Τετάρτη, 21 Μαΐου 2014

Η καταστροφή των Ινδιάνων (Μπαρτολομέ ντε λας Κάζας) Bartolomé_de_las_Casas


Η καταστροφή των Ινδιάνων (Μπαρτολομέ ντε λας Κάζας)

Bartolomé_de_las_Casas
«Οι Ισπανοί των Ινδιών, έχουν σκυλιά πολύ άγρια και πολύ αιμοχαρή, εκπαιδευμένα και γυμνασμένα για να σκοτώνουν και κατακομματιάζουν τους Ινδιάνους. Όλοι οι αληθινοί χριστιανοί, και ακόμα αυτοί που δεν είναι, γνωρίζουν αυτά που θα εκθέσω, και αν άκουσε ποτέ κανείς παρόμοια πράματα! Για να τραφούν αυτά τα σκυλιά, οι Ισπανοί φέρνουν στους δρόμους πολλούς Ινδιάνους αλυσοδεμένους που βαδίζουν σαν κοπάδια από χοίρους. Οι Ισπανοί σκοτώνουν μερικούς και γίνεται μια δημόσια σφαγή από ανθρώπινη σάρκα. Και λένε ο ένας στον άλλο: “Δώσε μου ένα τέταρτο από “κείνον εκεί τον χαμένο για να φάνε τα σκυλιά μου, ωσότου να σκοτώσω έναν άλλο”. Σαν να ήταν για τέταρτα από γουρούνι ή πρόβατο…».

Ο Μπαρτολομέ (Βαρθολομαίος) ντε λας Κάζας, ήταν δομινικανός ιερέας, ο οποίος έγινε ευρέως γνωστός λόγω της αναφοράς που έκανε προς τον διάδοχο του ισπανικού θρόνου, τον «Υψηλότατο και Παντοδύναμο κύριο, τον πρίγκιπα της Ισπανίας, δον Φίλιππο», σχετικά με τις θηριωδίες των Ισπανών κατακτητών της Αμερικής (γνωστοί και ως «κονκισταδόρες»), εναντίον των ιθαγενών κατοίκων της ηπείρου αυτής (που οι Ευρωπαίοι κατακτητές, θεωρούσαν λανθασμένα ως Δυτικές Ινδίες -εξ ου και η ονομασία «Ινδιάνοι»).

Πρόκειται για μιαν ακριβή αναφορά του αποικισμού των πρώτων περιοχών που κατατάχθηκαν στο «Νέο Κόσμο», την Αμερική: Κούβα, Τζαμάικα, Γουατεμάλα, Νικαράγουα, Τρινιτάντ, Βενεζουέλα, Φλόριδα, Ρίο ντε λα Πλάτα, Περού, είναι μερικές από τις μυθικές περιοχές του γήινου Ελντοράντο.

Θλίψη και αγανάκτηση φανερώνεται στην έκθεση του Κάζας, ο οποίος έζησε περίπου 50 χρόνια στην κατακτημένη ήπειρο. Πίκρα για τη μοίρα των ιθαγενών -τα «αγαθά πρόβατα» όπως τους χαρακτηρίζει. Οργή και θυμός για τον κατατρεγμό και την κακομεταχείριση που υφίσταντο… Ο Κάζας, θέλοντας να δώσει την εικόνα μιας γενοκτονίας που συντελούνταν στον «Νέο Κόσμο», εκτιμά πως μέσα σε σαράντα χρόνια, «περισσότερα από δώδεκα εκατομμύρια ψυχές, άντρες, γυναίκες και παιδιά πέθαναν άδικα από την τυραννία και τις μοχθηρές πράξεις των χριστιανών», ενώ καθιστά σαφές ότι «ποτέ οι Ινδιάνοι, σε όλες τις Ινδίες, δεν προξένησαν κακό σε χριστιανούς», αναφέροντας χαρακτηριστικά πως «ήταν μόλις πιο βίαιοι από παιδιά, δέκα δώδεκα χρονών»… Όμως ο Κάζας δεν θα εισακουστεί και η καταστροφή της Αμερικής θα πραγματωθεί οδηγώντας στο δεύτερο μεγάλο αίσχος, την εισαγωγή μαύρων σκλάβων από την Αφρική…

Παρ” ότι ο Κάζας συγκλονίζει με τις περιγραφές του και η αγωνία του φαίνεται ειλικρινής, εν τούτοις, δεν θα πρέπει να παραγνωρίζεται ότι και ο ίδιος δεν πήγε για τουρισμό στη νέα ήπειρο. Το έργο του ήταν προκαθορισμένο: Ο προσηλυτισμός των Ινδιάνων. Ο Κάζας, ήταν μάλιστα ο πρώτος παπάς που χειροτονήθηκε στην Αμερική, το 1510, μετά την «ανακάλυψή» της. Επομένως, και ο ίδιος -με τον δικό του τρόπο- δεν ήταν αμέτοχος στο «ξεβόλεμα» των ντόπιων κατοίκων της από τις παραδόσεις τους και τις συνήθειές τους.

Δεν θα πρέπει να παραγνωρίζεται επίσης, ότι ο Κάζας, έτσι όπως διαφαίνεται κι απ” την έκθεσή του, δεν είναι εναντίον της δουλείας, παρ” ότι καυτηριάζει το δουλεμπόριο. Αποδέχεται την υποδούλωση των Ινδιάνων, ως κάτι φυσικό (άλλωστε, κι ο ίδιος ήταν ιδιοκτήτης σκλάβου). Περιγράφει τους ιθαγενείς, ως«εξαιρετικά απλούς, χωρίς κακίες και δολιότητες» και εξαίρει το ότι «είναι πολύ υπάκουοι και πολύ πιστοί στους φυσικούς τους αφέντες και στους χριστιανούς όπου υπηρετούν». Δεν παραλείπει δε να προσθέσει, πως «Είναι πολύ υπάκουοι, ικανοί για κάθε διδαχή, πολύ κατάλληλοι να δεχτούν την αγία μας πίστη, την καθολική και να αποκτήσουν ήθη ενάρετα. Ο Θεός δεν έπλασε κόσμο που να παρουσιάζει γι’ αυτόν το σκοπό μικρότερα εμπόδια». Η αντίδρασή του προκύπτει μόνο από τις θηριωδίες των Ισπανών, που από ένα σημείο και μετά κάνουν και «χαλάστρα» στο προσηλυτιστικό του έργο. Είναι πολύ χαρακτηριστική η αποστροφή του λόγου του, όταν στα 1531, ο Κάζας αποστέλλει έκκληση προς το Συμβούλιο των Ινδιών, όπου αναφέρει και τα εξής:

«Σας αποστέλλω», είχε πει ο Υιός τον Θεού, «σαν πρόβατα ανάμεσα σε λύκους, για να τους εξημερώσετε και να τους οδηγήσετε στον Χριστό». Γιατί λοιπόν εσείς, αντί να στείλετε πρόβατα για να προσηλυτίσουν τους λύκους, στείλατε λύκους πεινασμένους, τυραννικούς, σκληρούς που διαμελίζουν, σφαγιάζουν και κατατρομάζουν τα πρόβατα;
Εάν λοιπόν οι κονκισταδόρες, δεν είχαν φτάσει στο σημείο να εξομοιώσουν την αξία της ανθρώπινης ζωής, με αυτή ενός εντόμου, ίσως να μην ήταν και τόσο βέβαιο ότι τα ανθρωπιστικά αντανακλαστικά του Κάζας θα είχαν ενεργοποιηθεί. Αυτή την υποψία, μπορεί να την ενισχύσει και το γεγονός, ότι την εποχή που έκανε την αναφορά του ο Κάζας, στην Ευρώπη -και ειδικά στην Ισπανία- η Ιερά Εξέταση γνώριζε στιγμές «μεγαλείου», αλλά σ” αυτή την περίπτωση δεν έδειξε την ίδια ευαισθησία.

Σε κάθε περίπτωση πάντως, ανεξαρτήτως των κινήτρων του Κάζας, οι μαρτυρίες του δεν χάνουν την όποια αξία και ιστορική τους σημασία.

