Ευθύμιος Βλαχάβας - "Παπαθύμιος" - (1760 - 1809). Ο Επαναστάτης Ιερέας και περίφημος Αρματολός,
Ὁ χῶρος αὐτὸς εἶναι ἀφιερωμένος σὲ ἐκείνη ποὺ ξανασυνάντησα μετὰ ἀπὸ 14.000 χρόνια περίπου, τότε ποὺ ἡ Θεὰ Ἀθηνᾶ εἶχε τὸν Τέττιγα, τὴν Νύμφη Δηϊάνειρα. Καὶ ἡ ὁποία μὲ ἐβοήθησε νὰ ἀκολουθήσω τὸν δρόμο τῆς ἔρευνας, τῆς ἀμφισβητήσεως καὶ τῆς ἀλήθειας. Ἡρακλῆς, ὁ υἱὸς τοῦ Διὸς καὶ τῆς Ἀλκμήνης, ἀπόγονος τοῦ Περσέως, τὸ ἄλλο μισὸ τῆς ἀρχέγονης παρουσίας μας, ὅταν τὸ ἀνθρώπινο γένος ἦτο ἑρμαφρόδιτο.
Φέρων τι χρῆμα σάκκος ἄξιον πόλου,
Ἰουλιανόν, βάλλεται πόντου μέσον.
Σάκκῳ Ἰουλιανὸς βυθὸν εἰσέδυ εἰκάδι πρώτῃ.
Ο Άγιος Ιουλιανός ήταν από τη Διοκαισάρεια της Κιλικίας. Ο πατέρας του ήταν ειδωλολάτρης βουλευτής, αλλά η μητέρα του είχε προσχωρήσει στη χριστιανική θρησκεία. Γι' αυτό και ανέθρεψε το γιο της Ιουλιανό σύμφωνα με τις επιταγές του Ευαγγελίου.
Η Εικόνα της Παναγίας Οδηγήτριας, είναι ιστορικά η πρώτη εικόνα της Εκκλησίας, ιστορηθείσα από τον Ευαγγελιστή Λουκά, όπως μαρτυρεί και το σχετικό Μεγαλυνάριο του Παρακλητικού Κανόνος προς την Υπεραγία Θεοτόκο: «Ἄλαλα τά χείλη τῶν ἀσεβῶν, τῶν μή προσκυνούντων τήν Εἰκόνα Σου τήν σεπτήν, τήν ἱστορηθεῖσαν ὑπό τοῦ Ἀποστόλου Λουκᾶ ἱερωτάτου, τήν Ὁδηγήτριαν».
Καὶ συγγενείᾳ καὶ χορῷ αὐχεῖν ἔχεις.
Χριστοῦ μαθητῶν ὦ Ἰούδα, καὶ πάθει.
Ἐννεακαιδεκάτῃ βελέεσσιν Ἰούδας θνῄσκει.
Kλήσις τριπλή σοι και τριπλούν μάκαρ πάθος,
Άρσις δέσις τε και τρίτον τόξου τάσις.
Eννεακαιδεκάτη βελέεσσιν Iούδας θνήσκει.
Τα βιογραφικά στοιχεία του Αγίου Ιούδα, είναι κάπως συγκεχυμένα, διότι συγχέονται μ' αυτά του Αποστόλου Θαδδαίου που η μνήμη του γιορτάζεται την 21η Αυγούστου. Ο μεν Σ. Ευστρατιάδης στο Αγιολόγιό του αναφέρει ότι,
Εις τον Λεόντιον
Ἄκμων τὸ σῶμα τοῦ Λεοντίου τάχα,
Ἄκμων σιδηροῦς, πρὸς σφύρας τὰς αἰκίας.
Ὀγδοάτῃ δεκάτῃ πληγῇσι Λεόντιος ἐκπνεῖ.
Εις τον Υπάτιον και Θεόδουλον
Eλευθερόφρων Θεόδουλος προς ξίφος,
Tοιούτον όντα και τον Ύπατον βλέπει.
Οι Άγιοι Λεόντιος, Υπάτιος και Θεόδουλος, μαρτύρησαν στα χρόνια του αυτοκράτορα Ουεσπασιανού.
Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Μανουήλ, Σαβὲλ καὶ Ἰσμαὴλ κατάγονταν ἀπὸ τὴν Περσία, ἦσαν ἀδελφοὶ καὶ ἄθλησαν κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Ἰουλιανοῦ τοῦ Παραβάτου (361 – 363 μ.Χ.). Ὁ πατέρας τους ἦταν πυρολάτρης, ὅπως ὅλοι οἱ Πέρσες. Ἡ μητέρα του ὅμως, εὐσεβέστατη Χριστιανή, ἐμπιστεύθηκε αὐτοὺς στὸν εὐλαβὴ πρεσβύτερο Εὔνικο, γιὰ τὴ χριστιανικὴ αὐτῶν ἀγωγὴ καὶ μόρφωση. Στρατιωτικοὶ τὸ ἐπάγγελμα, ἀπεστάλησαν ὑπὸ τοῦ βασιλέως τῶν Περσῶν Βαλτάνου στὴν Κωνσταντινούπολη ὡς πρεσβευτὲς εἰρήνης. Ἀφιχθέντες στὴ Χαλκηδόνα εἶδαν τὸν αὐτοκράτορα Ἰουλιανὸ νὰ προσφέρει θυσία στὰ εἴδωλα, μὲ τὴν παρουσία πλήθους κόσμου, κατοίκων τῆς πόλεως, οἱ ὁποῖοι ἀκολουθοῦσαν τὴν εἰδωλολατρικὴ πλάνη.
Βλάβην ὀλοθρεύοντος ἐκφυγὼν Τύχων,
Ζωῆς τυχὼν γέγηθε τῆς ἀνωλέθρου.
Ἕκτῃ καὶ δεκάτῃ κατερύκακε γαῖα Τύχωνα.
Ο Άγιος Τύχων, έζησε στα χρόνια των αυτοκρατόρων Αρκαδίου και Ονηρίου. Καταγόταν από ευσεβή οικογένεια, οι δε ενάρετοι γονείς του τον ανέθρεψαν «εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου», γι' αυτό πολύ γρήγορα ο Τύχων διακρίθηκε για το ήθος του χαρακτήρα του, τη σύνεση, τη διάκριση και τη μελέτη των θείων Γραφών.
Ἀμώς, ὁ συκάμινα κνίζων αἰπόλος,
Ἐδὲμ τρυγᾷ τὰ δένδρα κνίζων οὐκέτι.
Πέμπτῃ ἐκ βιότοιο Ἀμὼς δεκάτῃ τε ἀπέπτη.
Ο Προφήτης Αμώς καταγόταν από την πόλη Θεκουέ της Ιουδαίας, η οποία βρισκόταν νοτιοανατολικά της Βηθλεέμ, και άκμασε στην ιερή πόλη Βαιθήλ, κοντά στη Σαμάρεια, κατά τους χρόνους του βασιλέως του Ισραήλ Ιεροβοάμ Β’ (784 - 746 π.Χ.).