Ὁ χῶρος αὐτὸς εἶναι ἀφιερωμένος σὲ ἐκείνη ποὺ ξανασυνάντησα μετὰ ἀπὸ 14.000 χρόνια περίπου, τότε ποὺ ἡ Θεὰ Ἀθηνᾶ εἶχε τὸν Τέττιγα, τὴν Νύμφη Δηϊάνειρα. Καὶ ἡ ὁποία μὲ ἐβοήθησε νὰ ἀκολουθήσω τὸν δρόμο τῆς ἔρευνας, τῆς ἀμφισβητήσεως καὶ τῆς ἀλήθειας. Ἡρακλῆς, ὁ υἱὸς τοῦ Διὸς καὶ τῆς Ἀλκμήνης, ἀπόγονος τοῦ Περσέως, τὸ ἄλλο μισὸ τῆς ἀρχέγονης παρουσίας μας, ὅταν τὸ ἀνθρώπινο γένος ἦτο ἑρμαφρόδιτο.
Τὸ σεπτὸ σκήνωμα τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στρατηλάτου († 8 Φεβρουαρίου) μετετέθη, στὶς 8 Ἰουνίου, ἀπὸ τὴν Ἡράκλεια τῆς Ποντικῆς, στὸ προγονικὸ κτῆμα τοῦ Ἁγίου, στὰ Εὐχάιτα, κατὰ τὴν ἐπιθυμία τοῦ Ἁγίου τὴν ὁποία ἐξέφρασε πρὸ τῆς ἐκτομῆς αὐτοῦ στὸ γραμματέα του Οὔαρο. Ἐκ τοῦ λειψάνου αὐτοῦ τὴ σιαγόνα ὁ αὐτοκράτορας Κωνσταντίνος Θ’ ὁ Μονομάχος (1042 – 1055) ἐδώρισε διὰ χρυσοβούλλου στὴ μονὴ Μεγίστης Λαύρας Ἁγίου Ὄρους.
«Αναμνήσεις από το Μέλλον του χθές» 2019-2020. Όλο το σχέδιο από το 1920 εκπονημένο εξ ου και τα βραβεία της
Ὁ Ὅσιος Ἱλαρίων, ὁ Νέος, ἐγεννήθηκε τὸ 775 μ.Χ., στὴν Καππαδοκία, ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς καὶ ἐνάρετους, τὸν Πέτρο, προμηθευτὴ τοῦ ἄρτου τῶν ἀνακτόρων, καὶ τὴν Θεοδοσία, παρὰ τῶν ὁποίων ἔτυχεν ἐπιμελοῦς καὶ θεσεβοῦς μορφώσεως.
Εἶναι ἄγνωστο ἀπὸ ποῦ καταγόταν ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Δωρόθεος. Ἄθλησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Ἰουλιανοῦ τοῦ Παραβάτου (360 – 362 μ.Χ.). Σοφώτατος καὶ ἐγκρατέστατος Ἱεράρχης, διακρινόταν γιὰ τὴ βαθιὰ θεολογικὴ του μόρφωση καὶ τὴν πλήρη γνώση τῶν Γραφῶν.
Οἱ Ἁγίες Μάρθα καὶ Μαρία, μετὰ τοῦ ἀδελφοῦ τους Λαζάρου, ἀποτελοῦσαν τὴν πλέον ἀγαπητὴ στὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστὸ οἰκογένεια τῆς Βηθανίας. Στὴν οἰκία τους φιλοξενούμενος ὁ Χριστὸς εἶπε τὸ διδακτικώτατο: «Μάρθα, Μάρθα, μεριμνᾷς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά, ἑνὸς δὲ ἔστι χρεία· Μαρία δὲ τὴν ἀγαθὴν μερίδα ἐξελέξατο, ἥτις οὐκ ἀφαιρεθήσεται ἀπ’ αὐτῆς», ὅταν ἡ Μάρθα, ὡς μεγαλύτερη, ἠσχολεῖτο μὲ τὴν περιποίηση Αὐτοῦ, ἐνῷ ἡ ἀδελφή της Μαρία ἦταν ἀφοσιωμένη στὴ διδασκαλία Του καὶ δὲν τὴν ἐβοηθοῦσε στὶς ἐργασίες. Γιὰ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ἀφοσίωσή τους πρὸς Αὐτόν, ὁ Κύριος τὶς ἀντάμειψε διὰ τῆς ἀναστάσεως τοῦ προσφιλοῦς τους ἀδελφοῦ Λαζάρου. Ἡ Μαρία εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἄλειψε τοὺς πόδες τοῦ Ἰησοῦ μὲ πολύτιμο μύρο καὶ τοὺς ἐσπόγγισε διὰ τῆς παρθενικῆς της κόμης. Ἀπετέλεσαν εὐσεβὴ καὶ διακεκριμένα μέλη τῆς πρώτης Χριστιανικῆς Ἐκκλησίας καὶ ἐκοιμήθησαν μὲ εἰρήνη.
Ἡ μνήμη τους ἀναφέρεται καὶ στὶς 19 Ἰανουαρίου. Ἡ Σύναξή τους ἐτελεῖτο στὸν οἶκο τοῦ Πατριάρχου Ἀναστασίου στὴν Ὀξεία, μικρὴ νῆσο τῆς Προποντίδος, ἢ σὲ ὁμώνυμη τοποθεσία κείμενη κοντὰ στὴ λεγόμενη «Ἐμβόλων τοῦ Δομνίνου» στὴν Κωνσταντινούπολη.
Ὁ Ἅγιος Νικηφόρος, ὁ Ὁμολογητής, γεννήθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη, τὸ 758 μ.Χ., ἀπὸ περιφανεῖς καὶ εὐσεβεῖς γονεῖς, τὸ βασιλικὸ γραμματέα καὶ νοτάριο Θεόδωρο καὶ τὴν Εἰρήνη. Ὁ πατέρας του ἐξορίσθηκε ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Κωνσταντίνο Ε’ τὸν Κοπρώνυμο (741 – 775 μ.Χ.) στὰ Μύλασσα τῆς Καρίας καὶ μετὰ στὴ Νίκαια, ὅπου μετὰ ἑξαετία ἀπέθανε, διότι ἦταν ὑπέρμαχος τῶν ἱερῶν εἰκόνων.