Ακολουθούν μερικά αποσπάσματα…

Το νησί Εσπανιόλ
Το νησί Εσπανιόλ είναι το πρώτο όπου ήρθαν οι χριστιανοί και όπου άρχισαν οι μεγάλες καταστροφές και οι μεγάλοι αφανισμοί αυτών των λαών. Είναι το πρώτο που κατέστρεψαν και ερήμωσαν. Άρχισαν με το να παίρνουν από τους Ινδιάνους τις γυναίκες και τα παιδιά τους για να τους πάρουν στην υπηρεσία τους, αλλά και για να κάνουν κακή χρήση, και με το να τους τρώνε την τροφή που ερχόταν με το ιδρώτα της εργασίας τους. Δεν έμεναν ευχαριστημένοι με τα όσα οι Ινδιάνοι τους έδιναν καλοπροαίρετα, ανάλογα ο καθένας με τις δυνατότητές του. [...] Ό,τι είναι αρκετό σε τρεις οικογένειες, με δέκα πρόσωπα η καθεμιά, για ένα μήνα, ένας χριστιανός το τρώει και το εξαφανίζει σε μια μέρα. Μετά και από άλλες βιαιότητες και καταπιέσεις οι Ινδιάνοι άρχισαν να καταλαβαίνουν ότι αυτοί οι άνθρωποι δεν είχαν έρθει από τον ουρανό.

Λοιπόν, μερικοί έκρυβαν τα τρόφιμά τους, άλλοι τις γυναίκες και τα παιδιά τους, άλλοι έφευγαν στα δάση, για να απομακρυνθούν από ανθρώπους με τέτοια σκληρά και φοβερά φυσικά. Οι χριστιανοί τούς χαστούκιζαν, τους γρονθοκοπούσαν, τους ξυλοφόρτωναν, έφταναν μέχρι ν” αρπάζουν από τα χωριά τούς άρχοντες. Η θρασύτητα και η αναισχυντία τους ήταν τόση, ώστε ένας χριστιανός αρχηγός βίασε την ίδια τη σύζυγο του πιο μεγάλου βασιλιά, του άρχοντα όλου του νησιού. Τότε ήταν πια που οι Ινδιάνοι άρχισαν να ζητούν, τρόπους, ώστε να διώξουν τους χριστιανούς από τον τόπο. Οπλίστηκαν. Μα αυτοί είναι μάλλον ανίσχυροι, μη επιθετικοί, δεν έχουν ανθεκτικότητα, ελάχιστα αμυντικοί —κι έτσι είναι, που όλοι τους οι πόλεμοι μοιάζουν κάπως περισσότερο σαν παιδειές με μπαστούνια ή καλύτερα με παιδικό παιχνίδι. Οι χριστιανοί με τ” άλογά τους, τα σπαθιά τους και τ” ακόντια, άρχισαν τους σκοτωμούς και αγριότητες, άγνωστες στους Ινδιάνους.

Έμπαιναν στα χωριά και δεν άφηναν ούτε παιδιά, ούτε γέρους, ούτε γυναίκες σ” ενδιαφέρουσα κατάσταση ή ετοιμόγεννες που δεν ξεκοίλιαζαν και κατακομμάτιαζαν, σαν να είχαν να κάνουν με πρόβατα που είχαν καταφύγει στις μάντρες τους. Στοιχημάτιζαν ποιος θ” άνοιγε έναν άντρα μ” ένα και μόνο χτύπημα του μαχαιριού ή ποιος θα του έκοβε το κεφάλι μ” ένα χτύπημα της λόγχης ή θα του έβγαζε τα σπλάχνα. Αρπούσαν τα νήπια από τις μανάδες τους που τα θήλαζαν, τα έπιαναν από τα πόδια και χτυπούσαν το κεφάλι τους στα βράχια. Άλλοι τα σφεντόνιζαν στα ποτάμια, με γέλια και χωρατά, και όταν τα παιδιά έπεφταν στο νερό, έλεγαν: «Τρέμεις, κατεργαράκο». Σούβλιζαν σ” ένα σπαθί παιδιά και μανάδες, αλλά και όποιον άλλον έβρισκαν μπροστά τους. Τους κρεμούσαν, σειρές, κατά ομάδες από δεκατρείς, τα πόδια τους μόλις άγγιζαν τη γη, για να τιμήσουν και να φανερώσουν σέβας προς τον Λυτρωτή μας και τους δώδεκα Αποστόλους. Μετά έβαζαν φωτιά και τους έκαιγαν ζωντανούς. Σε άλλους και σε όλους που θέλησαν να ξεφύγουν, τους έκοβαν τα δυο χέρια, τους τα κρεμούσαν και τους έλεγαν: «Πηγαίνετε να φέρετε τα γράμματα». Κι αυτό σημαίνει, πηγαίνετε την είδηση, σε όσους θέλησαν να ξεφύγουν μέσα στα δάση. Και να πώς σκότωναν κατά κανόνα τους άρχοντες και τους ευγενείς: Έκαναν σχάρα από βέργες πάνω σε δικέλες, τους έδεναν εκεί, άναβαν σιγανή φωτιά, για να ξεψυχήσουν σιγά-σιγά, μέσα στα ουρλιαχτά που τους προκαλούσαν αυτά τα φρικτά βασανιστήρια.

Κάποτε είδα να ψήνονται πάνω σε σχάρες τέσσερις ή πέντε επίσημοι άρχοντες —νομίζω μάλιστα ότι υπήρχαν άλλα δυο ή τρία ζευγάρια σχάρες όπου ψήνονταν άλλοι. Και επειδή έβγαζαν γοερές κραυγές και τους λυπήθηκε ο αρχηγός, ή το πιο σωστό δεν τον άφηναν ναι κοιμηθεί, διάταξε να τους ρίξουν στον ποταμό. Αλλά ο αλγκουαζίλ (Ισπανός αστυνομικός πράκτορας) που ήταν χειρότερος από το δήμιο που τους έψηνε —και ξέρω πώς λεγόταν, γνώρισα και την οικογένειά του στη Σεβίλλη— δεν θέλησε να τους πνίξουν. Με τα ίδια του τα χέρια τους έχωνε στο στόμα κομμάτια ξύλο για να μη μπορούν να θορυβούν, κι έπειτα αναδαύλιζε τη φωτιά για να καούν αργά, όπως αυτός το ήθελε. Όσα διηγήθηκα τα είδα εγώ ο ίδιος και ακόμα άπειρα άλλα. Όσοι μπορούσαν να δραπετεύσουν, καταφεύγανε στα δάση, ανέβαιναν στα βουνά, για να ξεφύγουν από τους τόσο απάνθρωπους ανθρώπους, απ” αυτά τα άγρια κτήνη, τα χωρίς οίκτο, από τους αφανιστές αυτούς που είναι οι φοβεροί εχθροί του ανθρώπινου γένους. Και τότε οι χριστιανοί γύμνασαν κυνηγετικά σκυλιά, σκυλιά ιδιαίτερα μοχθηρά, που μόλις έβλεπαν έναν Ινδιάνο τον κατακομμάτιαζαν, εν ριπή οφθαλμού. Έπεφταν απάνω του και τον έτρωγαν, σαν να ήταν ένα γουρούνι. Αυτοί οι σκύλοι έφερναν μεγάλη καταστροφή, έκαναν μεγάλη σφαγή. Και επειδή σπάνια Ινδιάνοι είχαν σκοτώσει μερικούς χριστιανούς, μα είχαν όλο το δίκιο και μαζί τους η θεία δικαιοσύνη, οι χριστιανοί αποφάσισαν μεταξύ τους, για έναν χριστιανό που θα σκότωναν ο Ινδιάνοι, θα σκοτώνονταν εκατό Ινδιάνοι.

Το βασίλειο Χιγκουέι
Το βασίλειο Χιγκουέι (ένα από τα πέντε βασίλεια του νησιού Εσπανιόλ), το διοικούσε μια ηλικιωμένη βασίλισσα και λεγόταν Χιγκουανάμα. Οι χριστιανοί την κρέμασαν. Είδα εκατοντάδες ανθρώπους να τους καίνε ζωντανούς, να τους κατακομματιάζουν, να τους βασανίζουν με όλων των ειδών τους διάφορους και νέους τρόπους. Όσους έπιαναν ζωντανούς τούς έκαναν σκλάβους. Το πως σκότωναν και καταστρέφανε αυτούς τους ανθρώπους, οι διαφορές είναι τόσο πολυάριθμες, ώστε όσο πολλά και αν ειπωθούν δεν θα είναι αρκετά. Πραγματικά είμαι βέβαιος ότι όσα και αν μπορέσω να πω, δεν θα έχω διηγηθεί ούτε το χιλιοστό.

