O griko
derentino la lingua
greca salentina - Or griko derentino the Greek language of Salento - Η ελληνική γλώσσα του
Σαλέντο
O griko derentino la lingua greca
salentina
|
Η
ελληνική γλώσσα του Σαλέντο
|
Attòn epìlogo tu A. Karanastasi :
Γραμματική
των Ελληνικών ιδιωμάτων
της
Κάτω Ιταλίας
(
metàfrasi* attò greko)
|
Περίληψη
του επιλόγου του Α.Καραναστάση:
"Γραμματική
των Ελληνικών ιδιωμάτων
της
Κάτω Ιταλίας"
|
Tua ta
pràmata ma
pleo nòima
tis glossa os
grekòfono kharimmena apò tin
Koinè ce kratemmena ros àrtena:
to na 'rti*
èrkete pimeno m’o
to àrtena*, to
prama pu stei
kànnonta ce
kulusà èrkete pimeno ma steo
(Puglia) - steko (Kalabria)
ce o participio presente, emeni
to infinito1, sto
perìodo ipotetikò
ekhannete to tha
[ j.d. an
den èvrekhe, (tha)
to èkanna], ekratènnutte ta diplà
[ j.d. fortò(n)no],
e “diminutivi” kharismeni atti koinè
den khrizune ja
“diminutivi” [ j.d.
lisari, ampari].
Ghennimeni sto
VIII sèkulo
p.K. atti
glossa os dorikò
kolono apù Tàranto,
es tin Pùglia,
ce apù Règgio
Kalàbria e
glossa os grekofono kratenni ankora kai dorikè
lessikologikè mire pu
e Koinè den
ìsose guali: tue
enghìzune i
zoì os contadino ce os
proataro ce e
tes ekhi sto
bizantino ce sto
neogreko: tutta khrusafà*
os idiomo greko
tis Katu Italia,
menune ettù manekhà
ce mas dìfune
posso griko ce
grekàniko ine
demena m’in
glossa tu sèkulu
VIII.
Addha dìgghia
pu pèrnune
cini pu kratènnune
ti o griko
èstase m’u
bizantinu ene ti
en ene stammena vrimmena tìpoti
pu mas sozi
pi jalìssia
pu stus feu
apò Tàranto
ce Règgio,
ecì pu àrtena
stene e grekòfoni,
ezùane greci.
Èkhome
manekhà ta khartìa
tu Strabone (1° sèkulo
p.K.) pu
lene ti pleppi Tàranto,
Règgio ce
Nàpuli oli
e addhi ìsane
bàrbari ; milonta fse mbarbarimento
èrkete sto pi
ti o gheno
atta khorìa
apù essu ìkhane
khàsonta tin
glossa tto: ìkhane
ghettonta bàrbari.
Ma, an mesa
sto protinò sèkulo
p.K. es
te male khore
tis akra emilìato
greko, sòzome
kratesi ka puru
sta khorìa
apò essu emilìato
greko. Ta pràmata
domena attin glossa apò os grekòfono apù sìmberi ine ta pleo storikà alisinà
khartìa.
Ena attus problemu pu èmpose us
grèku n’àrtune etturtèa ce na kàmune na ghennìstune e kolonìe ìone demeni stin
demografia: o khoma greko è kani j’o fai ja olo to gheno. Ce ène ja tuo ti
kampossi etaràssane j’in tàlassa na vrìkune akre filammene ce khoma kalò:
pràmata vastomena attin Katu Italia ce attin Sicìlia. Iu e Eritresi ce e
Kalcidesi kàmane na jenisì i khora pu ìgue Kuma. Tui epolemùsane o khoma ma
ena àratro norimmeno apù Esìodo (VIII sèk. p.K.) ce sti deskriziuna ka tuo
kanni evrìskutte j’in protinì forà ta lòja èlima ce jìis. Utta lòja e’ ta
ekhi sto bizantino ce e’ ta ekhi sto neogreko, ezune ankora stin glossa os
contadino attìn Kalàbria, pu kulusune na polemìsune to khoma ma to stesso
àratro.
O fatto ka addha area ce palea
lòja evrìskutte ankora sìmberi stin milìa os kontadino ce os proataro, mas
difi ti o gheno epolemà pose epolemìato ston VIII sèkulo p.K. Tispo attus
kolonu bizantinu o kolono plèo kukkia fse ma, ma ìsoze feri utta lòja dorikà
ce addha pleon area, jatì aplà den ta ìkhan es tin glossa tto.
