Η καταπληκτική «Σαρκοφάγος του Μεγάλου Αλεξάνδρου», όνομα που δόθηκε στον εικονιζόμενο Αλέξανδρο σε σκηνές κυνηγιού και μάχης της Ισσού, ένα μοναδικό έργο τέχνης υψηλού επιπέδου, ο γλύπτης άγνωστος. 360-320 π.Χ.
Ὁ χῶρος αὐτὸς εἶναι ἀφιερωμένος σὲ ἐκείνη ποὺ ξανασυνάντησα μετὰ ἀπὸ 14.000 χρόνια περίπου, τότε ποὺ ἡ Θεὰ Ἀθηνᾶ εἶχε τὸν Τέττιγα, τὴν Νύμφη Δηϊάνειρα. Καὶ ἡ ὁποία μὲ ἐβοήθησε νὰ ἀκολουθήσω τὸν δρόμο τῆς ἔρευνας, τῆς ἀμφισβητήσεως καὶ τῆς ἀλήθειας. Ἡρακλῆς, ὁ υἱὸς τοῦ Διὸς καὶ τῆς Ἀλκμήνης, ἀπόγονος τοῦ Περσέως, τὸ ἄλλο μισὸ τῆς ἀρχέγονης παρουσίας μας, ὅταν τὸ ἀνθρώπινο γένος ἦτο ἑρμαφρόδιτο.
Η καταπληκτική «Σαρκοφάγος του Μεγάλου Αλεξάνδρου», όνομα που δόθηκε στον εικονιζόμενο Αλέξανδρο σε σκηνές κυνηγιού και μάχης της Ισσού, ένα μοναδικό έργο τέχνης υψηλού επιπέδου, ο γλύπτης άγνωστος. 360-320 π.Χ.
Ἡ Ἁγία Ἀλεξάνδρα ἦταν σύζυγος τοῦ αὐτοκράτορος Διοκλητιανοῦ (284 – 305 μ.Χ.). Ἐντελῶς διαφορετικὴ ἀπὸ ἐκεῖνον, ποὺ ἦταν τραχὺς στὰ αἰσθήματα καὶ φίλος τῆς βίας καὶ τοῦ αἵματος, διακρινόταν γιὰ τὴν ἤρεμη ψυχική της διάθεση, τὴν εὐσπλαχνία καὶ τὴν φιλάνθρωπη ζωή της. Καὶ ἡ Χάρη τοῦ Κυρίου αὔξανε μέσα της τὸν φωτισμό. Καὶ τὸ θεῖο ἔλεος τὴν καταξίωσε κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ μαρτυρίου τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου νὰ αἰσθανθεῖ μέσα της τὴν πνοὴ καὶ τὴν ὁρμὴ τῆς πίστεως στὸν Χριστό. Τότε, ἀφοῦ στράφηκε πρὸς τὸν αὐτοκράτορα, τὸν παρακάλεσε νὰ διατάξει τὴν παύση τῶν μαρτυρικῶν βασανιστηρίων. Ἐκεῖνος ὑπέθεσε ὅτι ἡ αὐτοκράτειρα, ἀσυνήθιστη σὲ τέτοιου εἴδους θεάματα, κατελήφθη ἀπὸ οἶκτο ἀσυνείδητο καὶ ἀπερίσκεπτο. Τῆς εἶπε λοιπὸν νὰ ἀποσυρθεῖ. Ἀλλὰ ἔλαβε μεγαλόφωνη τὴν ἀπάντηση ὅτι μία τέτοιου εἴδους σκηνὴ εἶναι ἀπάνθρωπη καὶ ἀνάξια τοῦ στέμματος.
Ὁ Ὅσιος Θεόδωρος καταγόταν ἀπὸ τὸ Βυζάντιο καὶ γεννήθηκε ἀπὸ πλούσιους καὶ εὐσεβεῖς γονεῖς. Ἀπὸ νεαρὴ ἡλικία ἀκολούθησε τὸ μοναχικὸ βίο γενόμενος μοναχὸς στὴ μονὴ ποὺ γι’ αὐτὸν ἐκαλεῖτο μονὴ τοῦ Τριχινᾶ. Ὁ Ὅσιος Θεόδωρος ὑπέβαλε τὸν ἑαυτό του σὲ κάθε κακουχία καὶ σκληραγωγία. Τὸ σῶμά του τὸ κάλυπτε μὲ λεπτὸ τρίχινο ἱμάτιο, γι’ αὐτὸ καὶ ἐπονομάσθηκε Τριχινᾶς. Μὲ τοὺς σκληροὺς ἀσκητικούς του ἀγῶνες ὁ Ὅσιος ἀπεκάλυπτε καὶ ἐξουδετέρωνε τὶς ἀπάτες τῶν δαιμόνων.
