Τετάρτη, 13 Ιουλίου 2016

Η αναγνώριση της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου και των Ελληνόφωνων από τους Τούρκους και η μη από το Ελληνικό κράτος - ΤΟΥ ΟΜΗΡΟΥ ΕΡΜΕΙΔΗ



 
[Η ταχυδρομική κάρτα με την προτεινόμενη Ποντιακή Δημοκρατία, που με έξοδα του τύπωσε ο Κωνσταντίνος Κωνσταντινίδης. Ως υπότιτλος σε γαλλική γλώσσα ]
Η ιδέα της ιδρύσεως του ανεξάρτητου Ποντιακού κράτους το 1918 και η γενοκτονία των Ελλήνων χριστιανών και Ελληνόφωνων του Πόντου το 1922, κατά τον τούρκο ακαδημαϊκό Ali Sait Çetinoğlu, και η ανθελληνική στάση του ελληνικού κράτους απέναντι στην αναγνώρισή της, όπου επίσημα δεν θεωρείται γενοκτονία 




  Οι Έλληνες του Πόντου, το αντάρτικο και η γενοκτονία μέσα από τα γραφόμενα του τούρκου ακαδημαϊκού Ali Sait Çetinoğlu.

  Η ανάπτυξη του εθνικισμού του 19ου αιώνος επηρεάζει και το χριστιανικό πληθυσμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Με την επιρροή της πρωτοπορίας της αστικής τάξεως αρχίζει και διαμορφώνει την ιδεολογία ότι οι Ρωμιοί ανήκουν στο ελληνικό έθνος. Στην πραγματικότητα ο μακρινός Πόντος έχει ελάχιστη επικοινωνία με την Ελλάδα, που απόκτησε την ανεξαρτησία της μετά το 1821. Η διαδικασία κρίσεως ταυτότητος του 19ου και 20ου αιώνος υπήρξε η περίοδος διαμορφώσεως και του συγχρόνου Ελληνισμού. Η αιτία είναι η δημιουργία μιας νέας αυτογνωσίας με νέα δεδομένα. Αποτέλεσμα της κρίσεως αυτής είναι η μεταμόρφωση της πολιτισμικής ταυτότητος σε μια πολιτική ταυτότητα.
O Πόντος και το επαναστατικό κίνημα
  Το ποντιακό ζήτημα έχει άμεση σχέση με το διεθνές επαναστατικό κίνημα. Αν λάβει κανείς υπόψη του ότι το κομμουνιστικό κίνημα υπό την ηγεσία του Λένιν ενστερνιζόταν την απελευθέρωση των εθνών, ενώ έρχεται σε αντίφαση με τα προλεγόμενά του, που είχε πει:  «εγώ και οι Μπολσεβίκοι είμαστε οι Νεότουρκοι της Σοβιετικής Επαναστάσεως».

  Σε αντίθεση η Ρόζα Λούξεμπουργκ, εγκλεισμένη στις φυλακές του Βερολίνου, καλούσε σε αμέριστη συμπαράσταση προς τους χριστιανικούς λαούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας λέγοντας: «Καμμιά χώρα δεν έχει ελπίδα για πρόοδο εφ’ όσον μένει υπό την τουρκική κυριαρχία. Για το Ανατολικό ζήτημα το καθήκον μας είναι να δεχτούμε τον κατακερματισμό της Τουρκίας και να δείξουμε αμέριστη συμπαράσταση προς τους χριστιανικούς λαούς».
  Όπως αναφέρει η Ρόζα Λούξεμπουργκ, η ανάληψη του ρόλου από τους Γερμανούς της αναστάσεως της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας δεν είναι τίποτα άλλο από το φτιάξιμο ή ψιμυθίωση ενός νεκρού. Ο ρόλος της Deutsche Bank είναι καθοριστικός. Οι Γερμανοί κατέβαλαν μεγάλες προσπάθειες για να φανατίσουν τους Τούρκους εναντίον των μη μουσουλμανικών λαών της Αυτοκρατορίας μετά από τους Βαλκανικούς Πολέμους. Στα πλαίσια  αυτά ο γερμανός Στρατάρχης Λίμαν Φον Σάντερς το 1916 είχε διατάξει τον εκτοπισμό των Ελλήνων από τα παράλια. Ο ίδιος όταν βλέπει ότι παρά όλους τους εκτοπισμούς, οι Έλληνες του Αϊβαλί μένουν ακόμα στα σπίτια τους θα διατάξει το Πάσχα του 1917 τον εκτοπισμό τους λέγοντας «Δεν διώξατε ακόμα αυτούς τους απίστους»!

  Ο γερμανικός ιμπεριαλισμός θέλει μια Ανατολή που θα έχει εκκαθαριστεί από τα χριστιανικά της στοιχεία. Το ίδιο μπορούμε να πούμε και για τις υπόλοιπες δυτικές δυνάμεις, την Αγγλία, την Γαλλία, τις Η.Π.Α. και την Ιταλία, όπου μελετώντας  τη συμπεριφορά τους κατά τη διάρκεια του Πολέμου και μετά όπου μένουν αδιάφορα στην εξόντωση αρχαίων λαών της Ανατολής.


 Το 1922 τυπώθηκε από το Εκδοτικό Τυπογραφείο Πληροφοριών ένα προπαγανδιστικό βιβλίο με τον τίτλο «Ζήτημα του Πόντου (Pontos Meselesi)». Σκοπός του είναι η δημιουργία ιδρύσεως μια δημοκρατίας του Πόντου με πρωτεύουσα την Τραπεζούντα ή την Κερασούντα, στις περιοχές από το Μπατούμι μέχρι την Σινώπη. 

  Σε όλες τις πηγές του διατυπώνονται οι ίδιες προτάσεις, που είναι πολύ μακριά από το τι συνέβαινε στην πραγματικότητα στον Πόντο.

  Όπου έρχεται ο Τοπάλ Οσμάν Μουσαφά Κεμάλ και χρησιμοποιεί στους λόγους του τις ίδιες εκφράσεις του προπαγανδιστικού βιβλίου.

  Κατά την διάρκεια ενάρξεως του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου, όπου μέχρι τότε οι Πόντιοι υπηρετούσαν μόνο σε υπηρεσίες αγγαρείας του Οθωμανικού Ναυτικού, υποχρεούνται πλέον όπως και οι υπόλοιποι λαοί της Αυτοκρατορίας να κατατάσσονται στον Οθωμανικό στρατό.

  Η ιστορική αλήθεια είναι ότι με την έναρξη του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου πολλοί χωρικοί λιποτάκτησαν από το στρατό και επέστρεψαν σε περιοχές κοντά στα χωριά τους, με τα όπλα τους ή χωρίς, και διέμειναν σε υπαίθριους χώρους. Με τον τρόπο αυτό αρχίζουν να συγκροτούνται ένοπλες αντάρτικες ομάδες.
  Έτσι η προσπάθεια της Οθωμανικής Κυβερνήσεως να εγκαταστήσει στα χωριά πρόσφυγες από τα Βαλκάνια εισέρχεται στο δεύτερο στάδιο των επεισοδίων. Η απόφαση αρνήσεως των Ποντίων να δεχτούν τους πρόσφυγες στα χωριά τους αποτέλεσε την έναρξη της αντιστάσεως κατά των αρχών. Ενώπιον της καταστάσεως αυτής η Οθωμανική Κυβέρνηση το φθινόπωρο του 1915, αρχίζει την επιχείρηση κατά των χωριών Οκσέ, Τσιχμάν και Τεύκερης, που πρωτοστάτησαν στην αντίσταση της εγκαταστάσεως των προσφύγων. Τα χωριά  πυρπολούνται, ο πληθυσμός διασκορπίζεται και οι μάχιμοι άνδρες όπως ο πιο γνωστός Βασίλης Ανθόπουλος και ο Βασίλης Ουστάς (μουσουλμάνος), αρχίζουν και συγκροτούν ένοπλες δυνάμεις ομάδες αντιστάσεως. Πολλές ένοπλες ομάδες συγκεντρώνονται στην περιοχή Νεμπιάν της Μπάφρας.
  Μέχρι τους Βαλκανικούς Πολέμους, η επικρατούσα άποψη των διανοουμένων είναι ότι θα μπορούσε να δημιουργηθεί μια ΤουρκοΠοντιακή Ένωση σε ειρήνη και συνεργασία με τους Τούρκους της περιοχής. Στη διάδοση της απόψεως αυτής ο ρόλος του «Ανατολικού Κόμματος» υπό την ηγεσία του Μητροπολίτη Χρύσανθου είναι μεγάλη.
  Οι Νεότουρκοι μετά από τους Βαλκανικούς Πολέμους και πριν από την έναρξη του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου θέτουν σε εφαρμογή το σχέδιο της «λύσεως» των εθνοτιικών προβλημάτων με την εξόντωση των άλλων εθνοτήτων, πράγμα που είχαν αποφασίσει στο συνέδριο των Νεοτούρκων το 1911 στη Θεσσαλονίκη. Η πρακτική των εκτοπίσεων ξεκινάει με την έναρξη του πολέμου. Η ιδέα ιδρύσεως μιας ανεξαρτήτου Ποντιακής Δημοκρατίας είχε πολλούς οπαδούς ακόμη και Τούρκους εξ αιτίας των ενεργειών των Νεοτούρκων. 