E glossa os grekòfono kratenni
addha palea noìmata pu e glossa os neogreko en vastà: àtsalo (Kalàbria,
aggettivo), ode (avverbio), jerro, sikonno, sozo-sonno, ekho, nomeno me to
infinito, kratennune palea o ellenistikà noìmata.
Ja tus studiosu talianu, en ìane
prama ti e romani den anarìsane na mpòsune alìe khijade kolonu greku na
màsune o latino ce na fìkune i glossa tto, motti occe apà stes Ìsule
Britànnike emilìato latino.
Akau stin okkupaziuna romana e
glossa milimmeni ìane o latino, ma èrkatto milimmene camposse addhe glosse. E
greci emilùsane o latino, sakundu t’addha gheni akauvalomena attus romanu, ma
kulusìsane na kratèsune ce na milìsune i glossa tto, o greko.
Ola t’addha gheni akauvalomeni*
attus rumanu (Celti, Iberi, Geti, Daci, Franki) enghìsane ma màsune ce na
milìsune latino manekhà, ma tuo en èkhrise ja tus greku, pu sòzane kulusisi
na milìsune o greko. Puru vàlonta ja alesinò o fatto ti e koloni ìane
bizantini atto IX sekulo, tui, zonta ja èndeka sèkulu me to taliano,
ekratènnune rosa sìmberi tin glòssa tto ma oli tin plentera glossològika ce
m'in plasticità tti. Ma an olo tuo ene alìssia, pos kànnu cisi studiosi na mi
pistèfsune ti e glossa os kolono atto VIII sèk. p. K. en ìsoze, ma pleon
dìgghio, krateftì, fsèronta ti toa ìane oli mìa m'in Grècia ce ikhe pleon
mealìo* piri o latino?
E glossa os grekòfono edànise lòja
os latino ce eplusiànise me ta lòja fse tutu. Ja to Rohlfs, atta lòja
mbemmena sto V – VI sèkulo, kanena on ekhi ankora, ma kampossa, ta pleo poddhà,
ekhàsisa.
E religiùna eplùsiane to greko ma
ta lòja tis agglisìa (jortè, ajii, ce iu)
O greko èbbike danisìe atto
taliano. E greci ezùsane nomeni ma tus talianu ce poddhè forè emilùsane ole
ce die es glosse ce en ìone dìskulo na smiftune ta lòja, ma e danisìe den ine
tosse posse sòzamo mini ce motti tuo endenni o lòo èrkete grecizào, tuo
èrkete sto pi ja difsi, ka ta loja ejènnutte deklinàbili (j.d. to animali, tu
animalìu).
Apù motti e Turki akauvàlane ti
Grècia (XV sek.) e glossa tu ellenòfonù mma èkhase ja pleo fse tèssaru sèkulu
to dèsi* me ton kosmo greko. Ghiurèfsonta na plusiani m’es diname dikè ttu,
eghènnise kampossa lòja m’i desinenza -sìa ce addhe forè àddhafse o topo atte
mire (j. d. ampelòfillo > fiddhàmbelo {ἀμπελόφυλλο > φυd-dάμbελο = foglia di vigna}).
|
Η
γλώσσα των Ελληνοφώνων της Κάτω Ιταλίας, παρά τις κάποιες ομοιότητες που
παρουσιάζει με τις νότιες νεοελληνικές διαλέκτους και ιδίως με τα Δωδεκάνησα,
ιδιαίτερα στον τομέα της φωνητικής, έχει τον δικό της αυτόχθονα και
ανεξάρτητο χαρακτήρα, ο οποίος δεν παρουσιάζει καμιά συγγένεια με τη γλώσσα
Βυζαντινών αποίκων του 9ου-10ου αι., από τους οποίους προέρχεται κατά τους
C.Battisti, G.Alessio και O.Parlangeli.
Οι
επιστήμονες αυτοί στηρίζουν την άποψή τους στο ότι τα ελληνικά ιδιώματα της
Κάτω Ιταλίας έχουν νεοελληνική μορφή. Ναι, αλλά η μορφή αυτή (όπως και όλων
των νεοελληνικών ιδιωμάτων) ξεκινάει από τον 3ο π. Χ. αι., τότε που η
Ελληνιστική Κοινή ισοπέδωσε όλες τις αρχαίες ελληνικές διαλέκτους και
απλούστευσε τη μορφή της γλώσσας.
