Νεστορίδα (κανάτα με δύο λαβές) με μυθολογικές σκηνές.
Ὁ χῶρος αὐτὸς εἶναι ἀφιερωμένος σὲ ἐκείνη ποὺ ξανασυνάντησα μετὰ ἀπὸ 14.000 χρόνια περίπου, τότε ποὺ ἡ Θεὰ Ἀθηνᾶ εἶχε τὸν Τέττιγα, τὴν Νύμφη Δηϊάνειρα. Καὶ ἡ ὁποία μὲ ἐβοήθησε νὰ ἀκολουθήσω τὸν δρόμο τῆς ἔρευνας, τῆς ἀμφισβητήσεως καὶ τῆς ἀλήθειας. Ἡρακλῆς, ὁ υἱὸς τοῦ Διὸς καὶ τῆς Ἀλκμήνης, ἀπόγονος τοῦ Περσέως, τὸ ἄλλο μισὸ τῆς ἀρχέγονης παρουσίας μας, ὅταν τὸ ἀνθρώπινο γένος ἦτο ἑρμαφρόδιτο.
Ἀνδρὶ Προφήτῃ χρησμὸς ἐξ Ἀρχαγγέλου,
Τεκεῖν προφήτην, καὶ Προφήτου τι πλέον.
Εἰκάδῃ τῇ τριτάτῃ γαστὴρ λαβὲ Πρόδρομον εἴσω.
Έτσι προφήτευσε ο προφήτης Ησαΐας για τον Πρόδρομο του Κυρίου, Ιωάννη: «Φωνὴ βοῶντος ἐν τὴ ἐρήμω, ἑτοιμάσατε τὴν ὁδὸν Κυρίου, εὐθείας ποιεῖτε τᾶς τρίβους αὐτοῦ». (Ησαΐας μ', 3). Δηλαδή, φωνή ανθρώπου, που φωνάζει στην έρημο και λέει: «Ετοιμάστε το δρόμο, απ’ όπου θα έλθει ο Κύριος σε σας. Κάνετε ίσιους και ομαλούς τους δρόμους, από τους οποίους θα περάσει».
Φωκᾶ, τὸ λουτρὸν σμήγματος παντὸς δέχου.
Λουτρὸν γὰρ ἦν ἀγῶνος, οὐ καθαρσίου.
Εἰκάδι δευτερίῃ λουτρὸν πέφνεν ἔνδοθι Φωκᾶν.
Πατρίδα του Αγίου Φωκά ήταν η Σινώπη του Ευξείνου Πόντου. Οι γονείς του Πάμφυλος (ναυπηγός στο επάγγελμα) και Μαρία μεταλαμπάδευσαν στο Φωκά από την παιδική του ηλικία τη φλόγα της αγνής πίστης τους και τη θερμή ευσέβεια τους. Ο Φωκάς από μικρό παιδί εντρυφούσε στην ανάγνωση των Γραφών, και εκείνο που ιδιαίτερα τον διέκρινε ήταν η θερμή και ειλικρινής αγάπη που είχε προς το Θεό, αλλά και προς τους συνανθρώπους του. Διότι οδηγό στην αγάπη του αυτή είχε πάντα τα θεόπνευστα λόγια της Αγίας Γραφής: «Ὁ ἀγαπῶν τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ ἐν τῷ φωτὶ μένει,... ὁ δὲ μισῶν τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ ἐν τὴ σκοτία ἐστι» (Α' επιστολή Ιωάννου, Β' 10-11). Εκείνος, δηλαδή, που αγαπά τον αδελφόν του, μένει μέσα στο πνευματικό και ηθικό φως. Ενώ αντίθετα, εκείνος που μισεί τον αδελφό του, μένει μέσα στο πνευματικό και ηθικό σκοτάδι.
Ἀπὸ προσώπου τοῦ Θεοῦ φεύγεις πάλαι,
Νῦν δὲ πρόσωπον, Ἰωνᾶ τούτου βλέπεις.
Ο Προφήτης Ιωνάς έζησε επί των βασιλέων Αμασίου και Ιεροβοάμ. Ήταν γιος του Αμαθί και είχε πατρίδα την Γεχθοφέρ, της φυλής Ζαβουλών. Ο Ιωνάς ήταν αυτός, που με θεία νεύση ενθάρρυνε τον Ιεροβοάμ σε πόλεμο κατά του άρχοντα της Συρίας, που κατέληξε σε νίκη του Ισραήλ και αποκατάσταση των συνόρων του. Ο Ιωνάς φέρεται στην Παλαιά Διαθήκη, πέμπτος μεταξύ των μικρών λεγόμενων προφητών. Βρίσκουμε δε γι' αυτόν στο ομώνυμο βιβλίο, που κυρίως τον έκανε γνωστό λόγω της ιερής δραματικότητός του. Ο Κύριος τον είχε διατάξει να πάει στη Νινευή, έδρα πλάνης μάταιων καλλωπισμών και οργίων, για να κηρύξει σ' αυτή και να προφητέψει την καταστροφή της. Ο Ιωνάς όμως, αποφάσισε να λησμονήσει τη διαταγή του Θεού, και έκρινε καλό να πάει σε μια άλλη πόλη στους Θαρσείς. Ξεκίνησε λοιπόν το ταξίδι του με πλοίο, αλλά στ' ανοιχτά έπιασε μεγάλη τρικυμία. Τότε έριξαν κλήρο, για να δουν ποιος είναι υπεύθυνος του κακού που τους βρήκε. Και ο κλήρος έπεσε στον Ιωνά, που είχε παρακούσει τη διαταγή του Θεού.
«Αναμνήσεις από το Μέλλον του χθές» 2019-2020. Όλο το σχέδιο από το 1920 εκπονημένο εξ ου και τα βραβεία της
Ὁ Ἱλαρίων διττὸν εἴληφε στέφος,
Ὅσιος οἷα καὶ ἀθλητὴς Κυρίου.
Εἰκάδι Ἱλαρίων ξίφους μόρον Ἴφι ὑπέστη.
Ο Άγιος Ιλαρίων καταγόταν από το Ηράκλειο της Κρήτης και το κοσμικό του όνομα ήταν Ιωάννης. Είχε άλλα τέσσερα αδέλφια, οι δε γονείς του, Φραντζέσκος και Αικατερίνη, τον είχαν αναθρέψει με επιμέλεια και είχε μάθει τα ιερά γράμματα.
Eις τον Tρόφιμον και Δορυμέδοντα.
Πνέοντες ἓν Τρόφιμε καὶ Δορυμέδον,
Ἓν ἐκ ξίφους δέχεσθε καὶ βίου τέλος.
Eις τον Σαββάτιον.
Ξεσθεὶς σιδηροῖς Σαββάτιος ὀξέσιν,
Εἰς σαββατισμὸν θεῖον ὡς Μάρτυς φθάνει.
Ἐννεαδεκάτῃ Τρόφιμον τάμον, ἠδὲ συνάθλους.
Και οι τρεις, μαρτύρησαν επί βασιλέως Πρόβου και διοικητού Αντιοχείας Ηλιοδώρου (278 μ.Χ.). Όταν λοιπόν ο Τρόφιμος με το Σαββάτιο βρέθηκαν στην Αντιόχεια και είδαν τα πολυποίκιλα αμαρτωλά όργια που γίνονταν προς τιμήν του Απόλλωνα, δε συγκρατήθηκαν και αποδοκίμασαν δημόσια την αμαρτωλή αυτή παραφροσύνη. Βέβαια, γρήγορα συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν στο δικαστήριο.
Σῴζει ῥαγεῖσα τὴν Ἀριάδνην πέτρα.
Χριστὸς γὰρ αὐτήν ἔσκεπε ζωῆς πέτρα.
Η Αγία Αριάδνη αν και δούλα, ήταν ανώτερη και λαμπρότερη από πολλές κυρίες, δούλες των κοσμικών ματαιοτήτων και των γήινων μολυσμών.
Η Αγία Αριάδνη έζησε στα χρόνια των βασιλέων Αδριανού και Αντωνίνου (117 - 139 μ.Χ.), και έγινε χριστιανή στη πόλη των Προμισέων (ή Πρυμνησού) στο θέμα της Φρυγίας Σαλουταρίας. Όταν το πληροφορήθηκε ο αφέντης της Τέρτυλος, ένας από τους ισχυρότερους πρόκριτους της πόλης, την πίεζε να επανέλθει στην ειδωλολατρία. Εκείνη όμως επέμενε στην χριστιανική ομολογία της, και στάθηκε αδύνατο να την πείσουν να θυσιάσει στα είδωλα, κατά την ημέρα μάλιστα που γιόρταζε τα γενέθλιά του ο γιος του κυρίου της. Τότε την έδειραν σκληρά και τη βασάνισαν για πολύ, αφού έγδαραν τις σάρκες της με σιδερένια νύχια.