Ὁ Ὅσιος Συμεών, ὁ καὶ «ἀνυπόδητος καὶ μονοχίτων» ἀποκαλούμενος, γεννήθηκε περὶ τὸ ἔτος 1500 στὸ χωριὸ Βαθύρρεμα Λαρίσης, τοῦ ὁποίου σήμερα σώζονται ἐλάχιστα ἐρείπια.
Μια σπάνια ματιά μητρικής τρυφερότητας: Αυτό το μοναδικό μαρμάρινο αγαλματίδιο (2ος-1ος αι. π.Χ.) στο Μουσείο Ερέτριας απεικονίζει την Αφροδίτη να σκύβει επάνω από τον νεαρό Έρωτα.
Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ὁ Ἡσυχαστὴς ἔζησε κατὰ τὸν 8ο αἰώνα μ.Χ. καὶ ἦταν μαθητὴς τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Δεκαπολίτου († 20 Νοεμβρίου). Ἀπὸ νεαρὴ ἡλικία ζήλωσε τὸν ἀσκητικὸ βίο καὶ ἀπῆλθε πρὸς τὸν Ἅγιο Γρηγόριο τὸν Δεκαπολίτη, ἴσως στὸν Ὄλυμπο, γενόμενος μοναχὸς καὶ διδασκόμενος τὰ τῆς μοναχικῆς πολιτείας.
Ὁ Ὅσιος Ζωσιμᾶς, ὁ μεγάλος ἀσκητὴς τοῦ Ρωσσικοῦ Βορρᾶ, ὑπῆρξε ἡγούμενος καὶ ἱδρυτὴς τοῦ κοινοβιακοῦ μοναχισμοῦ στὸ νησὶ Σολόφκι. Γεννήθηκε στὴν ἐπαρχία τοῦ Νόβγκοροντ, στὸ χωριὸ Τολβούι κοντὰ στὴ λίμνη Ὀνέγκα. Ἀπὸ τὰ παιδικά του χρόνια μεγάλωσε μὲ εὐσέβεια καὶ μετὰ τὸν θάνατο τῶν γονέων του, Γαβριὴλ καὶ Βαρβάρας, μοίρασε τὴν περιουσία του καὶ ἐκάρη μοναχός.
Οἱ Ἁγίες Ἀγάπη, Εἰρήνη καὶ Χιονὶα μαρτύρησαν ἐπὶ αὐτοκράτορος Διοκλητιανοῦ (284 – 305 μ.Χ.) στὴ Θεσσαλονίκη, τὸ ἔτος 304 μ.Χ. Στὸ Συναξάρι μαρτυρεῖται ὅτι οἱ τρεῖς ἀδελφές, πιθανῶς ἐνεργὰ μέλη μιᾶς ἀδελφότητας νέων Χριστιανῶν μὲ πλούσια βιβλιοθήκη, κατέφυγαν ἀμέσως μετὰ τὴν ἔναρξη τοῦ διωγμοῦ σὲ ὑψηλὸ ὄρος πλησίον τῆς Θεσσαλονίκης, πιθανῶς τὸ Χορτιάτη, ἀφοῦ ἔκρυψαν στὸ σπίτι τους τὰ βιβλία.
Ὁ Ἅγιος ἱερομάρτυς Ἀνανίας γεννήθηκε κατὰ τὶς ἀρχὲς τοῦ 18ου αἰῶνος μ.Χ. ἀπὸ εὐγενεῖς καὶ εὔπορους γονεῖς. Ὁ πατέρας του, Θεοφίλης, ἦταν συγγενὴς τῶν Λαμπαρδαίων καὶ ἡ μητέρα του, θυγατέρα τοῦ ἐκ Βυζικίου τῆς Γορτυνίας, Συντύχου.