Παραθέτουμε
τα κυριότερα στοιχεία, τα οποία παρέλαβε από την Κοινή η γλώσσα των
Ελληνοφώνων και διατηρεί μέχρι σήμερα: ο χρόνος μέλλων εκφράζεται με τον
ενεστώτα, η δήλωση διαρκείας μιας ενέργειας γίνεται με το ρήμα στέκω (στην
Καλαβρία), στέω (στην Απουλία) και τη Μετοχή ενεστώτος, διατηρείται το
απαρέμφατο, στην απόδοση του υποθετικού λόγου δεν υπάρχει ο δυνητικός σύνδεσμος
αν > θα [αν dεν έβρεχε, (θα) το έκαννα], διατηρούνται τα διπλά σύμφωνα, τα
υποκοριστικά που δημιούργησε η απλουστευτική τάση της Κοινής δεν έχουν
υποκοριστική σημασία [αμπάρι<ιππάριον=ίππος, λισάρι<λιθάρι=λίθος].
Ξεκινώντας
από τον 8ο π. Χ. αι., από τη γλώσσα των Δωριέων αποίκων του Τάραντα Απουλίας
και του Ρηγίου Καλαβρίας, η γλώσσα των Ελληνοφώνων διατήρησε Δωρικά
λεξιλογικά στοιχεία, τα οποία δεν μπόρεσε να διώξει η Κοινή· είναι λέξεις που
αφορούν στη ζωή των γεωργών και των βοσκών και δεν υπάρχουν στη Βυζαντινή
ούτε στη Ν. Ελληνική: αυτά τα αποκλειστικά αποκτήματα των Κατωϊταλικών
Ελληνικών ιδιωμάτων αποτελούν τους αδιάψευστους μάρτυρες της συνέχειας της
γλώσσας, από τον 8ο π. Χ. αι. μέχρι σήμερα.
Ένας
άλλος λόγος τον οποίον προβάλλουν οι υποστηρίζοντες τη βυζαντινή προέλευση
των Ελληνοφώνων είναι το ότι δεν υπάρχουν ιστορικά δεδομένα από τα οποία να
προκύπτει ότι κατά τους αρχαίους χρόνους κατοικούσαν Έλληνες στην ενδοχώρα
της περιοχής του Ρηγίου και του Τάραντα, εκεί που κατοικούν οι σημερινοί
Ελληνόφωνοι.
Έχομε
μόνο το πολυσυζητημένο χωρίο του Στράβωνος (1ο π.Χ. αι.): « [...] πλην
Τάραντος και Ρηγίου και Νεαπόλεως, εκβαρβαρώσθε συμβέβηκεν άπαντα [...]
Ρωμαίοι γεγόνασιν»· μιλώντας για εκβαρβάρωση, θέλει να πει ότι οι Έλληνες
κάτοικοι της ενδοχώρας είχαν χάσει τη γλώσσα τους, είχαν εκβαρβαρωθεί.
Αλλά,
αν τον 1ο π.Χ. αι. στις παράλιες μεγάλες πόλεις ομιλείτο η ελληνική, είναι
πολύ φυσικό να ομιλείτο στα χωριά της ενδοχώρας. Τα στοιχεία που μας δίνει η
σημερινή γλώσσα των Ελληνοφώνων, αποτελούν τα πιο αυθεντικά ιστορικά
ντοκουμέντα.
Ένας
από τους κυριότερους λόγους που συνέβαλαν για την ίδρυση των Ελληνικών
αποικιών ήταν το δημογραφικό πρόβλημα. Η ελλαδική γη δεν μπορούσε να θρέψει
τον πληθυσμό και οι ελληνικές τριήρεις έπλεαν στα παράλια του Εύξεινου Πόντου
για να μεταφέρουν σιτάρι. Για τον λόγο αυτό οι οικιστές επεδίωκαν να ιδρύουν
αποικίες σε παράλιες περιοχές με ασφαλή λιμένα και εύφορη ενδοχώρα, προσόντα
που συνδύαζαν οι αποικίες της Κάτω Ιταλίας και της Σικελίας. Η αποικία της
Κύμης που ίδρυσαν Ερετρειείς και Χαλκιδείς συνεδύαζε αυτά τα προσόντα.
Τη
γη αυτή καλλιεργούσαν Ερετρειείς και Χαλκιδείς γεωργοί με το ησιόδειο άροτρο,
τους όρους του οποίου έλυμα και γύης πρωτοβλέπουμε στον Ησίοδο (8ο π.Χ. αι.).
Οι λέξεις αυτές δεν διασώθηκαν στην Βυζαντινή ούτε και στην Ν. Ελληνική, αλλά
ζουν στη γλώσσα των γεωργών της Καλαβρίας, που οργώνουν τη γη με το ίδιο
άροτρο.
Το
ότι και άλλοι σπάνιοι γεωργικοί και ποιμενικοί όροι διατηρούνται μέχρι
σήμερα, μας δείχνει ότι εκεί ο κόσμος εργαζόταν με τον ίδιο τρόπο από τον 8ο
π. Χ. αι. μέχρι σήμερα.
Κανένας
βυζαντινός ή νεώτερος μετανάστης δεν μπορούσε να μεταφέρει Δωρικά και άλλα
σπάνια λεξικολογικά στοιχεία, διότι απλούστατα δεν υπήρχαν στην γλώσσα τους.
Τον
συντηρητικό χαρακτήρα της γλώσσας των Ελληνοφώνων της Κάτω Ιταλίας μαρτυρούν
επίσης αρχαία σημασιολογικά στοιχεία, τα οποία δεν έχει η Ν. Ελληνική: το
επίθετο άτσαλο < έξαλλος, το αρχαίο επίρρημα ώδε, τα ρήματα γέρ-ρω <
γέρνω, σηκών-νω < σηκώνω, σώdζω < σώζω = δύναμαι (Απουλία), σών-νω <
σώζω = δύναμαι (Καλαβρία), έχω με τελικό απαρέμφατο ή με τελική προταση
διατήρησαν την αρχαία ή Ελληνιστική σημασία.
Για
τους Ιταλούς επιστήμονες, δεν ήταν δυνατό να μην αφομοιωθούν γλωσσικώς οι
ολίγες χιλιάδες Ελλήνων αποίκων κατά την διάρκεια της ρωμαϊκής κατοχής, όταν
έφτασε να ομιλείται η λατινική ακόμα και στις Βρετανικές Νήσους.
Κατά
τους χρόνους της ρωμαϊκής κατοχής επίσημη γλώσσα ήταν η Λατινική, αλλά υπήρχε
πολυγλωσσία. Οι Έλληνες μιλούσαν την Λατινική, όπως και οι άλλοι υπόδουλοι
λαοί, αλλά παράλληλα διατηρούσαν τη μητρική τους γλώσσα.
Οι
Ρωμαίοι επέβαλαν τη γλώσσα τους στους Κέλτες, Ιβηρίους, Δάκες, Γετίους και
Γάλλους, αλλά όχι στους Έλληνες. Και το ότι οι υποτιθέμενοι Βυζαντινοί
άποικοι του 9ου αι. (αν δεχθούμε την άποψή τους) σε συμβίωση με την Ιταλική
επί ένδεκα ολόκληρους αιώνες κράτησαν μέχρι σήμερα τη μητρική τους γλώσσα με
τον λεξιλογικό της πλούτο και την πλαστικότητα της, δεν πείθει τους
επιστήμονες αυτούς ότι κατά μείζονα λόγο θα μπορούσε να διατηρηθεί η γλώσσα
των αποίκων του 8ου π. Χ. αι. που ήταν πιο κοντά στην πηγή της και που
διέθεται γόητρο ασύγκριτα ανώτερο από εκείνο της Λατινικής;
Φυσικά,
η γλώσσα των Ελληνοφώνων αντάλλαξε λεξιλογικά δάνεια με την Λατινική. Μερικά
(από εκείνα που εισήλθαν κατά τον Rohlfs πριν από τον 5ο-6ο αι.)
διατηρήθηκαν, αλλά πολλά λατινικά δάνεια που εισήλθαν κατά τη μακρά συμβίωση
των δύο λαών υποχώρησαν. Με τη διάδοση του Χριστιανισμού η γλώσσα των
Ελληνοφώνων της Κάτω Ιταλίας πλουτίστηκε με λέξεις προερχόμενες από τη γλώσσα
της Εκκλησίας.
Τα
Ιταλικά δάνεια που πήρε η Ελληνική δεν είναι όσα θα ανέμενε κανείς, έχοντας
υπόψη τη μακραίωνη συμβίωση των δύο γλωσσών και το ότι οι ίδιοι άνθρωποι
μιλώντας τις δύο γλώσσες, μετέφεραν λέξεις από τη μία γλώσσα στην άλλη. Η
αφομοιωτική ικανότητα της Ελληνικής έδωσε στα ιταλικά δάνεια ελληνική μορφή,
τα πολιτογράφησε. Έτσι ιταλικά ουσιαστικά έγιναν κλιτά (π.χ. το ανιμάλε του
ανιμαλίου).
Από
τότε που οι Τούρκοι ολοκλήρωσαν την κατάκτηση της Ελλάδος, η γλώσσα των
Ελληνοφώνων μας έχασε επί τέσσερις και πλέον αιώνες κάθε επαφή με τον
ελλαδικό κόσμο. Προσπαθώντας να πλουτίζεται στηριζόμενη στις δικές της
δυνάμεις, έπλασε μια σειρά ουσιαστικών με την κατάληξη -σία και σε μερικά
σύνθετα άλλαξε την θέση των συνθετικών (π.χ. αμπελόφυλλο > φυd-dάμbελο).
***
Παρουσιάσαμε
τη μορφή και την εξέλιξη αυτής της γλώσσας, τις επιδράσεις που δέχτηκε και το
ότι η ίδια με στοιχεία δικά της αδιαμφισβήτητης αποδεικτικής αξίας
καταρρίπτει την θέση της Βυζαντινής προέλευσης.
Η
συγκέντρωση γλωσσικού υλικού από τα ιδιώματα των δύο Ελληνοφώνων νησίδων της
Κάτω Ιταλίας μας έδωσε την ευκαιρία να διαπιστώσουμε ότι, παρά το
δημοσιευμένο από τους Morosi και Rohlfs άφθονο γλωσσικό υλικό, παρέμενε
αθησαύριστο αρκετό, το οποίο θα μπορούσε να συμβάλλει στη λύση του
προβλήματος της καταγωγής, και πήραμε την απόφαση να συντάξουμε το Λεξικό
της.
Βρήκαμε
σε όλα τα Ελληνόφωνα χωριά αξιόπιστους πληροφοριοδότες. Άνθρωποι του λαού,
γεωργοί, βοσκοί και εργάτες που διατηρούν ακέραιη τη μητρική τους γλώσσα. Ο
γηραιότερος, ο Ρωμαίος Δομένικος Αντώνιος (απέθανε 101 ετών) από το Βουνί της
Καλαβρίας, μας έλεγε:
"Ἐγὼ σᾶ λ-λέω τὸ λ-λόγο ὕγι̬ο καὶ ὅτους ἔχετε νὰ τὸν gράσπειτε"
(Εγώ
σας λέω ακέραιο (υγιή) το λόγο και έτσι (ούτως) οφείλετε να τον γράψετε.)
Αναστάσιος
Καραναστάσης,
Γραμματική
των Ελληνικών ιδιωμάτων της Κάτω Ιταλίας
Ακαδημία
Αθηνών
Αθήνα
1997
1.
Ο Rohlfs, Vocabolario dei Dialetti Salentini, αναφέρει ότι το απαρέμφατο
χάθηκε στην ελληνική αλλά σημειώνει (σελ. XVII) ότι διατηρήθηκε στην Ιταλία
(μολονότι σε ωρισμένες περιστάσεις) και στον Πόντο, στα δύο άκρα του
ελληνικού κόσμου.
|
-
Επιτρέπεται η αναδημοσίευση του περιεχομένου της ιστοσελίδας εφόσον
αναφέρεται ευκρινώς η πηγή του και υπάρχει ενεργός σύνδεσμος(link ). Νόμος
2121/1993 και κανόνες Διεθνούς Δικαίου που ισχύουν στην Ελλάδα.3400.
ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ
Ορισμένα αναρτώμενα από το διαδίκτυο κείμενα ή
εικόνες (με σχετική σημείωση της πηγής), θεωρούμε ότι είναι δημόσια. Αν
υπάρχουν δικαιώματα συγγραφέων, παρακαλούμε ενημερώστε μας για να τα
αφαιρέσουμε. Επίσης σημειώνεται ότι οι απόψεις του ιστολόγιου μπορεί να μην
συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου. Για τα άρθρα που δημοσιεύονται εδώ,
ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρουμε καθώς απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των
συντακτών τους και δεν δεσμεύουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο το ιστολόγιο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου