμών, έμεινε πίσω και αρνήθηκε να εγκαταλείψει την πατρίδα της. Ηρωική φιγούρα ήταν και ο καπετάν Πελαγία. Η δράση του έσωσε αρκετές χιλιάδες Έλληνες του Πόντου. Η Σάντα ήταν γνωστή ως «Ψυχή του Πόντου» καθώς ήταν ένα σημαντικό προπύργιο των ανταρτών, αλλά και επειδή δεν ήταν ποτέ υπό άμεση τουρκική κατοχή για εκατοντάδες χρόνια. Εκεί έγιναν οι τελευταίες θηριωδίες κατά των Ελλήνων του Πόντου. Ορισμένες θηριωδίες από τους Τούρκους περιλαμβάνουν τα βασανιστήρια των γυναικών για να μπορέσουν να αποκαλύψουν πού βρίσκονται οι άνδρες που πολεμούσαν εναντίον τους. Υπάρχουν ενδείξεις ότι έβαζαν ακόμη και γάτες στα γυναικεία εσώρουχα ως μια μορφή βασανιστηρίου. Παρά αυτές τις θηριωδίες, το βασικό σύνθημα των ανταρτών ήταν: «Ας ληστέψουμε τους ληστές». Οι αντάρτες οργανώθηκαν καθώς δεν έλαβαν ποτέ βοήθεια από την Ελλάδα. Οι εκκλήσεις των Ελλήνων του Πόντου για αποστολή βοήθειας από την Ελλάδα δεν εισακούστηκαν. Οι Έλληνες Πόντιοι και η αντίσταση παρέμειναν αβοήθητοι και αποκλεισμένοι, αλλά συνέχισαν να ενέδρουν στις κεμαλικές δυνάμεις, να λήστεψαν τους φοροεισπράκτορες και να έσωσαν πολίτες από σφαγές.
Ο Αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος Τραπεζούντος .
Ο Αρχιεπίσκοπος Τραπεζούντας Χρύσανθος έσπευσε στη Διάσκεψη Ειρήνης του Παρισιού για να συνομιλήσει με τον Έλληνα πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο και να του δώσει μια πιο ακριβή εικόνα για τα δεινά του ποντιακού ελληνισμού. Δυστυχώς είχε άλλες προτεραιότητες και αγνόησε τους Πόντιους Έλληνες. Ωστόσο, εξουσιοδότησε τον Αρχιεπίσκοπο να ξεκινήσει επαφές με Έλληνες διπλωμάτες, ενημερώνοντάς τους για τις συνθήκες των Ελλήνων του Πόντου.
Πηγή: https://greekcitytimes.com/2023/05/19/greek-genocide-pontian-greeks-2/