[...] Όταν οι πόλεμοι τελείωσαν και όλοι οι άνθρωποι είχαν πεθάνει, δεν είχαν απομείνει, όπως γενικά συμβαίνει, παρά τα νεαρά αγόρια, οι γυναίκες και τα κοριτσάκια. Οι χριστιανοί τα μοιράστηκαν. Ο ένας έπαιρνε τριάντα, ο άλλος σαράντα, ο άλλος διακόσια ή εκατό πρόσωπα, ανάλογα με την εύνοια που του είχε ο ανώτατος τύραννος, ο ονομαζόμενος κυβερνήτης. Έτσι, έδωσαν Ινδιάνους σε κάθε χριστιανό, με το πρόσχημα ότι θα τους δίδασκε τα της καθολικής πίστης. Αυτοί οι άντρες που ήταν γενικά σκληροί, ηλίθιοι, πολύ φιλάργυροι και κακοήθεις βάραιναν έτσι την ψυχή τους. Η φροντίδα τους για τους Ινδιάνους ήταν να τους στείλουν στα ορυχεία για να βγάζουν χρυσάφι, κι αυτή η εργασία είναι αφόρητη. Όσο για τις γυναίκες τις ρίξανε στα χωράφια για να οργώνουν και να καλλιεργούν τη γη, ενώ αυτή είναι εργασία για άντρες δυνατούς και γερούς. Δεν έδιναν να φάνε και σ’ αυτούς και σ’ εκείνες, παρά χόρτα και τροφές μη θρεπτικές. Το γάλα ξεραινόταν στα στήθη των γυναικών που είχαν γεννήσει και όλα τα νήπια χάθηκαν πολύ γρήγορα. Μια και οι σύζυγοι βρίσκονταν μακριά και δεν έβλεπαν ποτέ τις γυναίκες τους, σταμάτησε η τεκνοποιία. Οι άντρες πέθαναν στα ορυχεία από την εξάντληση και την πείνα, και οι γυναίκες στις φάρμες, από την ίδια αιτία. Έτσι είναι που χάθηκαν τόσοι και τόσοι κάτοικοι του νησιού, και έτσι θα μπορούσαν να χαθούν όλοι οι κάτοικοι του κόσμου. Να σκεφτεί μονάχα κανείς το φορτίο που οι χριστιανοί τους έβαζαν να σηκώνουν! Τρία με τέσσερα αρόμπ (1 αρόμπ=12-15 κιλά) και να τα κουβαλούν σε εκατό ή και διακόσιες λεύγες (1 λεύγα=4.83 χιλιόμετρα), ενώ οι χριστιανοί μετακινούνταν μέσα σε αμάκ, που είναι ένα είδος δίχτυ, που οι Ινδιάνοι το φορτώνονται στους ώμους τους. Γιατί πάντα τους μεταχειρίζονταν σαν υποζύγια. Και σαν εξαντλημένα πια ζώα, είχαν οι Ινδιάνοι πληγές στους ώμους και στη ράχη. Για να αναφέρω τις μαστιγώσεις, τους ραβδισμούς, τα ραπίσματα, τα γρονθοκοπήματα, τις βρισιές και τα άλλα μαρτύρια που τους έκαναν οι χριστιανοί να δέχονται, θα χρειαζόταν πολύς καιρός και πολύ χαρτί. Και ούτε θα κατόρθωνα να τα πω, και οι άνθρωποι θα τρόμαζαν.

Τα νησιά Σαν Ζουάν και Ζαμάικα
Oι Ισπανοί ήρθαν στο νησί Σαν Ζουάν και στη Ζαμάικα -που ήταν φυτείες με οπωροφόρα δέντρα και κυψέλες- το έτος 1509 με τον ίδιο σκοπό και την ίδια πρόθεση, όπως πήγανε και στο νησί Εσπανιόλ. Έκαναν και ενεργήσανε τις μεγάλες προσβολές και αμαρτήματα που έχω πει και πρόσθεσαν και άλλες αγριότητες πολύ μεγάλες και αξιοσημείωτες. Σκότωσαν, πυρπόλησαν, έψησαν, έριξαν ανθρώπους σε άγρια σκυλιά. Έπειτα καταπίεσαν, βασάνισαν και ταπείνωσαν τους επιζώντες, στα ορυχεία και σε άλλες εργασίες, μέχρι την εξάντληση και τον αφανισμό όλων αυτών των δυστυχισμένων αθώων. Σ” αυτά τα δυο νησιά υπήρχαν περισσότερες από διακόσιες χιλιάδες ψυχές, μάλλον νομίζω ένα εκατομμύριο, και σήμερα δεν έχουν απομείνει παρά διακόσια άτομα, στο καθένα. Όλοι χάθηκαν χωρίς πίστη και χωρίς μετάληψη.

Το νησί Κούβα
Το έτος 1511 οι Ισπανοί πήγαν στο νησί Κούβα. [...] Έγιναν εδώ αξιοσημείωτα πράματα. Ένας κασίκ, άρχοντας πολύ επίσημος που ονομαζόταν Χατουέι, είχε έρθει από το νησί Εσπανιόλ στην Κούβα με αρκετούς δικούς του, για να ξεφύγει από τις αγριότητες και τις απάνθρωπες πράξεις των χριστιανών. [...] Αυτός ο κασίκ εξακολουθούσε ν” αποφεύγει τους χριστιανούς, όταν έφτασαν στην Κούβα, γιατί τους γνώριζε καλά, και αντιστεκόταν, όταν τους συναντούσε. Τελικά τον πιάσανε και τον κάψανε ζωντανό, μόνο και μόνο γιατί τους απόφευγε, αυτούς τους ανθρώπους τους άδικους και σκληρούς, και γιατί αντιστεκόταν που ζητούσαν να τον σκοτώσουν, να τον κατατυραννήσουν μέχρι που να πεθάνει κι αυτός και ο λαός του και οι ρίζες του.

Τον δέσανε σ” έναν πάσσαλο. Ένας άγιος άνθρωπος του τάγματος του Αγίου Φραγκίσκου που βρισκόταν εκεί, του μίλησε λίγο για τον θεό και για την πίστη μας. Ο κασίκ δεν είχε ποτέ ξανακούσει παρόμοια λόγια. Ο φραγκισκανός του είπε να επωφεληθεί από τον λίγο χρόνο πού του άφηναν οι δήμιοι. Ότι εάν θα πίστευε στα όσα του έλεγε, θα πήγαινε στους ουρανούς όπου υπάρχει η δόξα και η αιώνια ανάπαυση, αν όμως όχι, θα πήγαινε το δίχως άλλο στην Κόλαση, όπου θα τον τυραννούσαν πόνοι και αιώνια βάσανα. Ο κασίκ, αφού σκέφτηκε λίγο, ρώτησε τον κληρικό αν οι χριστιανοί πήγαιναν στον Παράδεισο. Ο κληρικός τού απάντησε ότι αυτοί που ήταν καλοί, βέβαια πήγαιναν. Και ο κασίκ, χωρίς να σκεφτεί περισσότερο δήλωσε, ότι δεν θα ήθελε να βρεθεί στον Παράδεισο· προτιμούσε την Κόλαση, για να μην είναι μαζί μ” αυτούς, και να μη βλέπει ανθρώπους τόσο σκληρούς.

[...] Κάποτε οι Ινδιάνοι ήρθαν να μας υποδεχτούν με τρόφιμα και δώρα. Μόλις φτάσαμε, μας έδωσαν μεγάλη ποσότητα ψάρια, και ψωμί, τροφές και ό,τι άλλο τους ήταν δυνατό. Ξαφνικά, ο Διάβολος άρπαξε τους χριστιανούς και -εγώ παρών- σκότωσαν, χωρίς αφορμή, χωρίς λόγο, περισσότερα από τρεις χιλιάδες άτομα, που ήταν καθισμένοι μπροστά μας, άντρες, γυναίκες, παιδιά. Είδα τότε αγριότητες τόσο μεγάλες, που ούτε είδαν ποτέ θνητοί, ούτε καν τις φαντάστηκαν.

[...] Υπήρχε στο νησί ένας αξιωματικός του βασιλιά που του έδωσαν τριακόσιους Ινδιάνους. Σε διάστημα τριών μηνών, διακόσιοι εβδομήντα απ” αυτούς είχαν πεθάνει στα ορυχεία. Δεν του έμεναν πια παρά τριάντα, δηλαδή το δέκατο. Και του έδωσαν άλλους τόσους και περισσότερους. Τους σκότωσε, επίσης. Όσο του έδιναν, τόσο τους σκότωνε. Ωσότου πια πέθανε κι αυτός και πήρε ο Διάβολος την ψυχή του. Σε τρεις ή τέσσερις μήνες, όσο βρισκόμουν στο νησί, περισσότερα από επτά χιλιάδες παιδιά πέθαναν, μια και οι γονείς τους τα έπαιρναν μαζί τους στο ορυχεία.

Η επαρχία Νικαράγουα
[...] Άντρες, γυναίκες, γέρους, παιδιά τα κατακρεούργησαν όλα γι” αυτήν εδώ την ελάχιστη αφορμή: Να δηλαδή, επειδή δεν βιάζονταν να προσέλθουν στην έκκληση ή γιατί δεν έφερναν τόσα φορτώματα καλαμπόκι -που είναι το στάρι εδώ- ή τόσους Ινδιάνους για την υπηρεσία του κυβερνήτη ή για την υπηρεσία ενός από τους συντρόφους του. Έτσι καθώς ήταν η γη επίπεδη, κανένας δεν μπορούσε να ξεφύγει ούτε από τα άλογα, ούτε από το καταχθόνιο φρένιασμά του.

Έστελνε Ισπανούς σε αποστολή που δεν ήταν άλλο από του να λεηλατήσουν τους Ινδιάνους άλλων επαρχιών, και έδινε το δικαίωμα στους άρπαγες να του φέρουν τόσους Ινδιάνους, όσους ήθελαν, απ’ αυτά τα ειρηνικά και υποταγμένα χωριά. [...] Μ” αυτές τις αποστολές τις αλλεπάλληλες κατάντησε, από τις τέσσερις χιλιάδες Ινδιάνους, να μην μείνουν παρά έξη ζωντανοί. Τους άφηναν οι Ισπανοί να πεθάνουν στο δρόμο. Όταν μερικοί, κουρασμένοι και πληγωμένοι από το βαρύ φορτίο, έπεφταν άρρωστοι από την πείνα, από την προσπάθεια και την αδυναμία, τους έκοβαν τον λαιμό, για να μην αργοπορούν με το να τους βγάζουν τις αλυσίδες. Το κεφάλι έπεφτε από ένα μέρος, το κορμί, από το άλλο. Σκεφθείτε τι θα ένιωθαν οι άλλοι Ινδιάνοι. Έτσι, όταν ερχόταν διαταγή για παρόμοια προσκυνήματα, οι Ινδιάνοι που γνώριζαν από πείρα, ότι κανένας δεν θα ξαναγύριζε, έφευγαν κλαίγοντας και αναστενάζοντας.

[...] Οι χριστιανοί πήραν από τους Ινδιάνους όλο το καλαμπόκι που είχαν για να τραφούν αυτοί και τα παιδιά τους. Κι έτσι, πέθαναν περισσότεροι από είκοσι ως τριάντα χιλιάδες Ινδιάνοι. [...] Κάθε χριστιανός είχε τα χωράφια του και ζούσε από τη φτωχή τροφή των Ινδιάνων. Οι χριστιανοί πήραν από τους Ινδιάνους τη γη που τους ανήκε, τα κτήματα που τους ζούσαν. Μ” αυτόν τον τρόπο οι Ισπανοί είχαν στη διάθεσή τους όλους τους Ινδιάνους, άντρες, γέρους, γυναίκες και παιδιά, και τους ανάγκαζαν να τους υπηρετούν νύχτα και μέρα, χωρίς διακοπή. Ακόμα και τα παιδιά. [...] Εξάντλησαν και καταπίεσαν κόσμο και κόσμο σ” αυτήν την επαρχία και αυτοί ήταν η αιτία για τόσους που πέθαναν πρόωρα. Τους έβαζαν να μεταφέρουν σανίδες και ξύλα ως το λιμάνι, σε μήκος τριάντα λεύγες, για να κατασκευαστούν πλοία. Τους έστελναν να ψάξουν για μέλι και κηρί στα δάση, και τους κατάτρωγαν τ” αγρίμια. Έγκυες γυναίκες, όπως και λεχώνες, τις φόρτωναν, σαν να ήταν κτήνη. Και το εξακολουθούν ακόμα.

[...] Ζητούσαν από τον κασίκ πενήντα σκλάβους, με την απειλή ότι θα τον κάψουν ζωντανό ή θα τον ρίξουν στα άγρια σκυλιά. Και επειδή οι Ινδιάνοι γενικά δεν έχουν σκλάβους -ένας κασίκ έχει το πολύ έναν ή δύο, τρεις ή τέσσερις- οι άρχοντες πήγαιναν στα χωριά και έπαιρναν πρώτα όλα τα ορφανά έπειτα ζητούσαν ένα παιδί, από αυτούς που είχαν δυο, δυο, από αυτούς που είχαν τρία. Μ” αυτόν τον τρόπο, ο κασίκ έφτανε στον αριθμό που είχε ζητήσει ο τύραννος. Ο λαός ούρλιαζε, φώναζε, γιατί είναι άνθρωποι -αυτό δα φαίνεται- αγαπούν πολύ τα παιδιά τους. Ανάμεσα στα χρόνια 1523 και 1533 επειδή πολλές φορές έγινε αυτό, οι Ισπανοί τελικά αφανίσανε όλο το βασίλειο. Επί έξι ως επτά χρόνια, πέντε ή έξι πλοία είχαν στήσει αυτό το εμπόριο, με το να μεταφέρουν χιλιάδες Ινδιάνους στον Παναμά και στο Περού, για να πουληθούν σκλάβοι. [...] Περισσότεροι από πεντακόσιες χιλιάδες Ινδιάνοι, τόσο ελεύθεροι όσο κι εγώ, άφησαν την επαρχία, σαν σκλάβοι. Άλλες πεντακόσιες ή εξακόσιες χιλιάδες πέθαναν ως τα τώρα, από τους καταχθόνιους πολέμους που τους έκαναν οι Ισπανοί, και από τη φρικτή σκλαβιά που τους επιβάλανε. Και τώρα, τους σκοτώνουν. Όλος αυτός ο αφανισμός ήταν ασχολία που κράτησε δεκατέσσερα χρόνια. Σήμερα, σε όλη την επαρχία της Νικαράγουας θα είναι τέσσερις ή πέντε χιλιάδες άτομα. Οι Ισπανοί με τις υπηρεσίες που απαιτούν και την καθημερινή καταπίεση που γίνεται στον καθένα, τους εξαφανίζουν ολοένα, ενώ ήταν, μια από τις επαρχίες τις πιο κατοικημένες στον κόσμο.

Η Νέα Ισπανία
Το έτος 1517 ανακάλυψαν τη Νέα Ισπανία, και αυτοί που την ανακάλυψαν, έγιναν αιτία για μεγάλες διαταραχές και μερικούς θανάτους ανάμεσα στους Ινδιάνους. Το έτος 1518, αυτοί που λέγονταν χριστιανοί άρχισαν να την λεηλατούν, πάντα λέγοντας ότι σκοπεύουν να την συνοικίσουν. Από τα 1518 ως τα σήμερα, 1542, η κάθε παρανομία, η κάθε αδικία η κάθε βιαιότητα και τυραννία έγιναν στους Ινδιάνους από τους χριστιανούς, ξεχείλισαν, έφτασαν στο αποκορύφωμα.

[...] Σε δώδεκα χρόνια, οι Ισπανοί σκότωσαν με το μαχαίρι και το ακόντιο πάνω από τέσσερα εκατομμύρια κατοίκους, γυναίκες, παιδιά, νέους ανθρώπους και ηλικιωμένους ή τους έκαψαν ζωντανούς.

[...] Πρέπει εδώ να αναφερθεί με ποια ιδιότητα οι Ισπανοί έμπαιναν σ’ αυτές τις χώρες και άρχιζαν να καταστρέφουν τόσους αθώους, να ερημώνουν τη γη, που με το να έχει τόσον πληθυσμό, θα μπορούσε να φέρει χαρά και ευχαρίστηση σε αληθινούς χριστιανούς. Παράγγελναν στους Ινδιάνους να έρθουν να υποταχθούν και να υπακούσουν στο βασιλιά της Ισπανίας, ειδάλλως θα τους σκότωναν και θα τους έσερναν στη σκλαβιά. Αυτούς που δεν έσπευδαν να υπακούσουν στις διαταγές τις τόσο παράλογες και ηλίθιες για να πέσουν στα χέρια ανθρώπων που ήταν τόσο παράνομοι, σκληροί, και άγριοι, τους χαρακτήριζαν ανυπάκοους και ξεσηκωμένους ενάντια στη διάθεση της Μεγαλειότητάς του. Έτσι έγραφαν στο βασιλιά της Ισπανίας, τον κύριό μας. Και ο παραλογισμός αυτών που διαχειρίζονταν τις Ινδίες τους εμπόδιζαν να νοιώσουν μία από τις κυριότερες αρχές που εκφράζονται στους νόμους τους πιο καθαρά από άλλες, δηλαδή ότι δεν μπορεί κανείς να χαρακτηριστεί επαναστάτης, αν πρώτα δεν γίνει υπήκοος.

- «Η καταστροφή των Ινδιάνων» – Μπαρτολομέ ντε λας Κάζας (Εκδόσεις «Στοχαστής», μετάφραση Πηνελόπη Μαξίμου)

«Οι Ισπανοί των Ινδιών, έχουν σκυλιά πολύ άγρια και πολύ αιμοχαρή, εκπαιδευμένα και γυμνασμένα για να σκοτώνουν και κατακομματιάζουν τους Ινδιάνους. Όλοι οι αληθινοί χριστιανοί, και ακόμα αυτοί που δεν είναι, γνωρίζουν αυτά που θα εκθέσω, και αν άκουσε ποτέ κανείς παρόμοια πράματα! Για να τραφούν αυτά τα σκυλιά, οι Ισπανοί φέρνουν στους δρόμους πολλούς Ινδιάνους αλυσοδεμένους που βαδίζουν σαν κοπάδια από χοίρους. Οι
Ισπανοί σκοτώνουν μερικούς και γίνεται μια δημόσια σφαγή από ανθρώπινη σάρκα. Και λένε ο ένας στον άλλο: “Δώσε μου ένα τέταρτο από “κείνον εκεί τον χαμένο για να φάνε τα σκυλιά μου, ωσότου να σκοτώσω έναν άλλο”. Σαν να ήταν για τέταρτα από γουρούνι ή πρόβατο…».
Ο Μπαρτολομέ (Βαρθολομαίος) ντε λας Κάζας, ήταν δομινικανός ιερέας, ο οποίος έγινε ευρέως γνωστός λόγω της αναφοράς που έκανε προς τον διάδοχο του ισπανικού θρόνου, τον «Υψηλότατο και Παντοδύναμο κύριο, τον πρίγκιπα της Ισπανίας, δον Φίλιππο», σχετικά με τις θηριωδίες των Ισπανών κατακτητών της Αμερικής (γνωστοί και ως «κονκισταδόρες»), εναντίον των ιθαγενών κατοίκων της ηπείρου αυτής (που οι Ευρωπαίοι κατακτητές, θεωρούσαν λανθασμένα ως Δυτικές Ινδίες -εξ ου και η ονομασία «Ινδιάνοι»).
Πρόκειται για μιαν ακριβή αναφορά του αποικισμού των πρώτων περιοχών που κατατάχθηκαν στο «Νέο Κόσμο», την Αμερική: Κούβα, Τζαμάικα, Γουατεμάλα, Νικαράγουα, Τρινιτάντ, Βενεζουέλα, Φλόριδα, Ρίο ντε λα Πλάτα, Περού, είναι μερικές από τις μυθικές περιοχές του γήινου Ελντοράντο.
Θλίψη και αγανάκτηση φανερώνεται στην έκθεση του Κάζας, ο οποίος έζησε περίπου 50 χρόνια στην κατακτημένη ήπειρο. Πίκρα για τη μοίρα των ιθαγενών -τα «αγαθά πρόβατα» όπως τους χαρακτηρίζει. Οργή και θυμός για τον κατατρεγμό και την κακομεταχείριση που υφίσταντο… Ο Κάζας, θέλοντας να δώσει την εικόνα μιας γενοκτονίας που συντελούνταν στον «Νέο Κόσμο», εκτιμά πως μέσα σε σαράντα χρόνια, «περισσότερα από δώδεκα εκατομμύρια ψυχές, άντρες, γυναίκες και παιδιά πέθαναν άδικα από την τυραννία και τις μοχθηρές πράξεις των χριστιανών», ενώ καθιστά σαφές ότι «ποτέ οι Ινδιάνοι, σε όλες τις Ινδίες, δεν προξένησαν κακό σε χριστιανούς», αναφέροντας χαρακτηριστικά πως «ήταν μόλις πιο βίαιοι από παιδιά, δέκα δώδεκα χρονών»… Όμως ο Κάζας δεν θα εισακουστεί και η καταστροφή της Αμερικής θα πραγματωθεί οδηγώντας στο δεύτερο μεγάλο αίσχος, την εισαγωγή μαύρων σκλάβων από την Αφρική…
Παρ” ότι ο Κάζας συγκλονίζει με τις περιγραφές του και η αγωνία του φαίνεται ειλικρινής, εν τούτοις, δεν θα πρέπει να παραγνωρίζεται ότι και ο ίδιος δεν πήγε για τουρισμό στη νέα ήπειρο. Το έργο του ήταν προκαθορισμένο: Ο προσηλυτισμός των Ινδιάνων. Ο Κάζας, ήταν μάλιστα ο πρώτος παπάς που χειροτονήθηκε στην Αμερική, το 1510, μετά την «ανακάλυψή» της. Επομένως, και ο ίδιος -με τον δικό του τρόπο- δεν ήταν αμέτοχος στο «ξεβόλεμα» των ντόπιων κατοίκων της από τις παραδόσεις τους και τις συνήθειές τους.
Δεν θα πρέπει να παραγνωρίζεται επίσης, ότι ο Κάζας, έτσι όπως διαφαίνεται κι απ” την έκθεσή του, δεν είναι εναντίον της δουλείας, παρ” ότι καυτηριάζει το δουλεμπόριο. Αποδέχεται την υποδούλωση των Ινδιάνων, ως κάτι φυσικό (άλλωστε, κι ο ίδιος ήταν ιδιοκτήτης σκλάβου). Περιγράφει τους ιθαγενείς, ως«εξαιρετικά απλούς, χωρίς κακίες και δολιότητες» και εξαίρει το ότι «είναι πολύ υπάκουοι και πολύ πιστοί στους φυσικούς τους αφέντες και στους χριστιανούς όπου υπηρετούν». Δεν παραλείπει δε να προσθέσει, πως «Είναι πολύ υπάκουοι, ικανοί για κάθε διδαχή, πολύ κατάλληλοι να δεχτούν την αγία μας πίστη, την καθολική και να αποκτήσουν ήθη ενάρετα. Ο Θεός δεν έπλασε κόσμο που να παρουσιάζει γι’ αυτόν το σκοπό μικρότερα εμπόδια». Η αντίδρασή του προκύπτει μόνο από τις θηριωδίες των Ισπανών, που από ένα σημείο και μετά κάνουν και «χαλάστρα» στο προσηλυτιστικό του έργο. Είναι πολύ χαρακτηριστική η αποστροφή του λόγου του, όταν στα 1531, ο Κάζας αποστέλλει έκκληση προς το Συμβούλιο των Ινδιών, όπου αναφέρει και τα εξής:
«Σας αποστέλλω», είχε πει ο Υιός τον Θεού, «σαν πρόβατα ανάμεσα σε λύκους, για να τους εξημερώσετε και να τους οδηγήσετε στον Χριστό». Γιατί λοιπόν εσείς, αντί να στείλετε πρόβατα για να προσηλυτίσουν τους λύκους, στείλατε λύκους πεινασμένους, τυραννικούς, σκληρούς που διαμελίζουν, σφαγιάζουν και κατατρομάζουν τα πρόβατα;
Εάν λοιπόν οι κονκισταδόρες, δεν είχαν φτάσει στο σημείο να εξομοιώσουν την αξία της ανθρώπινης ζωής, με αυτή ενός εντόμου, ίσως να μην ήταν και τόσο βέβαιο ότι τα ανθρωπιστικά αντανακλαστικά του Κάζας θα είχαν ενεργοποιηθεί. Αυτή την υποψία, μπορεί να την ενισχύσει και το γεγονός, ότι την εποχή που έκανε την αναφορά του ο Κάζας, στην Ευρώπη -και ειδικά στην Ισπανία- η Ιερά Εξέταση γνώριζε στιγμές «μεγαλείου», αλλά σ” αυτή την περίπτωση δεν έδειξε την ίδια ευαισθησία.
Σε κάθε περίπτωση πάντως, ανεξαρτήτως των κινήτρων του Κάζας, οι μαρτυρίες του δεν χάνουν την όποια αξία και ιστορική τους σημασία.
Ακολουθούν μερικά αποσπάσματα…
Το νησί Εσπανιόλ
Το νησί Εσπανιόλ είναι το πρώτο όπου ήρθαν οι χριστιανοί και όπου άρχισαν οι μεγάλες καταστροφές και οι μεγάλοι αφανισμοί αυτών των λαών. Είναι το πρώτο που κατέστρεψαν και ερήμωσαν. Άρχισαν με το να παίρνουν από τους Ινδιάνους τις γυναίκες και τα παιδιά τους για να τους πάρουν στην υπηρεσία τους, αλλά και για να κάνουν κακή χρήση, και με το να τους τρώνε την τροφή που ερχόταν με το ιδρώτα της εργασίας τους. Δεν έμεναν ευχαριστημένοι με τα όσα οι Ινδιάνοι τους έδιναν καλοπροαίρετα, ανάλογα ο καθένας με τις δυνατότητές του. [...] Ό,τι είναι αρκετό σε τρεις οικογένειες, με δέκα πρόσωπα η καθεμιά, για ένα μήνα, ένας χριστιανός το τρώει και το εξαφανίζει σε μια μέρα. Μετά και από άλλες βιαιότητες και καταπιέσεις οι Ινδιάνοι άρχισαν να καταλαβαίνουν ότι αυτοί οι άνθρωποι δεν είχαν έρθει από τον ουρανό.
Λοιπόν, μερικοί έκρυβαν τα τρόφιμά τους, άλλοι τις γυναίκες και τα παιδιά τους, άλλοι έφευγαν στα δάση, για να απομακρυνθούν από ανθρώπους με τέτοια σκληρά και φοβερά φυσικά. Οι χριστιανοί τούς χαστούκιζαν, τους γρονθοκοπούσαν, τους ξυλοφόρτωναν, έφταναν μέχρι ν” αρπάζουν από τα χωριά τούς άρχοντες. Η θρασύτητα και η αναισχυντία τους ήταν τόση, ώστε ένας χριστιανός αρχηγός βίασε την ίδια τη σύζυγο του πιο μεγάλου βασιλιά, του άρχοντα όλου του νησιού. Τότε ήταν πια που οι Ινδιάνοι άρχισαν να ζητούν, τρόπους, ώστε να διώξουν τους χριστιανούς από τον τόπο. Οπλίστηκαν. Μα αυτοί είναι μάλλον ανίσχυροι, μη επιθετικοί, δεν έχουν ανθεκτικότητα, ελάχιστα αμυντικοί —κι έτσι είναι, που όλοι τους οι πόλεμοι μοιάζουν κάπως περισσότερο σαν παιδειές με μπαστούνια ή καλύτερα με παιδικό παιχνίδι. Οι χριστιανοί με τ” άλογά τους, τα σπαθιά τους και τ” ακόντια, άρχισαν τους σκοτωμούς και αγριότητες, άγνωστες στους Ινδιάνους.
Έμπαιναν στα χωριά και δεν άφηναν ούτε παιδιά, ούτε γέρους, ούτε γυναίκες σ” ενδιαφέρουσα κατάσταση ή ετοιμόγεννες που δεν ξεκοίλιαζαν και κατακομμάτιαζαν, σαν να είχαν να κάνουν με πρόβατα που είχαν καταφύγει στις μάντρες τους. Στοιχημάτιζαν ποιος θ” άνοιγε έναν άντρα μ” ένα και μόνο χτύπημα του μαχαιριού ή ποιος θα του έκοβε το κεφάλι μ” ένα χτύπημα της λόγχης ή θα του έβγαζε τα σπλάχνα. Αρπούσαν τα νήπια από τις μανάδες τους που τα θήλαζαν, τα έπιαναν από τα πόδια και χτυπούσαν το κεφάλι τους στα βράχια. Άλλοι τα σφεντόνιζαν στα ποτάμια, με γέλια και χωρατά, και όταν τα παιδιά έπεφταν στο νερό, έλεγαν: «Τρέμεις, κατεργαράκο». Σούβλιζαν σ” ένα σπαθί παιδιά και μανάδες, αλλά και όποιον άλλον έβρισκαν μπροστά τους. Τους κρεμούσαν, σειρές, κατά ομάδες από δεκατρείς, τα πόδια τους μόλις άγγιζαν τη γη, για να τιμήσουν και να φανερώσουν σέβας προς τον Λυτρωτή μας και τους δώδεκα Αποστόλους. Μετά έβαζαν φωτιά και τους έκαιγαν ζωντανούς. Σε άλλους και σε όλους που θέλησαν να ξεφύγουν, τους έκοβαν τα δυο χέρια, τους τα κρεμούσαν και τους έλεγαν: «Πηγαίνετε να φέρετε τα γράμματα». Κι αυτό σημαίνει, πηγαίνετε την είδηση, σε όσους θέλησαν να ξεφύγουν μέσα στα δάση. Και να πώς σκότωναν κατά κανόνα τους άρχοντες και τους ευγενείς: Έκαναν σχάρα από βέργες πάνω σε δικέλες, τους έδεναν εκεί, άναβαν σιγανή φωτιά, για να ξεψυχήσουν σιγά-σιγά, μέσα στα ουρλιαχτά που τους προκαλούσαν αυτά τα φρικτά βασανιστήρια.
Κάποτε είδα να ψήνονται πάνω σε σχάρες τέσσερις ή πέντε επίσημοι άρχοντες —νομίζω μάλιστα ότι υπήρχαν άλλα δυο ή τρία ζευγάρια σχάρες όπου ψήνονταν άλλοι. Και επειδή έβγαζαν γοερές κραυγές και τους λυπήθηκε ο αρχηγός, ή το πιο σωστό δεν τον άφηναν ναι κοιμηθεί, διάταξε να τους ρίξουν στον ποταμό. Αλλά ο αλγκουαζίλ (Ισπανός αστυνομικός πράκτορας) που ήταν χειρότερος από το δήμιο που τους έψηνε —και ξέρω πώς λεγόταν, γνώρισα και την οικογένειά του στη Σεβίλλη— δεν θέλησε να τους πνίξουν. Με τα ίδια του τα χέρια τους έχωνε στο στόμα κομμάτια ξύλο για να μη μπορούν να θορυβούν, κι έπειτα αναδαύλιζε τη φωτιά για να καούν αργά, όπως αυτός το ήθελε. Όσα διηγήθηκα τα είδα εγώ ο ίδιος και ακόμα άπειρα άλλα. Όσοι μπορούσαν να δραπετεύσουν, καταφεύγανε στα δάση, ανέβαιναν στα βουνά, για να ξεφύγουν από τους τόσο απάνθρωπους ανθρώπους, απ” αυτά τα άγρια κτήνη, τα χωρίς οίκτο, από τους αφανιστές αυτούς που είναι οι φοβεροί εχθροί του ανθρώπινου γένους. Και τότε οι χριστιανοί γύμνασαν κυνηγετικά σκυλιά, σκυλιά ιδιαίτερα μοχθηρά, που μόλις έβλεπαν έναν Ινδιάνο τον κατακομμάτιαζαν, εν ριπή οφθαλμού. Έπεφταν απάνω του και τον έτρωγαν, σαν να ήταν ένα γουρούνι. Αυτοί οι σκύλοι έφερναν μεγάλη καταστροφή, έκαναν μεγάλη σφαγή. Και επειδή σπάνια Ινδιάνοι είχαν σκοτώσει μερικούς χριστιανούς, μα είχαν όλο το δίκιο και μαζί τους η θεία δικαιοσύνη, οι χριστιανοί αποφάσισαν μεταξύ τους, για έναν χριστιανό που θα σκότωναν ο Ινδιάνοι, θα σκοτώνονταν εκατό Ινδιάνοι.
Το βασίλειο Χιγκουέι
Το βασίλειο Χιγκουέι (ένα από τα πέντε βασίλεια του νησιού Εσπανιόλ), το διοικούσε μια ηλικιωμένη βασίλισσα και λεγόταν Χιγκουανάμα. Οι χριστιανοί την κρέμασαν. Είδα εκατοντάδες ανθρώπους να τους καίνε ζωντανούς, να τους κατακομματιάζουν, να τους βασανίζουν με όλων των ειδών τους διάφορους και νέους τρόπους. Όσους έπιαναν ζωντανούς τούς έκαναν σκλάβους. Το πως σκότωναν και καταστρέφανε αυτούς τους ανθρώπους, οι διαφορές είναι τόσο πολυάριθμες, ώστε όσο πολλά και αν ειπωθούν δεν θα είναι αρκετά. Πραγματικά είμαι βέβαιος ότι όσα και αν μπορέσω να πω, δεν θα έχω διηγηθεί ούτε το χιλιοστό.
[...] Όταν οι πόλεμοι τελείωσαν και όλοι οι άνθρωποι είχαν πεθάνει, δεν είχαν απομείνει, όπως γενικά συμβαίνει, παρά τα νεαρά αγόρια, οι γυναίκες και τα κοριτσάκια. Οι χριστιανοί τα μοιράστηκαν. Ο ένας έπαιρνε τριάντα, ο άλλος σαράντα, ο άλλος διακόσια ή εκατό πρόσωπα, ανάλογα με την εύνοια που του είχε ο ανώτατος τύραννος, ο ονομαζόμενος κυβερνήτης. Έτσι, έδωσαν Ινδιάνους σε κάθε χριστιανό, με το πρόσχημα ότι θα τους δίδασκε τα της καθολικής πίστης. Αυτοί οι άντρες που ήταν γενικά σκληροί, ηλίθιοι, πολύ φιλάργυροι και κακοήθεις βάραιναν έτσι την ψυχή τους. Η φροντίδα τους για τους Ινδιάνους ήταν να τους στείλουν στα ορυχεία για να βγάζουν χρυσάφι, κι αυτή η εργασία είναι αφόρητη. Όσο για τις γυναίκες τις ρίξανε στα χωράφια για να οργώνουν και να καλλιεργούν τη γη, ενώ αυτή είναι εργασία για άντρες δυνατούς και γερούς. Δεν έδιναν να φάνε και σ’ αυτούς και σ’ εκείνες, παρά χόρτα και τροφές μη θρεπτικές. Το γάλα ξεραινόταν στα στήθη των γυναικών που είχαν γεννήσει και όλα τα νήπια χάθηκαν πολύ γρήγορα. Μια και οι σύζυγοι βρίσκονταν μακριά και δεν έβλεπαν ποτέ τις γυναίκες τους, σταμάτησε η τεκνοποιία. Οι άντρες πέθαναν στα ορυχεία από την εξάντληση και την πείνα, και οι γυναίκες στις φάρμες, από την ίδια αιτία. Έτσι είναι που χάθηκαν τόσοι και τόσοι κάτοικοι του νησιού, και έτσι θα μπορούσαν να χαθούν όλοι οι κάτοικοι του κόσμου. Να σκεφτεί μονάχα κανείς το φορτίο που οι χριστιανοί τους έβαζαν να σηκώνουν! Τρία με τέσσερα αρόμπ (1 αρόμπ=12-15 κιλά) και να τα κουβαλούν σε εκατό ή και διακόσιες λεύγες (1 λεύγα=4.83 χιλιόμετρα), ενώ οι χριστιανοί μετακινούνταν μέσα σε αμάκ, που είναι ένα είδος δίχτυ, που οι Ινδιάνοι το φορτώνονται στους ώμους τους. Γιατί πάντα τους μεταχειρίζονταν σαν υποζύγια. Και σαν εξαντλημένα πια ζώα, είχαν οι Ινδιάνοι πληγές στους ώμους και στη ράχη. Για να αναφέρω τις μαστιγώσεις, τους ραβδισμούς, τα ραπίσματα, τα γρονθοκοπήματα, τις βρισιές και τα άλλα μαρτύρια που τους έκαναν οι χριστιανοί να δέχονται, θα χρειαζόταν πολύς καιρός και πολύ χαρτί. Και ούτε θα κατόρθωνα να τα πω, και οι άνθρωποι θα τρόμαζαν.
Τα νησιά Σαν Ζουάν και Ζαμάικα
Oι Ισπανοί ήρθαν στο νησί Σαν Ζουάν και στη Ζαμάικα -που ήταν φυτείες με οπωροφόρα δέντρα και κυψέλες- το έτος 1509 με τον ίδιο σκοπό και την ίδια πρόθεση, όπως πήγανε και στο νησί Εσπανιόλ. Έκαναν και ενεργήσανε τις μεγάλες προσβολές και αμαρτήματα που έχω πει και πρόσθεσαν και άλλες αγριότητες πολύ μεγάλες και αξιοσημείωτες. Σκότωσαν, πυρπόλησαν, έψησαν, έριξαν ανθρώπους σε άγρια σκυλιά. Έπειτα καταπίεσαν, βασάνισαν και ταπείνωσαν τους επιζώντες, στα ορυχεία και σε άλλες εργασίες, μέχρι την εξάντληση και τον αφανισμό όλων αυτών των δυστυχισμένων αθώων. Σ” αυτά τα δυο νησιά υπήρχαν περισσότερες από διακόσιες χιλιάδες ψυχές, μάλλον νομίζω ένα εκατομμύριο, και σήμερα δεν έχουν απομείνει παρά διακόσια άτομα, στο καθένα. Όλοι χάθηκαν χωρίς πίστη και χωρίς μετάληψη.
Το νησί Κούβα
Το έτος 1511 οι Ισπανοί πήγαν στο νησί Κούβα. [...] Έγιναν εδώ αξιοσημείωτα πράματα. Ένας κασίκ, άρχοντας πολύ επίσημος που ονομαζόταν Χατουέι, είχε έρθει από το νησί Εσπανιόλ στην Κούβα με αρκετούς δικούς του, για να ξεφύγει από τις αγριότητες και τις απάνθρωπες πράξεις των χριστιανών. [...] Αυτός ο κασίκ εξακολουθούσε ν” αποφεύγει τους χριστιανούς, όταν έφτασαν στην Κούβα, γιατί τους γνώριζε καλά, και αντιστεκόταν, όταν τους συναντούσε. Τελικά τον πιάσανε και τον κάψανε ζωντανό, μόνο και μόνο γιατί τους απόφευγε, αυτούς τους ανθρώπους τους άδικους και σκληρούς, και γιατί αντιστεκόταν που ζητούσαν να τον σκοτώσουν, να τον κατατυραννήσουν μέχρι που να πεθάνει κι αυτός και ο λαός του και οι ρίζες του.
Τον δέσανε σ” έναν πάσσαλο. Ένας άγιος άνθρωπος του τάγματος του Αγίου Φραγκίσκου που βρισκόταν εκεί, του μίλησε λίγο για τον θεό και για την πίστη μας. Ο κασίκ δεν είχε ποτέ ξανακούσει παρόμοια λόγια. Ο φραγκισκανός του είπε να επωφεληθεί από τον λίγο χρόνο πού του άφηναν οι δήμιοι. Ότι εάν θα πίστευε στα όσα του έλεγε, θα πήγαινε στους ουρανούς όπου υπάρχει η δόξα και η αιώνια ανάπαυση, αν όμως όχι, θα πήγαινε το δίχως άλλο στην Κόλαση, όπου θα τον τυραννούσαν πόνοι και αιώνια βάσανα. Ο κασίκ, αφού σκέφτηκε λίγο, ρώτησε τον κληρικό αν οι χριστιανοί πήγαιναν στον Παράδεισο. Ο κληρικός τού απάντησε ότι αυτοί που ήταν καλοί, βέβαια πήγαιναν. Και ο κασίκ, χωρίς να σκεφτεί περισσότερο δήλωσε, ότι δεν θα ήθελε να βρεθεί στον Παράδεισο· προτιμούσε την Κόλαση, για να μην είναι μαζί μ” αυτούς, και να μη βλέπει ανθρώπους τόσο σκληρούς.
[...] Κάποτε οι Ινδιάνοι ήρθαν να μας υποδεχτούν με τρόφιμα και δώρα. Μόλις φτάσαμε, μας έδωσαν μεγάλη ποσότητα ψάρια, και ψωμί, τροφές και ό,τι άλλο τους ήταν δυνατό. Ξαφνικά, ο Διάβολος άρπαξε τους χριστιανούς και -εγώ παρών- σκότωσαν, χωρίς αφορμή, χωρίς λόγο, περισσότερα από τρεις χιλιάδες άτομα, που ήταν καθισμένοι μπροστά μας, άντρες, γυναίκες, παιδιά. Είδα τότε αγριότητες τόσο μεγάλες, που ούτε είδαν ποτέ θνητοί, ούτε καν τις φαντάστηκαν.
[...] Υπήρχε στο νησί ένας αξιωματικός του βασιλιά που του έδωσαν τριακόσιους Ινδιάνους. Σε διάστημα τριών μηνών, διακόσιοι εβδομήντα απ” αυτούς είχαν πεθάνει στα ορυχεία. Δεν του έμεναν πια παρά τριάντα, δηλαδή το δέκατο. Και του έδωσαν άλλους τόσους και περισσότερους. Τους σκότωσε, επίσης. Όσο του έδιναν, τόσο τους σκότωνε. Ωσότου πια πέθανε κι αυτός και πήρε ο Διάβολος την ψυχή του. Σε τρεις ή τέσσερις μήνες, όσο βρισκόμουν στο νησί, περισσότερα από επτά χιλιάδες παιδιά πέθαναν, μια και οι γονείς τους τα έπαιρναν μαζί τους στο ορυχεία.
Η επαρχία Νικαράγουα
[...] Άντρες, γυναίκες, γέρους, παιδιά τα κατακρεούργησαν όλα γι” αυτήν εδώ την ελάχιστη αφορμή: Να δηλαδή, επειδή δεν βιάζονταν να προσέλθουν στην έκκληση ή γιατί δεν έφερναν τόσα φορτώματα καλαμπόκι -που είναι το στάρι εδώ- ή τόσους Ινδιάνους για την υπηρεσία του κυβερνήτη ή για την υπηρεσία ενός από τους συντρόφους του. Έτσι καθώς ήταν η γη επίπεδη, κανένας δεν μπορούσε να ξεφύγει ούτε από τα άλογα, ούτε από το καταχθόνιο φρένιασμά του.
Έστελνε Ισπανούς σε αποστολή που δεν ήταν άλλο από του να λεηλατήσουν τους Ινδιάνους άλλων επαρχιών, και έδινε το δικαίωμα στους άρπαγες να του φέρουν τόσους Ινδιάνους, όσους ήθελαν, απ’ αυτά τα ειρηνικά και υποταγμένα χωριά. [...] Μ” αυτές τις αποστολές τις αλλεπάλληλες κατάντησε, από τις τέσσερις χιλιάδες Ινδιάνους, να μην μείνουν παρά έξη ζωντανοί. Τους άφηναν οι Ισπανοί να πεθάνουν στο δρόμο. Όταν μερικοί, κουρασμένοι και πληγωμένοι από το βαρύ φορτίο, έπεφταν άρρωστοι από την πείνα, από την προσπάθεια και την αδυναμία, τους έκοβαν τον λαιμό, για να μην αργοπορούν με το να τους βγάζουν τις αλυσίδες. Το κεφάλι έπεφτε από ένα μέρος, το κορμί, από το άλλο. Σκεφθείτε τι θα ένιωθαν οι άλλοι Ινδιάνοι. Έτσι, όταν ερχόταν διαταγή για παρόμοια προσκυνήματα, οι Ινδιάνοι που γνώριζαν από πείρα, ότι κανένας δεν θα ξαναγύριζε, έφευγαν κλαίγοντας και αναστενάζοντας.
[...] Οι χριστιανοί πήραν από τους Ινδιάνους όλο το καλαμπόκι που είχαν για να τραφούν αυτοί και τα παιδιά τους. Κι έτσι, πέθαναν περισσότεροι από είκοσι ως τριάντα χιλιάδες Ινδιάνοι. [...] Κάθε χριστιανός είχε τα χωράφια του και ζούσε από τη φτωχή τροφή των Ινδιάνων. Οι χριστιανοί πήραν από τους Ινδιάνους τη γη που τους ανήκε, τα κτήματα που τους ζούσαν. Μ” αυτόν τον τρόπο οι Ισπανοί είχαν στη διάθεσή τους όλους τους Ινδιάνους, άντρες, γέρους, γυναίκες και παιδιά, και τους ανάγκαζαν να τους υπηρετούν νύχτα και μέρα, χωρίς διακοπή. Ακόμα και τα παιδιά. [...] Εξάντλησαν και καταπίεσαν κόσμο και κόσμο σ” αυτήν την επαρχία και αυτοί ήταν η αιτία για τόσους που πέθαναν πρόωρα. Τους έβαζαν να μεταφέρουν σανίδες και ξύλα ως το λιμάνι, σε μήκος τριάντα λεύγες, για να κατασκευαστούν πλοία. Τους έστελναν να ψάξουν για μέλι και κηρί στα δάση, και τους κατάτρωγαν τ” αγρίμια. Έγκυες γυναίκες, όπως και λεχώνες, τις φόρτωναν, σαν να ήταν κτήνη. Και το εξακολουθούν ακόμα.
[...] Ζητούσαν από τον κασίκ πενήντα σκλάβους, με την απειλή ότι θα τον κάψουν ζωντανό ή θα τον ρίξουν στα άγρια σκυλιά. Και επειδή οι Ινδιάνοι γενικά δεν έχουν σκλάβους -ένας κασίκ έχει το πολύ έναν ή δύο, τρεις ή τέσσερις- οι άρχοντες πήγαιναν στα χωριά και έπαιρναν πρώτα όλα τα ορφανά έπειτα ζητούσαν ένα παιδί, από αυτούς που είχαν δυο, δυο, από αυτούς που είχαν τρία. Μ” αυτόν τον τρόπο, ο κασίκ έφτανε στον αριθμό που είχε ζητήσει ο τύραννος. Ο λαός ούρλιαζε, φώναζε, γιατί είναι άνθρωποι -αυτό δα φαίνεται- αγαπούν πολύ τα παιδιά τους. Ανάμεσα στα χρόνια 1523 και 1533 επειδή πολλές φορές έγινε αυτό, οι Ισπανοί τελικά αφανίσανε όλο το βασίλειο. Επί έξι ως επτά χρόνια, πέντε ή έξι πλοία είχαν στήσει αυτό το εμπόριο, με το να μεταφέρουν χιλιάδες Ινδιάνους στον Παναμά και στο Περού, για να πουληθούν σκλάβοι. [...] Περισσότεροι από πεντακόσιες χιλιάδες Ινδιάνοι, τόσο ελεύθεροι όσο κι εγώ, άφησαν την επαρχία, σαν σκλάβοι. Άλλες πεντακόσιες ή εξακόσιες χιλιάδες πέθαναν ως τα τώρα, από τους καταχθόνιους πολέμους που τους έκαναν οι Ισπανοί, και από τη φρικτή σκλαβιά που τους επιβάλανε. Και τώρα, τους σκοτώνουν. Όλος αυτός ο αφανισμός ήταν ασχολία που κράτησε δεκατέσσερα χρόνια. Σήμερα, σε όλη την επαρχία της Νικαράγουας θα είναι τέσσερις ή πέντε χιλιάδες άτομα. Οι Ισπανοί με τις υπηρεσίες που απαιτούν και την καθημερινή καταπίεση που γίνεται στον καθένα, τους εξαφανίζουν ολοένα, ενώ ήταν, μια από τις επαρχίες τις πιο κατοικημένες στον κόσμο.
Η Νέα Ισπανία
Το έτος 1517 ανακάλυψαν τη Νέα Ισπανία, και αυτοί που την ανακάλυψαν, έγιναν αιτία για μεγάλες διαταραχές και μερικούς θανάτους ανάμεσα στους Ινδιάνους. Το έτος 1518, αυτοί που λέγονταν χριστιανοί άρχισαν να την λεηλατούν, πάντα λέγοντας ότι σκοπεύουν να την συνοικίσουν. Από τα 1518 ως τα σήμερα, 1542, η κάθε παρανομία, η κάθε αδικία η κάθε βιαιότητα και τυραννία έγιναν στους Ινδιάνους από τους χριστιανούς, ξεχείλισαν, έφτασαν στο αποκορύφωμα.
[...] Σε δώδεκα χρόνια, οι Ισπανοί σκότωσαν με το μαχαίρι και το ακόντιο πάνω από τέσσερα εκατομμύρια κατοίκους, γυναίκες, παιδιά, νέους ανθρώπους και ηλικιωμένους ή τους έκαψαν ζωντανούς.
[...] Πρέπει εδώ να αναφερθεί με ποια ιδιότητα οι Ισπανοί έμπαιναν σ’ αυτές τις χώρες και άρχιζαν να καταστρέφουν τόσους αθώους, να ερημώνουν τη γη, που με το να έχει τόσον πληθυσμό, θα μπορούσε να φέρει χαρά και ευχαρίστηση σε αληθινούς χριστιανούς. Παράγγελναν στους Ινδιάνους να έρθουν να υποταχθούν και να υπακούσουν στο βασιλιά της Ισπανίας, ειδάλλως θα τους σκότωναν και θα τους έσερναν στη σκλαβιά. Αυτούς που δεν έσπευδαν να υπακούσουν στις διαταγές τις τόσο παράλογες και ηλίθιες για να πέσουν στα χέρια ανθρώπων που ήταν τόσο παράνομοι, σκληροί, και άγριοι, τους χαρακτήριζαν ανυπάκοους και ξεσηκωμένους ενάντια στη διάθεση της Μεγαλειότητάς του. Έτσι έγραφαν στο βασιλιά της Ισπανίας, τον κύριό μας. Και ο παραλογισμός αυτών που διαχειρίζονταν τις Ινδίες τους εμπόδιζαν να νοιώσουν μία από τις κυριότερες αρχές που εκφράζονται στους νόμους τους πιο καθαρά από άλλες, δηλαδή ότι δεν μπορεί κανείς να χαρακτηριστεί επαναστάτης, αν πρώτα δεν γίνει υπήκοος.
- «Η καταστροφή των Ινδιάνων» – Μπαρτολομέ ντε λας Κάζας (Εκδόσεις «Στοχαστής», μετάφραση Πηνελόπη Μαξίμου)
πηγή :  https://www.facebook.com/theasis.gr/posts/745440885506108:0
και : 
theasis.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου