Ἡ Ὁσία Πλατωνὶς ἀσκήτεψε στὴν περιοχὴ τῆς Νισίβεως καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη περὶ τὸ ἔτος 300 μ.Χ.
Ὁ χῶρος αὐτὸς εἶναι ἀφιερωμένος σὲ ἐκείνη ποὺ ξανασυνάντησα μετὰ ἀπὸ 14.000 χρόνια περίπου, τότε ποὺ ἡ Θεὰ Ἀθηνᾶ εἶχε τὸν Τέττιγα, τὴν Νύμφη Δηϊάνειρα. Καὶ ἡ ὁποία μὲ ἐβοήθησε νὰ ἀκολουθήσω τὸν δρόμο τῆς ἔρευνας, τῆς ἀμφισβητήσεως καὶ τῆς ἀλήθειας. Ἡρακλῆς, ὁ υἱὸς τοῦ Διὸς καὶ τῆς Ἀλκμήνης, ἀπόγονος τοῦ Περσέως, τὸ ἄλλο μισὸ τῆς ἀρχέγονης παρουσίας μας, ὅταν τὸ ἀνθρώπινο γένος ἦτο ἑρμαφρόδιτο.
Ἡ Ὁσία Θεοδώρα ἀπὸ νεαρὴ ἡλικία ἀσπάσθηκε τὸ μοναχικὸ βίο καί ἀσκήθηκε στὸν ἀγώνα τῶν μοναχικῶν ἀρετῶν, τῆς ὑπακοῆς, τῆς φιλαδελφίας καὶ τῆς παρθενίας, ἀφοῦ εἰσῆλθε σὲ μοναστήρι. Πολλὰ χρόνια μετὰ τὴν ὁσιακὴ κοίμησή της, ἀνοίχθηκε ὁ τάφος της γιὰ νὰ ἐναποτεθεῖ σὲ αὐτὸν καὶ τὸ σκήνωμα τῆς ἡγουμένης της. Τότε, μὲ θαυμαστὸ τρόπο, «ἡ πρὸ πολλοῦ νεκρὰ κειμένη Θεοδώρα τῇ μητρὶ [ἐννοεῖ τὴν ἡγουμένη] ὥσπερ ζῶσα, συνέσφιγξεν ἑαυτὴν τόπον δοῦσα». Ἔκτοτε τὸ τίμιο λείψανο τῆς Ὁσίας Θεοδώρας δὲν ἔπαυσε νὰ ἐπιτελεῖ ποικίλα θαύματα.
Ὁ Ὅσιος Ζωσιμᾶς ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἰουστινιανοῦ (527 – 565 μ.Χ.). Σύμφωνα μὲ τὸν βιογράφο του, Ἅγιο Σωφρόνιο, Ἀρχιεπίσκοπο Ἱεροσολύμων, ἀφιερώθηκε στὸν Θεὸ ἀπὸ παιδὶ καὶ ἀσκήθηκε σὲ ὅλα τὰ εἴδη τῶν ἀρετῶν. Περιῆλθε περὶ τοὺς χίλιους διακρινόμενους γιὰ τὴν ἀρετὴ τοὺς ἀσκητές, γιὰ νὰ διδαχθεῖ ἀπὸ τὴν σοφία καὶ τὴν ἀρετή τους καὶ ἐγκαταβίωσε σὲ μοναστήρι τῆς Παλαιστίνης. Πόθος του ἦταν νὰ ὑποτάξει τὴ σάρκα στὸ πνεῦμα. Ἔκανε ὑπακοὴ στοὺς γέροντες τῆς μονῆς καὶ μὲ μεγάλη χαρὰ ἐφάρμοζε ὅσους κανόνες καὶ εἴδη ἀσκήσεως τοῦ ἔδιναν. Ἡ τροφή του ἦταν λιτὴ καὶ τὴν ἐξοικονομοῦσε κάνοντας ἐργόχειρο. Ἡ μεγαλύτερη ἀσχολία του ἦταν ἡ ψαλμῳδία καὶ ἡ μελέτη τῶν Θείων Γραφῶν. Πολλὲς φορὲς ὁ Ὅσιος εἶχε ἀξιωθεῖ νὰ δεῖ ὁράματα, σύμφωνα καὶ μὲ τὸν λόγο τοῦ Κυρίου «Μακάριοι οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται». Μὲ τοὺς πνευματικούς του ἀγῶνες ἔφθασε σὲ ὕψη ἀρετῆς, σοφίας, ἐγκράτειας καὶ ἁγιότητας. Ἔτσι σιγὰ – σιγά, ἡ φήμη τῆς ἁγιότητάς του ἔφθασε παντοῦ καὶ πολλοὶ μοναχοὶ ἀπὸ γειτονικὰ καὶ μακρινὰ μοναστήρια τὸν ἐπισκέπτονταν, γιὰ νά τὸν συμβουλευθοῦν καὶ νὰ ὠφεληθοῦν πνευματικὰ ἀπὸ τὶς διδαχές του.
Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Πολύκαρπος ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τῆς βασιλείας τοῦ ἀσεβοῦς Μαξιμιανοῦ (286 – 305 μ.Χ.) καὶ καταγόταν ἀπὸ τὴν πόλη τῆς Ἀλεξάνδρειας.
Τὸν Βίο τῆς Ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας συνέγραψε ὁ Ἅγιος Σωφρόνιος Πατριάρχης Ἱεροσολύμων († 11 Μαρτίου), ὁ ὁποῖος συνέγραψε διάφορα ἀσκητικὰ καὶ ὑμνογραφικὰ κείμενα ποὺ διαποτίζονται ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῆς Ὀρθοδόξου θεολογίας καὶ τῆς ἀσκητικῆς παραδόσεως.
Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Ὑπάτιος ἦταν Ἐπίσκοπος Γαγγρῶν κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Μεγάλου Κωνσταντίνου καὶ ἔλαβε μέρος στὴν Α’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ἡ ὁποία συνῆλθε τὸ ἔτος 325 μ.Χ., στὴ Νίκαια τῆς Βιθυνίας. Διακρίθηκε γιὰ τὴν πιστότητά του στὰ ὀρθόδοξα δόγματα καὶ τὴν σφοδρὴ πολεμική του κατὰ τῶν δυσσεβῶν αἱρετικῶν καὶ μάλιστα τῶν Ἀρειανῶν.
Ο τύπος του υποβρυχίου SM U-118 U-Boat είχε μήκος 81,5 m, ταχύτητα: 11,5 κόμβους (21,3 km/h) στην επιφάνεια και 7 κόμβους (13 km/h) στο βυθό, βάθος δοκιμής: 75 m. Σύνολο πληρώματος: 36 άνδρες.
Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος γεννήθηκε περὶ τὸ ἔτος 525 μ.Χ. καὶ ἦταν υἱὸς εὐσεβοῦς καὶ εὔπορης οἰκογένειας. Ἔλαβε πλούσια μόρφωση, γι’ αὐτὸ καὶ τὸν ἀποκαλοῦσαν «σχολαστικό», ἀλλὰ σὲ ἡλικία δεκαέξι ἐτῶν, ἀφοῦ ἐγκατέλειψε τὸν κόσμο, παραδόθηκε στὴν πνευματικὴ καθοδήγηση τοῦ Γέροντος Μαρτυρίου, στὸ ὄρος Σινᾶ, ὅπου ἔμεινε μέχρι τὸ θάνατό του.