  Είναι η εποχή ιδρύσεως οργανώσεων που έχουν σκοπό την υπεράσπιση των πολιτικών δικαιωμάτων των Ποντίων σ’ όλη την περιοχή του Πόντου. Ο Κ. Κωνσταντινίδης, που είναι υιός του πρώην δημάρχου Κερασούντος, του καπετάν Γιώργη, επηρεασμένος από τη διακήρυξη των Σοβιέτ να καθορίσουν οι λαοί της Ρωσσικής Αυτοκρατορίας τις δικές τους τύχες, οργανώνει την 4 Φεβρουαρίου 1918 στη Μασσαλία Συνέδριο όλων των Ποντίων με συμμετοχή από τις ευρωπαϊκές χώρες, τις Η.Π.Α. και από άλλα μέρη του κόσμου. Το Συνέδριο, ελπίζοντας στην υποστήριξη των Σοβιέτ απευθύνει επιστολή προς τον υπουργό Εξωτερικών των Σοβιέτ Λέων Τρότσκι. Στην επιστολή αυτή τονίζεται ότι θα αποτελέσει μεγάλο λάθος να επιστραφεί η Τραπεζούντα στους Τούρκους και ζητείται η υποστήριξη της ιδέας της ανεξαρτησίας του Πόντου.

  Με την κατάληψη του ανατολικού Πόντου το 1916, ο Πόντος έχει διαιρεθεί σε δύο τμήματα με αποτέλεσμα να διαφοροποιηθεί η πορεία των δυο περιοχών. Όταν ο ρωσσικός στρατός φθάνει στην Γεμουρά, η πτώση πλέον της Τραπεζούντος είναι αναπόφευκτη. Η τουρκική διοίκηση βλέποντας το αναπόφευκτο της πτώσεως της Τραπεζούντος κάλεσε το Μητροπολίτη Χρύσανθο και τους έλληνες προύχοντες και παρέδωσε την τύχη της πόλεως σ’ αυτούς αναθέτοντάς τους την προστασία του αμάχου μουσουλμανικού πληθυσμού. Μετά από μια σύντομη τελετή ο νομάρχης Αζμί απευθυνόμενος στον Χρύσανθο είπε: «πήραμε αυτή τη χώρα από τους Ρωμιούς, τώρα την επιστρέφουμε στους ίδιους».
  Όταν οι Ρώσσοι εισήλθαν την 16 Αυγούστου 1916 όπου βρήκαν μια ελληνική διοίκηση στην πόλη. Η υποδοχή από τους Έλληνες Ποντίους προς τους Ρώσσους ήτο ένθερμη. Ο Χρύσανθος δημιούργησε μια τυπική Βουλή υπό την ηγεσία του όπου διοικούσε την περιοχή μέχρι την επάνοδο των Τούρκων στην περιοχή. Ο Μητροπολίτης προστάτεψε τις οικογένειες των Μουσουλμάνων που είχαν φύγει από το φόβο των Ρώσσων. Επίσης ο ίδιος προσπάθησε να εισαγάγει ένα νέο πνεύμα ισότητος μεταξύ των εθνοτήτων. Όπου η ανωτέρω διοίκηση συμμετείχε στα Σοβιέτ του 1917.
  Όμως στο δυτικό Πόντο η κατάσταση είναι πολύ διαφορετική. Οι ένοπλοι ομάδες – αντάρτες που είχαν καταφύγει στα βουνά και που αποτελούνται από ανεξάρτητες ομάδες, ενισχύονται μετά από την έναρξη των εκτοπίσεων του τοπικού πληθυσμού από τους Τούρκους το 1916. Ο Βασίλης Ανθόπουλος συγκροτεί στις 3 Ιουλίου 1916 μια ομάδα ένοπλης αντιστάσεως στη Σεβάστεια και με την ελπίδα ότι όταν οι ρωσσικές δυνάμεις θα προχωρήσουν προς τον δυτικό Πόντο και θα ξεκινήσει γενική επανάσταση. Όμως η διακοπή της ρωσσικής προελάσεως αλλάζει τα σχέδια του Ανθόπουλου. Πιστεύοντας ότι οι Ρώσσοι τον εμπαίζουν, αποφασίζει να δημιουργήσει νέα δεδομένα και με την ένοπλη ομάδα του των 80 ατόμων επιτίθεται σε τουρκικά χωριά σε άτομα που θεωρεί ότι έχουν τυραννήσει τους χριστιανούς και σκοτώνοντας αυτούς, μετά τους καίει τα σπίτια τους, και στη συνέχεια συγκρούεται στα Κοτύωρα με τις τουρκικές στρατιωτικές δυνάμεις, εκεί όμως χάνει τη μάχη και καταφεύγει στην Τραπεζούντα όπου διαμένει μέχρι το τέλος του Πολέμου. Η αντίδραση των Τούρκων στα συμβάντα αυτά είναι δύο: Οι αντεπιθέσεις των Τούρκων τσετέδων (Κούρδων) και η εξορία. Όσον αφορά την  πρώτη φαίνεται ότι είναι μια περισσότερη τοπική αντίδραση. Όπως στην περίπτωση των χριστιανών υπάρχουν και μουσουλμάνοι λιποτάκτες που είναι έτοιμοι να εφαρμόσουν τα εθνικιστικά σχέδια του Σωματείου Ενώσεως και Προόδου. Ο πλέον δραστήριος στην περιοχή είναι ο Τοπάλ Οσμάν Αγάς από την Κερασούντα. Ο ίδιος και οι βοηθοί του δρουν με τους λιποτάκτες και φυγόδικους ελεύθερα χωρίς κανένα περιορισμό. Ο Τοπάλ Οσμάν είναι ο κύριος παράγοντας τρόμου στην περιοχή. Ακόμα και ο τοπικός μουσουλμανικός πληθυσμός ζητάει την απομάκρυνση του. 
  Μεταξύ των ένοπλων ανταρτών των Ποντίων, ο κυριότερος στρατιωτικός ηγέτης είναι ο Αντών Πασάς (μουσουλμάνος). Ενώ υπερασπίζεται μαζί με τη σύζυγο του Πελαγία, τα ποντιακά χωριά είναι ο κυριότερος παράγοντας φόβου των τουρκικών κρατικών και αντάρτικων δυνάμεων. Ο ίδιος σκοτώνεται το 1917 ενώ η σύζυγος του Πελαγία συνεχίζει τον αγώνα μέχρι το 1923. Μεταξύ των ενόπλων ομάδων στην περιοχή υπάρχουν και Κιρκάσιοι.
  Σε έγγραφο που ετοίμασε το Υπουργείο Εξωτερικών της Αυστρίας για να σταλεί στο Βερολίνο αναφέρονται τα εξής: 
  «Η τουρκική πολιτική έχει τον χαρακτήρα της ολοκληρωτικής εκδιώξεως από την περιοχή με σκοπό την πλήρη εξαφάνιση τους με τη δικαιολογία ότι οι Έλληνες της περιοχής αποτελούν κίνδυνο κατά του κράτους, μια μέθοδος που εφαρμόστηκε στο παρελθόν και κατά των Αρμενίων. Οι Τούρκοι χωρίς να διακρίνουν καμμιά διαφορά στον πληθυσμού και χωρίς να αφήνουν καμμιά πιθανότητα στην επιβίωση του πληθυσμού με την πρόφαση της μετακινήσεως σε άλλες περιοχές, δηλαδή τη μετακίνηση από τις παραλίες στα ενδότερα, εγκαταλείποντας αυτούς σε τραγικές, απάνθρωπες συνθήκες, πείνας, σωματικής και ψυχικής εξαντλήσεως με αποτέλεσμα τον θάνατό τους. Τα δε σπίτια τους αφού καταληφθούν από τους τσετέδες λεηλατούνται, πυρπολούνται και κατεδαφίζονται. Όποια μέτρα εφαρμόστηκαν κατά των Αρμενίων εφαρμόζονται και κατά του Πόντου».
  Με την ήττα των Οθωμανών στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, στην περιοχή του Πόντου εγκαθίστανται αγγλικές δυνάμεις, οι οποίες αποτελούνται από Ινδούς στρατιώτες, με άγγλους αξιωματικούς, ώστε να εξασφαλίσουν τα μελλοντικά τους συμφέροντα στην περιοχή, όπου ζητούν από τους πόντιους αντάρτες να παραδώσουν τα όπλα τους στον τουρκικό στρατό. Οι αντάρτες δεν πέφτουν σ’ αυτή τη παγίδα και δεν παραδίδουν τα όπλα τους. Οι Έλληνες του Πόντου ενστερνίζονται το σκοπό της ιδρύσεως της Ποντιακής Δημοκρατίας. Επιστρέφουν από τη Ρωσσία περίπου 100.000 Πόντιοι…
  Ο σκοπός της ιδρύσεως Ποντιακής Δημοκρατίας εμπνέει πολλούς Ποντίους ανεξαρτήτου θρησκευτικής πίστεως, όπου αυτόματα γίνεται ο μεγαλύτερος πονοκέφαλος του Οθωμανικού κράτους.  Οπότε η οθωμανική Κυβέρνηση αποφασίζει να στείλει στον Πόντο τον Μουσταφά Κεμάλ. Ο Κεμάλ ξεκινάει τις προσπάθειές του για να καταπνίξει το ποντιακό κίνημα με τη συμφωνία των Άγγλων και την ηθική και υλική υποστήριξη του Σουλτάνου. Φθάνοντας στη Σαμψούντα συναντιέται με τον άγγλο Ταγματάρχη Hurst και καλεί τους εκπροσώπους των κοινοτήτων στο στρατιωτικό κυβερνείο. Ο ηγέτης των Ελλήνων Μητροπολίτης Γερμανός δεν ανταποκρίθηκε στην πρόσκληση. Στην έκθεση που στέλνει ο Μουσταφά Κεμάλ στη Σουλτανική Κυβέρνηση αναφέρει ότι οι ποντιακές αντάρτικες δυνάμεις υπό την ηγεσία του Γερμανού έχουν πολιτικούς σκοπούς.. Ο Μουσταφά Κεμάλ με την άφιξη του στη Σαμψούντα την 19 Μαΐου 1919 αρχίζει αμέσως την οργάνωση των τουρκικών ανταρτικών ομάδων κατά των ποντιακών ομάδων  που επεδίωκαν την ανεξαρτησία. Λέγεται ότι ένας από τους πρώτους που συνάντησε ήταν ο Τοπάλ Οσμάν. Όπως φαίνεται και από τα κρατικά αρχεία, ο Μουσταφά Κεμάλ δίνει μεγαλύτερη σημασία στο ποντιακό αντάρτικο κίνημα παρά στο ελληνικό κράτος…
  Οι αντάρτες αν και δεν επιτυγχάνουν να αποτρέψουν τον εκτοπισμό των Ελλήνων του Πόντου, δημιουργούν «απελευθερωμένες περιοχές» στα βουνά στις οποίες καταφεύγουν οι Έλληνες από τα καταστραμμένα τους χωριά. Η δημιουργία νέων ανταρτικών ομάδων και η αδυναμία του τουρκικού στρατού να τους εξουδετερώσει οδηγεί σ’ ένα τοπικό συμβιβασμό κατά τον οποίο τα τουρκικά χωριά έναντι της ασφάλειας τους παρέχουν τροφή και υλικά στους πόντιους αντάρτες.
  Ο Ali Sait Çetinoğlu είναι Τούρκος ακαδημαϊκός. Στα ενδιαφέροντά του περιλαμβάνονται οι Νεότουρκοι, ο Κεμαλισμός, το Ποντιακό Ζήτημα κ.ά.  Έχει  δημοσιεύσει πολλά άρθρα, με βάση την έρευνα του στα Εθνικά Αρχεία της Τουρκίας. Το βιβλίο του «Varlık Vergisi (1942-1944) Konomik ve Kültürel Jenosid» (Φόρος Περιουσίας (1942-1944) Οικονομική και πολιτιστική γενοκτονία εκδόθηκε το 2009 στην Κωνσταντινούπολη. Επίσης συνέγραψε τη μελέτη «Pontos Sorunu» (Το Ποντιακό Ζήτημα). Στο διεθνές επιστημονικό συνέδριο «Τρείς Γενοκτονίες, Μία Στρατηγική»,  Αθήνα, Σεπτέμβριος 2010, παρουσίασε την εισήγηση «Η ιδέα του ανεξάρτητου Πόντου και η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου».
[από την ιστοσελίδα του www.............gr και την στήλη της Ιστορία – Αρχαιολογία, στην ενότητα Ιστορία αναρτηθέν την Π......, ... Ι....... ...... και ώρα ...:....]

  Αποφράδα ημέρα ήτο η 21η Φεβρουαρίου του 1997 για το πολιτικό μας σύστημα. Όταν η κυβέρνηση του ΠΑ.ΣΟ.Κ και ο κ. Σημίτης αναίρεσαν το διάταγμα για την γενοκτονία των Ελλήνων της Μικράς Ασίας, 15 ημέρες μετά την υπογραφή του. Θα αναπεμφθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας αφού αφαιρεθεί η λέξη «γενοκτονία» και η 14η Σεπτεμβρίου θα ορισθεί ως ημέρα μνήμης για τους Έλληνες που χάθηκαν στην Μ. Ασία. Όλα αυτά τα απίστευτα έγιναν υπό την ανοχή του Προέδρου της Δημοκρατίας, ο οποίος όλο και περισσότερο συμπεριφέρεται ως βουλευτής επικρατείας του κυβερνώντος κόμματος.

  Όλη η εθνική υποτέλεια του πολιτικού μας συστήματος συναντάται σε αυτή την απόφαση. Ένας πρωθυπουργός, ένας υπουργός εξωτερικών και μία αξιοθρήνητη αξιωματική αντιπολίτευση, υπό την ψυχολογική πίεση του κ. Τζέμ υπουργού της Τουρκίας, αποφασίζουν ότι οι σφαγές των Ελλήνων της Μ. Ασίας το 1922 από τον εγκληματία πολέμου Κεμάλ Αττατούρκ δεν ήτο γενοκτονία. Ο δεδηλωμένος διεθνιστής Νίκος Δήμου δήλωσε ότι καλά να πάθουν οι Έλληνες αφού έκαναν κατακτητικό πόλεμο!

[αναπαραγωγή εις τις ακόλουθες ιστοσελίδες : www............................gr  – www..........gr]

  Η ιστορία και η γενοκτονία των Ποντίων δεν διδάσκεται, ούτε στα σχολεία καμμίας βαθμίδος αλλά και στο Πανεπιστήμιο.

  Επίσης η Κα Ρεπούση καθηγήτρια, και εκλεγείσα κατά τις εκλογές της 6ης Μαΐου του 2012 με την πολιτική παράταξη ΔΗΜ.ΑΡ του Κου Φώτη Κουβέλη, κατά την 18η Μαΐου του 2012 και ημέρα Παρασκευή [επομένη Σαββάτο= κλειστή η βουλή], ο προεδρεύων της Βουλής Βύρων Πολύδωρας, ζήτησε πριν την έξοδό τους [των βουλευτών] από την Βουλή να σηκωθούν και να τηρήσουν ενός λεπτού σιγή προς μνήμη της γενοκτονίας των Ποντίων. Η «Κυρία αυτή» απεχώρησε εκ της αιθούσης προσβαλλόμενη, διότι θεωρεί ότι δεν έγινε γενοκτονία των Ποντίων. Κάποιος όμως θα πρέπει να ενημερώσει την Κα, και τους ομοίους της πιστεύοντες ότι : η άρνηση της γενοκτονίας είναι Ποινικό αδίκημα  στις πολιτισμένες χώρες. Αλλά και ο προεδρεύων του κόμματος εις το οποίο ανήκει και μέσω αυτού εξελέγει βουλευτής, θα έπρεπε ως Έλλην, να την έχει διαγράψει εκ του κόμματός του, ως μη σεβόμενη την Ελληνική ιστορία.     



Πρέσβεις ή ακόλουθοι πρεσβειών μάρτυρες της γενοκτονίας των Τούρκων



Μαρτυρίες διπλωματών της εποχής για τα γεγονότα (1915-19) σε βάρος των Ποντίων Ελλήνων



α) Σε αναφορά του προς το Φόρεϊν Όφις ο Άγγλος πρέσβης στη Βέρνη σερ Χόρας Ράμπολτ λέγει: «Κάθε μέρα οι Έλληνες της Κωνσταντινουπόλεως και των περιχώρων της εκκαθαρίζονται και αποστέλλονται στο εσωτερικό της χώρας. Οι περιουσίες τους κατάσχονται και τα υπάρχοντά τους βγαίνουν στον πλειστηριασμό. Οι γυναίκες και τα κορίτσια διανέμονται μεταξύ των Γερμανών και των επιφανών μουσουλμάνων. Όλα τα χωριά γύρω από τη Σμύρνη, Καρασσό κ.λ.π. λαφυραγωγούνται και διαρπάζονται. Οι Γερμανοί έχουν μεγάλο μερίδιο στις φρικαλεότητες.

β) Το γαλλικό Γενικό Επιτελείο - Υπηρεσία Πληροφοριών, στις 5/9/1917 αναφέρει: «… Εδώ και δύο χρόνια, όλος ο χριστιανικός πληθυσμός εξορίστηκε στο εσωτερικό, αφού του αφαιρέθηκαν τα πάντα… Ακόμη μια χρονιά αυτού του καθεστώτος και η Τουρκία θα γίνει – νεκροταφείο όλου του χριστιανικού πληθυσμού».

γ) Ο Γερμανός λοχαγός – εξαίρεση της γερμανικής πολιτικής – Φράντς φον Κλίνενβος στα απομνημονεύματά του γράφει: «Τρομακτικά είναι όσα έγιναν εις βάρος των Ελλήνων Ποντίων. Άρχισαν οι εκτοπισμοί. Παρακολούθησα την ερήμωση των ελληνικών χωριών, την κατάληψη εκκλησιών και σχολείων, τους τουφεκισμούς χωρίς διατυπώσεις και διαδικασίες».

Μεταξύ των άλλων, αναφέρει και το εξής: «Θυμάμαι μια φοβερή περίπτωση δοκιμασίας των Ελλήνων της Τραπεζούντος η οποίας δεν ήταν δυνατόν να προληφθεί, γιατί έγινε με πανουργία.

Τον χειμώνα του 1915 αποφασίστηκε η μεταφορά ελληνικών οικογενειών της Τραπεζούντος στο εσωτερικό. Μόλις ετοιμάστηκαν οι ενδιαφερόμενοι, οδηγήθηκαν στα τουρκικά λουτρά και υποχρεώθηκαν να παραμείνουν ώρες ολόκληρες μέσα στα θερμότατα διαμερίσματα των λουτρών. Τα ρούχα τους τα παρέλαβαν οι στρατιώτες και τα μετέφεραν στους κλίβανους προς απολύμανση.

Το βράδυ, ολόγυμνοι οι δυστυχισμένοι αυτοί άνθρωποι οδηγήθηκαν στο ύπαιθρο. Η θερμοκρασία ήταν δώδεκα υπό το μηδέν…

Με φωνές αγωνίας και απελπισίας ζητούσαν να τους επιστραφούν, τα ρούχα τους και να καλύψουν τα γυμνά σώματά τους. Οι φρουροί στρατιώτες τους έλεγαν να κάνουν υπομονή έως το πρωί… Δεν ξέρω πόσοι βρέθηκαν ζωντανοί το πρωί της επομένης…».

δ) Απόσπασμα από την έκθεση του Αυστριακού πρέσβη στην Κωνσταντινούπολη (27-1-1917):

«Εξακολουθούν οι αναφορές από την Σαμψούντα για συλλήψεις Ελλήνων, για την απελπιστική κατάσταση των κατοίκων που εκτόπισαν από τα σπίτια τους για την εχθρική στάση προς τους χριστιανούς του στρατηγού Ρεφέτ πασά, σε βαθμό που προκαλεί ανησυχίες. Επίσης για την εντελώς ανεπαρκή πρόνοια για τους εκτοπισμένους Έλληνες από τα παράλια προς τα ενδότερα… όπου αντιμετωπίζουν τον εκ πείνης θάνατο…».

ε) Ο Αυστριακός πρόξενος, Κβιαχκόβσκι, στις 30-11-1916 από τη Σαμψούντα, μεταφέρει αυτολεξεί τα λόγια του Τούρκου μοντεσαρίφη της πόλεως:

«Τελικά πρέπει να κάνουμε με τους Έλληνες ό,τι κάναμε με τους Αρμενίους… Πρέπει να τελειώνουμε με τους Έλληνες τώρα κιόλας. Έστειλα εντολή στα τμήματα της χωροφυλακής να σκοτώνουν στο δρόμο κάθε Έλληνα που θα συναντούσαν».

στ) Ο Άγγλος διπλωμάτης Ρέντελ σε μνημόνιό του (196) αναφέρεται στις ωμότητες των Τούρκων σε βάρος των χριστιανών από το 1919 κι έπειτα, ανεβάζοντας τα θύματα, των μεν Αρμενίων σε 1.500.000, των δε Ελλήνων πάνω από 500.000. Την είδηση επιβεβαιώνει και ο Άγγλος αντιπρόσωπος στην Κοινωνία των Εθνών (Ιανουάριος 1922) καθώς και ο Γάλλος ύπατος αρμοστής στην Κωνσταντινούπολη στρατηγός Πελλέ και ο Αμερικανός πρέσβης στην Κωνσταντινούπολη Χένρυ Μοργκεντάου.

 [εκ του άρθρου της Anzelina Fonia με τίτλο «Μαρτυρίες διπλωματών της εποχής για τα γεγονότα 1915 - 1919 σε βάρος των Ποντίων Ελλήνων» το οποίο αναρτήθηκε την 19η  Μαΐου 2013 στις 10:51 π.μ. εις την ακόλουθο ιστοσελίδα :

https://www........................................................................, Εκπαίδευση. 


[η βιβλιογραφία αποκρύπτεται μέχρι κυκλοφορίας του βιβλίου του συγγραφέως, διότι αντιγράφονται τα άρθρα του άνευ αναφοράς εις το όνομά του]



Απόσπασμα από το βιβλίο του συγγραφέως  Ομήρου Ερμείδη με τον τίτλο «Αναμνήσεις από το μέλλον του χθες» υπότιτλο «Ηρωολόγιον Αγιολόγιον» υπό έκδοσιν τέλος 2016.


http://pirforosellin.blogspot.gr/  -  Επιτρέπεται η αναδημοσίευση του περιεχομένου της ιστοσελίδας εφόσον αναφέρεται ευκρινώς η πηγή του και υπάρχει ενεργός σύνδεσμος(link ). Νόμος 2121/1993 και κανόνες Διεθνούς Δικαίου που ισχύουν στην Ελλάδα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου