Πέμπτη, 5 Φεβρουαρίου 2015

Η ΑΙΓΥΠΤΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕ ΤΟ ΑΙΓΑΙΟ ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΧΑΛΚΟΥ (ΜΕΡΟΣ Β')





Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΩΝ ΕΠΑΦΩΝ ΑΙΓΑΙΟΥ - ΑΙΓΥΠΤΟΥ
Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΩΝ ΕΠΑΦΩΝ
Οι σχέσεις Αιγαίου και Αιγύπτου στην εποχή του Χαλκού στρέφονταν αδιάκοπα γύρω από το γεωγραφικό και πολιτιστικό άξονα της Κρήτης. Στην Πρώιμη και τη Μέση εποχή του Χαλκού η Κρήτη ήταν το μοναδικό Αιγαιακό κέντρο το οποίο βρισκόταν σε επαφή με την Αίγυπτο. Στην πρώτη περίοδο της Ύστερης εποχής του Χαλκού ο οικισμός στο Ακρωτήρι της Θήρας εμφάνισε όχι μόνο κάποια Αιγυπτιακά εισηγμένα αντικείμενα, όπως αυγά στρουθοκαμήλου, αλλά και Αιγυπτιακές επιδράσεις στον τομέα της εικονογραφίας.




Ωστόσο, πιθανότερο είναι ότι η επαφή με την Αίγυπτο υπήρξε μόνο έμμεση με τη μεσολάβηση της Μινωικής Κρήτης. Τα μυκηναϊκά κέντρα της ηπειρωτικής Ελλάδας απέκτησαν τη δυνατότητα άμεσων σχέσεων με την Αίγυπτο μόλις κατά τη διάρκεια της Υστεροελλαδικής ΙΙ - ΙΙΙ, όταν κατέλαβαν την Κρήτη και πήραν τη θέση των Μινωιτών στο εξωτερικό εμπόριο και τις διπλωματικές επαφές με τα άλλα κράτη της ανατολικής Μεσογείου. Αυτή η εικόνα επιβεβαιώνεται από τη στατιστική ανάλυση των εισηγμένων Αιγυπτιακών αντικειμένων στο Αιγαίο στην Ύστερη εποχή του Χαλκού.

Στο χρονολογικό ορίζοντα της Υστερομινωικής / Υστεροελλαδικής Ι - ΙΙΙ Α 1 περιόδου οι Αιγυπτιακές εισαγωγές στην Κρήτη είναι περίπου τετραπλάσιες σε αριθμό από αυτές στην ηπειρωτική Ελλάδα. Στη διάρκεια της ακόλουθης περιόδου (Υστερομινωική ΙΙΙ Α 2) παρατηρείται στην Κρήτη μια δραστική μείωση των εισαγωγών, η οποία συνδυάζεται στην Υστεροελλαδική ΙΙΙ Β με μια εντυπωσιακή αύξηση των εισηγμένων αντικειμένων από την Εγγύς Ανατολή και την Αίγυπτο, τα οποία σε σύγκριση με τις προηγούμενες περιόδους δεκαπλασιάζονται.

Τα στοιχεία αυτά συνδυάζονται και με μια μεγάλη αύξηση των Μυκηναϊκών αντικειμένων στην Αίγυπτο και την Εγγύς Ανατολή. Η εποχή της μεγαλύτερης ακμής στις επαφές του Μυκηναϊκού πολιτισμού με τα κέντρα της ανατολικής Μεσογείου τοποθετείται χρονολογικά στην Υστεροελλαδική ΙΙΙ Α 2 και Υστεροελλαδική ΙΙΙ Β 1 περίοδο. Στο τελευταίο στάδιο της Ύστερης εποχής του Χαλκού, την ταραγμένη εποχή των μετακινήσεων των Λαών της Θάλασσας, τα εισηγμένα αντικείμενα στο Αιγαίο μειώνονται σε σταθερό ρυθμό, χωρίς ωστόσο να εξαφανίζονται.

Τα πλούσια ευρήματα του νεκροταφείου της Περατής αποδεικνύουν ότι και σε αυτή την περίοδο, μετά την καταστροφή των Μυκηναϊκών ανακτόρων, οι εμπορικές επαφές με τα λιμάνια της Ανατολής συνεχίστηκαν.

ΠΑΛΑΙΟΑΝΑΚΤΩΡΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ - ΜΕΣΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ
(Περίπου 1900 - 1600 π.Χ.)

Η εισαγωγή Αιγυπτιακών αντικειμένων στην Κρήτη και η αφομοίωση Αιγυπτιακών συμβόλων ή εικονογραφικών τύπων στη Μινωική τέχνη συνεχίζεται σε αυτή την περίοδο με αμείωτη ένταση. Για πρώτη φορά κατά τη διάρκεια της ίδιας περιόδου εμφανίζονται μινωικά αντικείμενα στην Αίγυπτο αλλά και αναφορές για τη χώρα των Κεφτιού σε Αιγυπτιακά κείμενα.

Τα εισηγμένα αυτά αντικείμενα είναι σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις πήλινα αγγεία ανακτορικού χαρακτήρα ("Καμαραϊκά"), τα οποία πρέπει να ήταν δημοφιλή στο Μέσο Βασίλειο, καθώς γίνονταν συχνά αντικείμενο μίμησης από ντόπιους κεραμουργούς. Το μοναδικό ίσως μη κεραμικό εισηγμένο αντικείμενο στην Αίγυπτο αποτελεί το τμήμα ενός πιθανότατα Μινωικού λίθινου αγγείου από το Εl-Lahun.

Αιγαίο
Η εισαγωγή Αιγυπτιακών αντικειμένων στην Κρήτη συνδυάστηκε με τη μίμησή τους από ντόπιους καλλιτέχνες, όπως παρατηρείται κυρίως στην περίπτωση των δύο δημοφιλέστερων Αιγυπτιακών προϊόντων στο νησί, των σκαραβαίων και των λίθινων αγγείων. Ήδη σε αυτή την πρώιμη ακόμα φάση των επαφών μεταξύ των δύο πλευρών κάποια Αιγυπτιακά σύμβολα αφομοιώνονται από τη Μινωική εικονογραφία, τα οποία αποκτούν σταδιακά ένα συμβολικό περιεχόμενο που άλλοτε είναι σχετικό και άλλοτε τελείως ξένο με αυτό του Αιγυπτιακού προτύπου.

Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα υιοθέτησης ενός Αιγυπτιακού συμβόλου και προσαρμογής του στα Μινωικά δεδομένα αποτελεί η θεά ιπποπόταμος Ταούρτ, η οποία εμφανίζεται για πρώτη φορά στη Μεσομινωική εικονογραφία και σταδιακά μεταβάλλεται από τους Μινωίτες σε ένα δαίμονα ή θεό της γονιμότητας που προσφέρει χοές. Στο Quartier Mu των Μαλίων βρέθηκαν σε ένα σύνολο της Μεσομινωικής ΙI περιόδου πήλινες αναθηματικές πλάκες που φέρουν εικονιστικές παραστάσεις. Πρόκειται για έργα σαφώς επηρεασμένα από Αιγυπτιακά πρότυπα.

Το πιο χαρακτηριστικό από αυτά αποτελεί μια πλάκα με την παράσταση σφίγγας. Η απόδοσή της εμφανίζει τα τυπικά Αιγυπτιακά χαρακτηριστικά, με ουρά και τη γενειάδα του Όσιρι, το κεφάλι της ωστόσο είναι χωρίς αμφιβολία Μινωικό. Και εδώ πρόκειται για την υιοθέτηση ενός Αιγυπτιακού θέματος με συμβολικό περιεχόμενο στη μινωική τέχνη. Δύσκολο παραμένει ωστόσο να ανιχνευθεί η συμβολική σημασία που θα είχε μια τέτοια σφίγγα στη Μινωική εικονογραφία. Στα Μάλια υπάρχουν και άλλες κατηγορίες ευρημάτων με Αιγυπτιακές επιδράσεις.

Ορισμένα Μεσομινωικά αγγεία φέρουν πλαστική διακόσμηση γυναικείων μορφών που θηλάζουν, οι οποίες συνδέονται στενά με ένα χαρακτηριστικό τύπο Αιγυπτιακού τελετουργικού αγγείου, την επονομαζόμενη Gravidenflasche. Εισηγμένα αγγεία αυτού του τύπου απαντούν μάλιστα σε μεταγενέστερα Κρητικά σύνολα. Άγνωστο είναι ωστόσο αν οι μικρές πήλινες γάτες που λειτουργούσαν επίσης ως επίθετη πλαστική διακόσμηση στην κεραμική είχαν την έμπνευσή τους στην Αιγυπτιακή τέχνη ή αποτέλεσαν ένα ντόπιο, ανεξάρτητο από εξωτερική επίδραση, διακοσμητικό θέμα.



Προβληματικό παραμένει στην ερμηνεία του το αναθηματικό ειδώλιο του Αιγύπτιου χρυσοχόου User που βρέθηκε στην Κνωσό. Μια πιθανή εξήγηση είναι ότι ο κάτοχός του επισκέφθηκε το νησί και αφιέρωσε το ειδώλιο με το όνομά του σε κάποιο Κνωσιακό ιερό ή το δώρισε ως ενθύμιο σε κάποιο μέλος της βασιλικής αυλής.

Στο τέλος αυτής της περιόδου, όταν στην Αίγυπτο κυριαρχούσαν οι Συροπαλαιστινιακής καταγωγής Υκσώς, οι επαφές με τη Μινωική Κρήτη συνεχίζονταν. Το αλαβάστρινο πώμα με τη δέλτο του Φαραώ Κυάν μπορεί να ερμηνευθεί ως ένα διπλωματικό δώρο του Υκσώς Φαραώ στο Μινωίτη ηγεμόνα, αποτελώντας έτσι μια σοβαρή ένδειξη για το ενδιαφέρον των Υκσώς να διατηρήσουν καλές διπλωματικές σχέσεις με την περιοχή του Αιγαίου. Ο σκαραβαίος της εποχής των Υκσώς που βρέθηκε στην Κνωσό θα μπορούσε να έφθασε στο νησί ως ενθύμιο από ένα ταξίδι στην Αίγυπτο.

Αίγυπτος
Εισαγωγές
Για τις δύο σημαντικότερες κατηγορίες Αιγαιακών εισαγωγών στην Αίγυπτο, τις οργανικές ουσίες και τα τέχνεργα, είμαστε αναγκασμένοι να καταφύγουμε σε έμμεσες μαρτυρίες. Η εισαγωγή κρασιού, λαδιού ή αρωματικών ελαίων επιβεβαιώνεται από τα ευρήματα Αιγαιακής κεραμικής στην Αίγυπτο, τα οποία στην πλειονότητά τους αποτελούνται από κλειστά σχήματα με λιτή διακόσμηση. Αυτά τα αγγεία δεν είχαν κάποια ιδιαίτερη αισθητική αξία αλλά λειτουργούσαν αποκλειστικά ως δοχεία για μια από τις παραπάνω οργανικές ουσίες. Οι γραπτές πηγές της περιόδου αυτής αναφέρουν σε δύο περιπτώσεις οργανικές ουσίες από την Κρήτη.

Σε έναν "Ιατρικό Πάπυρο" γίνεται λόγος για φασόλια από την Κρήτη (Κεφτιού), τα οποία θα ήταν γνωστά στους Αιγύπτιους λόγω των θεραπευτικών τους ιδιοτήτων. Μια δεύτερη σχετική μαρτυρία αποτελεί και η αναφορά στην αινιγματική ουσία Κεφτιού την οποία περιείχε -σύμφωνα με την επιγραφή του- ένα αγγείο που βρέθηκε στον τάφο του Τούθμωσι Δ'. Ανάμεσα στις Αιγαιακές πρώτες ύλες που εξάγονταν συστηματικά στην Αίγυπτο συγκαταλέγονται κατά πάσα πιθανότητα και τα κέρατα Κρητικών αιγάγρων, τα οποία -όπως υπέθεσε πρώτος ο Arthur Evans- χρησιμοποιούνταν για την κατασκευή σύνθετων τόξων.

Τέτοια τόξα είναι γνωστά μόνο από την εικονογραφία, και συγκεκριμένα από τις παραστάσεις ξένων πρεσβειών (μεταξύ των οποίων και Αιγαιακών) με δώρα για τον Αιγύπτιο Φαραώ. Τη σημαντικότερη πηγή για την εισαγωγή Μινωικών ή Αιγαιακών τέχνεργων στην Αίγυπτο αποτελούν οι τοιχογραφίες από τους τάφους των Αιγύπτιων ευγενών στις Θήβες. Αυτές ιστορούν διπλωματικές πρεσβείες των Κεφτιού ή των "Νησιών στη Μέση της Μεγάλης Πράσινης (θάλασσας)" με πολύτιμα δώρα για τον Αιγύπτιο βασιλιά.

Μεταξύ αυτών των δώρων τους εικονίζονται κυρίως μεταλλικά και λίθινα αγγεία, ορισμένες φορές με εξαιρετική πιστότητα. Τα αρχαιολογικά ευρήματα Αιγαιακών εισαγωγών στην Αίγυπτο περιορίζονται αντίθετα στο χώρο της κεραμικής. Μια άλλη κατηγορία Μινωικών εισαγωγών στην Αίγυπτο, η οποία επίσης μαρτυρείται μόνο έμμεσα, αποτελούν τα υφαντά ή τα ενδύματα. Σε διάφορους τάφους ευγενών της 18ης Δυναστείας στις Θήβες οι τοίχοι διακοσμήθηκαν με περίτεχνα γεωμετρικά ή εικονιστικά θέματα που μιμούνται τα σχέδια των Αιγαιακών υφαντών ή ακόμα και των διακοσμημένων δερμάτων.

Υφαντά απεικονίζονται και στον τάφο του Menchepereseneb, μεταξύ των δώρων της Αιγαιακής πρεσβείας για τον Αιγύπτιο βασιλιά. Μια άλλη πιθανή πηγή έμπνευσης για τους Αιγύπτιους καλλιτέχνες ίσως να υπήρξαν τα περίτεχνα περιζώματα των μελών αυτών των διπλωματικών πρεσβειών, τα οποία συχνά απεικονίζονται σε αυτές τις ταφικές τοιχογραφίες επίσης με αξιοθαύμαστη λεπτομέρεια.

Επιδράσεις
Την πιο εντυπωσιακή μαρτυρία για την απήχηση της Μινωικής τέχνης στον Αιγυπτιακό χώρο αποτελούν οι τοιχογραφίες της Αυάριδος (Tell el-Dab'a), έργα Μινωικού χαρακτήρα που κόσμησαν κάποιο ή κάποια "ανακτορικά" κτήρια της αρχόμενης 18ης Δυναστείας, αμέσως δηλαδή μετά την εκδίωξη των Υκσώς από τη χώρα. Στην Αιγυπτιακή εικονογραφία αυτής της περιόδου εμφανίζονται σποραδικά ορισμένα μοτίβα, τα οποία είχαν πιθανότατα Αιγαιακή προέλευση. Στον τάφο της Αχότεπ, μητέρας του διώκτη των Υκσώς και πρώτου Φαραώ της 18ης Δυναστείας Άχμωσι, βρέθηκαν δύο αντικείμενα τα οποία προδίδουν Μινωική επίδραση.

Πρόκειται για ένα εγχειρίδιο με το όνομα της Αχότεπ και έναν πέλεκυ με τη δέλτο του γιου της Άχμωσι. Η λεπίδα του εγχειριδίου είναι διακοσμημένη με ένα Αιγαιακό εικονογραφικό θέμα, το κυνήγι ενός ταύρου από ένα λιοντάρι, το οποίο επιτίθεται σε "ιπτάμενο καλπασμό". Η λεπίδα του πέλεκυ είναι διακοσμημένη με ένα γρύπα, τα φτερά του οποίου αποδίδονται με έναν τυπικά Αιγαιακό τρόπο, γνωστό ως "notched plume". Και στις δύο περιπτώσεις πρόκειται για ντόπια έργα τα οποία υιοθετούν ένα Αιγαιακό εικονογραφικό θέμα.



Είναι πολύ πιθανόν ότι εδώ μαζί με τα μοτίβα υιοθετείται και η συμβολική σημασία που αυτά είχαν στη Μινωική εικονογραφία, πιθανώς ως σύμβολα έκφρασης της βασιλικής δύναμης. Πέρα από αυτές τις μεμονωμένες περιπτώσεις κανένα από τα Μινωικά σύμβολα δεν αφομοιώθηκε ποτέ από την Αιγυπτιακή εικονογραφία, στην κλίμακα που αυτό συνέβη για διάφορα αιγυπτιακά σύμβολα στο Αιγαίο, όπως ο πάπυρος, ο πίθηκος και η θεά Ταούρτ.

ΝΕΟΑΝΟΚΤΟΡΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ - ΠΡΩΙΜΟ ΝΕΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ
(Περίπου 1600 - 1400 π.Χ.)

Η Ύστερη εποχή του Χαλκού ήταν η περίοδος των εντατικότερων επαφών μεταξύ Αιγαίου και Αιγύπτου. Στο πρώιμο τμήμα αυτής της περιόδου (Υστερομινωική Ι Α - Β) η Κρήτη συνέχιζε τις τακτικές εμπορικές και διπλωματικές σχέσεις με το Φαραωνικό κράτος. Την πιο σημαντική μαρτυρία για αυτές τις σχέσεις αποτελούν οι παραστάσεις αιγαίων απεσταλμένων στους Αιγυπτιακούς τάφους ευγενών της 18ης Δυναστείας στα νεκροταφεία των Θηβών.

Στις συνοδευτικές επιγραφές αυτών των σκηνών αναφέρονται δίπλα στους κατοίκους της Κρήτης -γνωστούς στην Αίγυπτο με το όνομα Κεφτιού- και οι κάτοικοι των "Νησιών στη Μέση της Μεγάλης Πράσινης", με τα οποία εννοούνταν χωρίς αμφιβολία τα νησιά του Αιγαίου και ίσως και η Πελοπόννησος. Για πρώτη φορά λοιπόν μαρτυρείται σε αυτή την περίοδο η άμεση επαφή και άλλων περιοχών του Αιγαίου, εκτός της Κρήτης, με τον Αιγυπτιακό πολιτισμό.

Αιγαίο
Εισαγωγές
Πολλά από τα "εξωτικά" ορυκτά ή μέταλλα που εισάγονταν στην Κρήτη και το Αιγαίο κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου προέρχονταν πιθανώς από την Αίγυπτο. Στην περίπτωση του αλάβαστρου η Αιγυπτιακή προέλευση πρέπει να θεωρείται βέβαιη. Άλλα ορυκτά ωστόσο, όπως η ορεία κρύσταλλος, ο αμέθυστος και ο καρνελιανός, έχουν αδιευκρίνιστη προέλευση. Η ορεία κρύσταλλος απαντά σε διάφορες περιοχές της Κρήτης και αποτέλεσε συχνά το υλικό κατασκευής για διάφορες κατηγορίες Μινωικών μικροαντικειμένων, όπως σφραγίδες, περίαπτα, ψήφους και ενθέματα.

Η εισαγωγή, σε κομμάτια μεγάλου μεγέθους, Αιγυπτιακής ορείας κρυστάλλου -που δεν προσφερόταν στην Κρήτη- πιθανολογείται για την κατασκευή αγγείων, όπως το ρυτό από το "Θησαυροφυλάκιο" του ανακτόρου της Ζάκρου. Πιθανότερη χώρα προέλευσης του αμέθυστου είναι η Αίγυπτος, όπου το ορυκτό αυτό εξορυσσόταν συστηματικά από την εποχή του Μέσου Βασιλείου, κυρίως στην περιοχή της Ανατολικής Ερήμου. Ίσως δεν είναι συμπτωματικό, πως την ίδια ακριβώς χρονική περίοδο (Μεσομινωική εποχή) εμφανίζονται και τα πρώτα αντικείμενα από αμέθυστο στην Κρήτη.

Ο καρνελιανός προερχόταν πιθανότατα και αυτός από την Αίγυπτο, όπου έχουν ανιχνευθεί ορυχεία του που βρίσκονταν σε χρήση στη Φαραωνική περίοδο. Στο Αιγαίο χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή σφραγίδων και κοσμημάτων. Κατά τη διάρκεια της Υστερομινωικής Ι περιόδου εισήχθησαν για πρώτη φορά στην Κρήτη αυγά στρουθοκαμήλου, τα οποία μετατρέπονταν από τους Μινωίτες σε αγγεία με την προσθήκη λαιμού, χείλους, βάσης, ποδιού και διακοσμητικών ενθέσεων από ποικίλα υλικά, όπως χρυσό, άργυρο, ορείχαλκο, φαγεντιανή και ξύλο.

Ανάλογα αγγεία από αυγά στρουθοκαμήλου που βρέθηκαν στη Θήρα και τις Μυκήνες αποτελούν προφανώς Μινωικά έργα. Η εισαγωγή Αιγυπτιακών λίθινων αγγείων από αλάβαστρο, διορίτη, ασβεστολιθικά πετρώματα και gabbro συνεχίζεται, με πιο αξιοσημείωτο στοιχείο την προσπάθεια μεταποίησής τους από τους Μινωίτες καλλιτέχνες. Συνηθισμένο ήταν το άνοιγμα οπών και η προσθήκη στομίου, λαιμού και λαβών, μια πρακτική ανάλογη με την επεξεργασία των αυγών στρουθοκαμήλου.

Σε σχέση με την πληθώρα Αιγυπτιακών λίθινων αγγείων η παρουσία Αιγυπτιακής κεραμικής στην Κρήτη είναι ισχνή, προφανώς γιατί τα πήλινα αυτά αγγεία δε χρησίμευαν παρά μόνο ως δοχεία για κάποιες άγνωστες σε μας ουσίες. Το μοναδικό λεπτομερές δημοσιευμένο σύνολο Αιγυπτιακής κεραμικής από την Κρήτη προέρχεται από τον Κομμό, το λιμάνι αυτό στη νότια ακτή του νησιού, το οποίο έπαιξε -λόγω γεωγραφικής θέσης- ένα σημαντικό ρόλο στην επικοινωνία με την Αίγυπτο.

Τα σωζόμενα Αιγυπτιακά όστρακα από τον Κομμό ανήκουν κυρίως σε ακόσμητους αποθηκευτικούς αμφορείς και βρέθηκαν σε Υστερομινωικά Ι - Υστερομινωικά ΙΙΙ Α 1 στρώματα. Η εισαγωγή εξωτικών ζώων από την Αίγυπτο στο Αιγαίο είναι φυσικά δύσκολο να ανιχνευθεί αρχαιολογικά. Στην περίπτωση του πιθήκου, το μοναδικό μέχρι τώρα γνωστό ζωολογικό δεδομένο αποτελεί η αναφορά εύρεσης ενός απολιθωμένου κρανίου στον οικισμό του Ακρωτηριού.



Ωστόσο, η πιστότητα της απόδοσης των ανατομικών λεπτομερειών και η ποικιλία των στάσεων του ζώου στις Μινωικές και Θηραϊκές τοιχογραφίες προϋποθέτουν ότι οι ντόπιοι καλλιτέχνες δεν αντέγραψαν απλώς Αιγυπτιακά πρότυπα αλλά είχαν τη δυνατότητα άμεσης παρατήρησης. Μια ανάλογη υπόθεση μπορεί να διατυπωθεί και για τις αντιλόπες της γνωστής Θηραϊκής τοιχογραφίας, οι οποίες μοιάζουν ιδιαίτερα σε δύο είδη αντιλοπών που ζουν στην Αφρική. Η φυσιοκρατική απόδοσή τους, ως προς τη στάση τους και τις ανατομικές λεπτομέρειες, κάνουν πιθανή την εισαγωγή τέτοιων ζώων στο Αιγαίο.

Επιστρέφοντας στην περίπτωση του πιθήκου μια Αιγυπτιακή επίδραση θα μπορούσε να ανιχνευθεί στη συμβολική σημασία του ζώου, το οποίο εμφανίζεται στο Αιγαίο ως ένας μεσολαβητής μεταξύ θεών και ανθρώπων.

Επιδράσεις
Οι Μινωίτες καλλιτέχνες δεν περιορίστηκαν στη μεταποίηση Αιγυπτιακών αγγείων, αλλά εμπνεύστηκαν από αυτά και για την κατασκευή νέων από εγχώρια υλικά. Αυτή η πρακτική, που βεβαιώνεται ήδη από τα Πρωτομινωικά ΙΙ χρόνια με την αντιγραφή του Αιγυπτιακού τύπου μικρογραφικού αμφορέα, συνεχίστηκε στα Μεσομινωικά χρόνια, με τη μίμηση Αιγυπτιακών σχημάτων λαξευμένων πλέον σε σκληρότερους λίθους, και άνθισε κυρίως στα Υστερομινωικά χρόνια.

Αξιοσημείωτο είναι ότι σε αυτή την τελευταία περίοδο αντιγράφονταν συχνά τύποι Αιγυπτιακών αγγείων του Αρχαίου Βασιλείου, τα οποία προφανώς βρίσκονταν ακόμα σε κυκλοφορία στην Κρήτη. Οι Μινωίτες καλλιτέχνες εμπνεύστηκαν ακόμα και από το αρμονικό σχήμα των αυγών στρουθοκαμήλου για τη δημιουργία ενός νέου τύπου ρυτού.

Εικονογραφικά θέματα της Ύστερης εποχής του Χαλκού που μπορούν να θεωρηθούν Αιγυπτιακά δάνεια είναι ο πάπυρος, ο λωτός και ο κρίνος τύπου waz. Ο πάπυρος ίσως να μεταφέρθηκε στο Αιγαίο μαζί με τη σημασία που κατείχε στην Αίγυπτο ως σύμβολο γονιμότητας και ανανέωσης. Μία ένδειξη για την Αιγυπτιακή καταγωγή του συγκεκριμένου μοτίβου αποτελεί η συχνή απεικόνισή του κατά τριάδες, όπως και το αιγυπτιακό ιερογλυφικό σημείο του παπύρου που αντιπροσώπευε την Κάτω (βόρεια) Αίγυπτο.

Αίγυπτος 
Εισαγωγές
Για τις δύο σημαντικότερες κατηγορίες Αιγαιακών εισαγωγών στην Αίγυπτο, τις οργανικές ουσίες και τα τέχνεργα, είμαστε αναγκασμένοι να καταφύγουμε σε έμμεσες μαρτυρίες. Η εισαγωγή κρασιού, λαδιού ή αρωματικών ελαίων επιβεβαιώνεται από τα ευρήματα Αιγαιακής κεραμικής στην Αίγυπτο, τα οποία στην πλειονότητά τους αποτελούνται από κλειστά σχήματα με λιτή διακόσμηση. Αυτά τα αγγεία δεν είχαν κάποια ιδιαίτερη αισθητική αξία αλλά λειτουργούσαν αποκλειστικά ως δοχεία για μια από τις παραπάνω οργανικές ουσίες.

Οι γραπτές πηγές της περιόδου αυτής αναφέρουν σε δύο περιπτώσεις οργανικές ουσίες από την Κρήτη. Σε έναν "ιατρικό πάπυρο" γίνεται λόγος για φασόλια από την Κρήτη (Κεφτιού), τα οποία θα ήταν γνωστά στους Αιγύπτιους λόγω των θεραπευτικών τους ιδιοτήτων. Μια δεύτερη σχετική μαρτυρία αποτελεί και η αναφορά στην αινιγματική ουσία Κεφτιού την οποία περιείχε -σύμφωνα με την επιγραφή του- ένα αγγείο που βρέθηκε στον τάφο του Τούθμωσι Δ'.

Ανάμεσα στις Αιγαιακές πρώτες ύλες που εξάγονταν συστηματικά στην Αίγυπτο συγκαταλέγονται κατά πάσα πιθανότητα και τα κέρατα κρητικών αιγάγρων, τα οποία -όπως υπέθεσε πρώτος ο Arthur Evans- χρησιμοποιούνταν για την κατασκευή σύνθετων τόξων. Τέτοια τόξα είναι γνωστά μόνο από την εικονογραφία, και συγκεκριμένα από τις παραστάσεις ξένων πρεσβειών (μεταξύ των οποίων και αιγαιακών) με δώρα για τον αιγύπτιο Φαραώ.

Τη σημαντικότερη πηγή για την εισαγωγή Μινωικών ή Αιγαιακών τέχνεργων στην Αίγυπτο αποτελούν οι τοιχογραφίες από τους τάφους των Αιγύπτιων ευγενών στις Θήβες. Αυτές ιστορούν διπλωματικές πρεσβείες των Κεφτιού ή των "Νησιών στη Μέση της Μεγάλης Πράσινης (θάλασσας)" με πολύτιμα δώρα για τον Αιγύπτιο βασιλιά. Μεταξύ αυτών των δώρων τους εικονίζονται κυρίως μεταλλικά και λίθινα αγγεία, ορισμένες φορές με εξαιρετική πιστότητα. Τα αρχαιολογικά ευρήματα Αιγαιακών εισαγωγών στην Αίγυπτο περιορίζονται αντίθετα στο χώρο της κεραμικής.



Μια άλλη κατηγορία Μινωικών εισαγωγών στην Αίγυπτο, η οποία επίσης μαρτυρείται μόνο έμμεσα, αποτελούν τα υφαντά ή τα ενδύματα. Σε διάφορους τάφους ευγενών της 18ης Δυναστείας στις Θήβες οι τοίχοι διακοσμήθηκαν με περίτεχνα γεωμετρικά ή εικονιστικά θέματα που μιμούνται τα σχέδια των Αιγαιακών υφαντών ή ακόμα και των διακοσμημένων δερμάτων. Υφαντά απεικονίζονται και στον τάφο του Menchepereseneb, μεταξύ των δώρων της Αιγαιακής πρεσβείας για τον Αιγύπτιο βασιλιά.

Μια άλλη πιθανή πηγή έμπνευσης για τους Αιγύπτιους καλλιτέχνες ίσως να υπήρξαν τα περίτεχνα περιζώματα των μελών αυτών των διπλωματικών πρεσβειών, τα οποία συχνά απεικονίζονται σε αυτές τις ταφικές τοιχογραφίες επίσης με αξιοθαύμαστη λεπτομέρεια.

Επιδράσεις
Την πιο εντυπωσιακή μαρτυρία για την απήχηση της μινωικής τέχνης στον Αιγυπτιακό χώρο αποτελούν οι τοιχογραφίες της Αυάριδος (Tell el-Dab'a), έργα Μινωικού χαρακτήρα που κόσμησαν κάποιο ή κάποια "ανακτορικά" κτήρια της αρχόμενης 18ης Δυναστείας, αμέσως δηλαδή μετά την εκδίωξη των Υκσώς από τη χώρα. Στην αιγυπτιακή εικονογραφία αυτής της περιόδου εμφανίζονται σποραδικά ορισμένα μοτίβα, τα οποία είχαν πιθανότατα Αιγαιακή προέλευση.

ΜΥΚΗΝΑΪΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ - ΥΣΤΕΡΟ ΝΕΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ 
(1400 - 1100 π.X.)

Στους τρεις τελευταίους αιώνες της εποχής του Χαλκού τα Μυκηναϊκά κέντρα της ηπειρωτικής Ελλάδας, έχοντας θέσει κάτω από τον πολιτικό και οικονομικό έλεγχό τους την Κρήτη, ανέλαβαν τη θέση που αυτή κατείχε στο διεθνές εμπόριο και τις διπλωματικές σχέσεις με τα κράτη της Εγγύς Ανατολής και την Αίγυπτο. Την πιο εντυπωσιακή μαρτυρία για τη διατήρηση των πυκνών εμπορικών επαφών του Αιγαίου με τα κέντρα της ανατολικής Μεσογείου αποτελεί το πλούσιο φορτίο του πλοίου που ναυάγησε στο Uluburun, το οποίο είχε αναμφίβολα ως τελικό προορισμό του κάποιο ή κάποια Αιγαιακά λιμάνια.

Την εποχή που η Μυκηναϊκή Ελλάδα εισερχόταν στο διεθνές διπλωματικό προσκήνιο της εποχής της φαίνεται να απηχεί η πληροφορία των "Χρονικών" του Τούθμωσι Γ' ότι στο 42ο έτος της βασιλείας του παρέλαβε τα δώρα της Tjnaj (χώρας των Δαναών). Στο πλαίσιο αυτών των διπλωματικών επαφών θα μπορούσαν ίσως να τοποθετηθούν, αν όχι όλα, κάποια τουλάχιστον από τα Αιγυπτιακά εισηγμένα αντικείμενα που βρέθηκαν στο Αιγαίο και έφεραν το όνομα του Φαραώ Αμένωφι Γ' ή της Μεγάλης Βασιλικής Συζύγου του Τέγε.

Αιγαίο
(1400 - 1100 π.X.)

Αιγυπτιακά εισηγμένα αντικείμενα αυτής της περιόδου είναι γνωστά κυρίως από την Αργολίδα, τα πολιτικά κέντρα της οποίας διατηρούσαν προφανώς με τους Αιγύπτιους τις στενότερες σχέσεις σε σύγκριση με όλες τις άλλες Αιγαιακές πόλεις. Τα εισηγμένα αυτά αντικείμενα είναι αγγεία από αλάβαστρο ή φαγεντιανή αλλά και σκαραβαίοι ή πλακίδια με τα ονόματα του Αμένωφι Γ' ή της γυναίκας του Τέγε, που αποτελούν προφανώς ενθύμια από παλαιότερες γενεές. Οι σκαραβαίοι με τα ονόματα του Αμένωφι ή της Τέγε παρουσιάζουν ωστόσο μια αξιοσημείωτη διασπορά και εκτός Αργολίδας στην Κρήτη (Κνωσός, Φαιστός, Αγία Τριάδα, Κυδωνία) και στον ’γιο Ηλία της Αιτωλίας.

Τα περισσότερα από αυτά τα κέντρα που απέδωσαν τους ενεπίγραφους σκαραβαίους αναφέρονται και στο γεωγραφικό κατάλογο των Αιγαιακών θέσεων στον ταφικό ναό του Αμένωφι Γ' στο Kom el-Hetan. Ο συνδυασμός αυτών των δεδομένων καθιστά προφανές ότι μετά την αλλαγή του πολιτικού σκηνικού στο Αιγαίο και οι δύο πλευρές (Αιγύπτιοι και Μυκηναίοι) επιδίωξαν να διατηρήσουν τις εμπορικές και διπλωματικές επαφές που είχαν αναπτυχθεί κατά τη διάρκεια των προηγούμενων περιόδων.

Οι μαρτυρίες για τις σχέσεις Αιγαίου και Αιγύπτου δεν περιορίζονται ωστόσο στα χρόνια του Αμένωφι Γ', αλλά αναφέρονται και στην περίοδο των προκατόχων του στο Φαραωνικό θρόνο. Ως ένα από τα σημαντικότερα Αιγυπτιακά ευρήματα αυτής της φάσης θεωρείται ο αλαβάστρινος αμφορέας με τη δέλτο του Τούθμωσι Γ' που βρέθηκε σε έναν Υστερομινωικό ΙΙΙ Α 1 τάφο του Κατσαμπά, ακόμα και αν το συγκεκριμένο αγγείο -λόγω της πρόχειρης κατασκευής του- δεν είναι βέβαιο ότι αποτέλεσε βασιλικό δώρο.

Στις ακροπόλεις των Μυκηνών και της Τίρυνθας βρέθηκαν δύο ειδώλια πιθήκων από φαγεντιανή, τα οποία φέρουν τη δέλτο του Αμένωφι Β'. Αξιοσημείωτη είναι τέλος η εύρεση σε έναν από τους θαλαμωτούς τάφους των Δενδρών 40.000 μικρών ψήφων από φαγεντιανή, ο αριθμός και τύπος των οποίων υποδηλώνει ότι αρχικά αποτελούσαν μια επίθετη διακόσμηση ενδυμάτων που ήταν συνηθισμένη στην Αίγυπτο.

Ακόμα και στο τέλος της εποχής του Χαλκού, την ταραγμένη εποχή των μετακινήσεων των Λαών της Θάλασσας, οι σχέσεις με την Αίγυπτο δε διακόπηκαν. Στο νεκροταφείο της Περατής βρέθηκαν περίπου 20 Αιγυπτιακά αντικείμενα σε τάφους της Υστεροελλαδικής ΙΙΙ Γ 1 περιόδου, μία ένδειξη ότι ακόμα και μετά την καταστροφή των Μυκηναϊκών ανακτόρων κάποια ηπειρωτικά κέντρα διατηρούσαν -εμπορικές προφανώς- σχέσεις με την Αίγυπτο. Σε αυτά τα αντικείμενα μπορούν να προστεθούν δύο δέλτοι από φαγεντιανή με το όνομα του Ραμσή Β' και δύο σκαραβαίοι επίσης από φαγεντιανή, που προέρχονται ωστόσο από σύνολα με χρονολογικά ανομοιογενή κεραμική.



Στον ίδιο χρονολογικό ορίζοντα αλλά και στο ίδιο ιστορικό πλαίσιο με την παρουσία Αιγυπτιακών αντικειμένων σε υστεροελλαδικούς ΙΙΙ Γ 1 τάφους της Περατής ανήκει και το ναυάγιο της Χελιδονίας Άκρας. Το πλοίο που βυθίστηκε γύρω στο 1100 π.Χ. μετέφερε ένα φορτίο χάλκινων ταλάντων και Χαναανίτικων αμφορέων και είχε ως προορισμό του κάποιο ή κάποια Αιγαιακά λιμάνια. Μεταξύ των ευρημάτων περιλαμβάνονταν τέσσερις σκαραβαίοι και ένα πλακίδιο από υαλόμαζα Αιγυπτιακής προέλευσης.

Αίγυπτος
Η εισαγωγή Μυκηναϊκής κεραμικής, που είχε ήδη ξεκινήσει σποραδικά από την προηγούμενη περίοδο, συνεχίζεται κατά τη διάρκεια του 14ου και 13ου αιώνα π.X. σε ευρύτερη πλέον κλίμακα, τόσο ως προς την ποσότητα όσο και ως προς τη διασπορά των αγγείων στις Αιγυπτιακές θέσεις. Σε λίγες μόνο περιπτώσεις αναγνωρίζονται μεταξύ των Μυκηναϊκών αγγείων κάποια που κατασκευάστηκαν σε Κρητικά εργαστήρια.

Οι ανασκαφικές έρευνες των τελευταίων χρόνων στην Αίγυπτο φέρνουν στο φως όλο και περισσότερα παραδείγματα Υστεροελλαδικής ΙΙΙ Β κεραμικής σε σύνολα της Ραμεσσιδικής περιόδου (19η Δυναστεία), αναθεωρώντας έτσι παλαιότερες απόψεις ότι οι Αιγυπτοαιγαιακές σχέσεις κατά τη διάρκεια του 13ου αιώνα π.Χ. περιορίστηκαν σε σημαντικό βαθμό.

Τις δύο μεγαλύτερες συγκεντρώσεις κεραμικής στην Αίγυπτο αποτελούν τα δύο ακέραια αγγεία και πάνω από 1500 όστρακα που βρέθηκαν στην εφήμερη πρωτεύουσα του Αιγυπτιακού κράτους Αμάρνα, η οποία κατοικήθηκε για ένα σύντομο μόνο διάστημα (20 περίπου χρόνων), αλλά και τα 120 περίπου όστρακα από τον εργατικό οικισμό της Deir el Medina. Τα αγγεία των δύο αυτών κεραμικών συνόλων, που χρονολογούνται στην Υστεροελλαδική ΙΙΙ Α - Β περίοδο, αποτέλεσαν αναμφίβολα δοχεία για την εισαγωγή κάποιων οργανικών ουσιών από το Αιγαίο, προφανώς λαδιού, κρασιού ή αρωματικών ελαίων.

Οι Αιγυπτιακές πηγές αυτής της περιόδου σώζουν επίσης αναφορές στην Tjnaja, τους Κεφτιού ή τα "Νησιά στη Μέση της Μεγάλης Πράσινης". Οι περισσότερες ωστόσο από αυτές, όπως οι γεωγραφικοί κατάλογοι ή οι πομπές ξένων απεσταλμένων με δώρα για το Φαραώ, είναι στερεότυπες και φαίνονται πως αντλούν την έμπνευσή τους λιγότερο από την ιστορική πραγματικότητα και περισσότερο από εικονογραφικά ή λογοτεχνικά πρότυπα παλαιότερων περιόδων.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ
ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΙΣ
Οι σχέσεις μεταξύ Αιγαίου και Αιγύπτου είχαν κατά την εποχή του Χαλκού τη μορφή:

α) Εμπορικών ανταλλαγών, β) Πολιτικών / διπλωματικών επαφών, που περιλάμβαναν την ανταλλαγή επίσημων δώρων συμβολικού χαρακτήρα, και γ) Αμφίδρομων πολιτιστικών επιδράσεων στον τομέα της τέχνης, τεχνικής και θρησκείας. Από την Αίγυπτο εισάγονταν κυρίως πολύτιμες πρώτες ύλες αλλά και τέχνεργα.
Οι Μινωικές εξαγωγές στην Αίγυπτο αποτελούνταν κατά κύριο λόγο από φθαρτά υλικά, που είναι δύσκολο να ανιχνευθούν αρχαιολογικά, για τα οποία και σώζονται μόνο έμμεσες μαρτυρίες. Στην ενότητα αυτή, που επικεντρώνει το ενδιαφέρον της στο επίπεδο των δομών, παρουσιάζονται οι παράγοντες εκείνοι που διαμόρφωσαν τους διάφορους τρόπους πολιτιστικής επικοινωνίας μεταξύ Αιγαίου και Αιγύπτου, όπως οι θαλάσσιοι δρόμοι, οι μηχανισμοί επικοινωνίας και ανταλλαγής, καθώς τέλος και τα οικονομικά και πολιτικά ενδιαφέροντα των δύο πλευρών.

ΘΑΛΑΣΣΙΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
H θαλάσσια επικοινωνία στην ανατολική Μεσόγειο είχε εδραιωθεί ήδη από την αρχή της εποχής του Χαλκού. H θάλασσα εξασφάλιζε τους απαραίτητους δρόμους για το εμπόριο των προϊόντων, την ανταλλαγή αγαθών, τις διπλωματικές σχέσεις και τις συχνές επαφές μεταξύ των μεγάλων πολιτισμών της περιοχής. Tο ιδιαίτερο ενδιαφέρον της Κρήτης για την ανεύρεση πολύτιμων πρώτων υλών οδήγησε στη δημιουργία ενός εκτεταμένου δικτύου εμπορικών οδών και σταθμών. Tα θαλάσσια ταξίδια ήταν πάντως ριψοκίνδυνα, λόγω των ισχυρών ρευμάτων και ανέμων, με αποτέλεσμα πολλά πλοία να ναυαγούν χωρίς να φτάσουν ποτέ στον τελικό προορισμό τους.

Θαλάσσιοι Δρόμοι
Η ναυσιπλοΐα στην ανατολική Μεσόγειο περιοριζόταν χωρίς αμφιβολία στους καλοκαιρινούς μήνες, από τα τέλη Μαΐου μέχρι και τα τέλη Οκτωβρίου, λαμβάνοντας υπόψη ότι σε αυτή την περιοχή η καλοκαιρία είχε διάρκεια πέντε μηνών, όπως και στις μέρες μας. Ο πιθανότερος δρόμος θαλάσσιας επικοινωνίας μεταξύ Αιγαίου και Αιγύπτου ξεκινούσε από τη νότια ακτή του νησιού και ακολουθώντας μια νότια - νοτιοανατολική πορεία κατέληγε στις ακτές της Λιβύης και μετά από μια παράκτια διαδρομή προς τα ανατολικά στο Δέλτα του Νείλου.



Το ταξίδι αυτό θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί κάτω από ιδανικές συνθήκες σε τέσσερις έως πέντε ημέρες. Ένα πιθανό αγκυροβόλιο στη Λιβυκή ακτή, κοντά στο Αιγυπτιακό Δέλτα, είναι το Marsah Matruh, που βρίσκεται στο γεωγραφικό μήκος της Κάσου. Στο Λιβυκό αυτό λιμάνι έχουν έλθει στο φως και λίγα Μινωικά και Μυκηναϊκά όστρακα. Η αντίστροφη πορεία, η απευθείας δηλαδή σύνδεση των ακτών του Δέλτα με τη νότια ακτή της Κρήτης, ήταν ωστόσο για τα ιστιοφόρα της εποχής του Χαλκού εξαιρετικά ριψοκίνδυνη.

Στην ανατολική Μεσόγειο κυριαρχούσαν χειμώνα και καλοκαίρι βορειοδυτικοί - δυτικοί άνεμοι και θαλάσσια ρεύματα ανάλογης κατεύθυνσης. Πιο πιθανή είναι στο πλαίσιο της τακτικής θαλάσσιας επικοινωνίας μεταξύ των δύο περιοχών μια διαδρομή που ακολουθούσε το περίγραμμα των ακτών της ανατολικής Μεσογείου με φορά αντίθετη των δεικτών του ρολογιού παραπλέοντας το Δέλτα, την Παλαιστίνη, τη Συρία, την Κύπρο, τη Λυκία και καταλήγοντας στη Ρόδο. Από εκεί το ταξίδι για την Κρήτη συνεχιζόταν μέσω της Καρπάθου και της Κάσου.

Το πρώτο Κρητικό αγκυροβόλιο θα πρέπει να ήταν το Παλαίκαστρο, για όσα πλοία είχαν τελικό προσανατολισμό τη βόρεια ακτή, και η Ζάκρος για τα πλοία που έπλεαν προς τη νότια ακτή. Η παράκτια αυτή πορεία αύξανε φυσικά τη διάρκεια του ταξιδιού, πρόσφερε όμως το πλεονέκτημα μεγαλύτερης ασφάλειας και τη δυνατότητα διανυκτέρευσης στη στεριά. Ένα πλοίο που έπλεε με συνεχείς ευνοϊκούς, πλάγιους ανέμους θα μπορούσε να διανύσει την απόσταση σε μία έως δύο εβδομάδες.

Μετά την Κύπρο άρχιζε το πιο επικίνδυνο τμήμα αυτής της θαλάσσιας διαδρομής, καθώς στα νότια Μικρασιατικά παράλια έπνεαν ισχυροί άνεμοι. Σε αυτή την περιοχή ανακαλύφθηκαν και εξερευνήθηκαν δύο ναυάγια της Ύστερης εποχής του Χαλκού. Το ταξίδι από τη βόρεια ακτή της Αφρικής προς τη νότια Κρήτη ήταν για ένα ιστιοφόρο πλοίο ριψοκίνδυνο, ωστόσο όχι αδύνατο. Υπάρχουν αρκετές αναφορές από μεταγενέστερες περιόδους για πλοία που το επιχείρησαν με επιτυχία.

Θεωρητικά δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι, σε μεμονωμένες περιπτώσεις, κάποια πλοία της εποχής του Χαλκού ακολούθησαν αυτή τη διαδρομή της άμεσης επικοινωνίας μεταξύ Αιγύπτου και Κρήτης. Ωστόσο το πολύτιμο φορτίο, τα υπερβολικά έξοδα ενός θαλάσσιου ταξιδιού και το υψηλό ρίσκο που συνόδευε ένα τέτοιο επιχείρημα κάνουν πολύ πιθανότερο οι έμποροι και οι ναυτικοί να προτιμούσαν την ασφαλέστερη παράκτια διαδρομή.

Εθνικότητα Πλοίων
Η εθνικότητα των πλοίων και των πληρωμάτων τα οποία διακινούσαν τα εμπορικά προϊόντα ή και τα διπλωματικά δώρα μεταξύ Αιγαίου και Αιγύπτου είναι -όπως έδειξαν τα δύο ναυάγια στη Χελιδονία Άκρα και το Uluburun- εξαιρετικά δύσκολο, αν όχι αδύνατον, να ανιχνευθεί αρχαιολογικά. Από τις μαρτυρίες των γραπτών και εικονογραφικών πηγών προκύπτει ότι οι Αιγαίοι, Συροπαλαιστίνιοι και Κύπριοι, οι κάτοικοι δηλαδή χωρών που βρέχονταν από τη θάλασσα, ήταν δραστήριοι ναυτικοί.

Το ερώτημα ωστόσο ποιος από αυτούς κυριαρχούσε στη διακίνηση των εμπορευμάτων στην ανατολική Μεσόγειο δεν μπορεί να απαντηθεί με βάση τα υπάρχοντα δεδομένα. Είναι πολύ πιθανόν ότι πολλά πλοία είχαν όχι αμιγή αλλά φυλετικά ανάμεικτα πληρώματα, όπως συνηθίζεται και στις μέρες μας.

Ναυάγια
Εξαιρετικής ιστορικής σημασίας για τη ναυσιπλοΐα και το εμπόριο στην ανατολική Μεσόγειο κατά την Ύστερη εποχή του Χαλκού είναι τα δύο ναυάγια που εντοπίστηκαν στις ακτές της Λυκίας, και πιο συγκεκριμένα στο Uluburun και τη Χελιδονία Άκρα. Το πλοίο του Uluburun ναυάγησε σύμφωνα με μια πρόσφατη δενδροχρονολόγηση το έτος 1317 / 1316 ± 2 , ενώ αυτό της Χελιδονίας Άκρας έναν περίπου αιώνα αργότερα (γύρω στο 1200 π.Χ.). Το πλοίο του Uluburun μετέφερε ένα πλούσιο και ανομοιογενές φορτίο που περιλάμβανε μεταξύ των άλλων μια μεγάλη ποσότητα χαλκού και κασσίτερου χυμένων σε 350 περίπου τάλαντα και 130 περίπου δίσκους.

175 περίπου δίσκους κυανής υαλόμαζας, τουλάχιστον 150 Χαναανίτικους αμφορείς -που περιείχαν στην πλειονότητά τους αρωματικό ρετσίνι τερεβίνθου (ένα είδος φυστικόδεντρου)-, Χαναανίτικα κοσμήματα, μικροαντικείμενα και όπλα, ένα Μεσοποταμιακό σφραγιδοκύλινδρο αλλά και πολλά προϊόντα Αιγυπτιακής προέλευσης, όπως ένα σκαραβαίο της Νεφερτίτης -συζύγου του Φαραώ Ακενατών-, κεραμική, κορμούς εβένου και αυγά στρουθοκαμήλου. Πιθανώς από την Αίγυπτο προέρχονταν και οι χαυλιόδοντες ελέφαντα και οι κυνόδοντες ιπποπόταμου που βρίσκονταν στο φορτίο.



Ο πολυσχιδής χαρακτήρας του φορτίου ως προς τον τύπο των αντικειμένων, το υλικό κατασκευής τους και τη χώρα προέλευσής τους είναι εντυπωσιακός. Οι χώρες προέλευσης αυτών των προϊόντων κάλυπταν όλο το γεωγραφικό φάσμα της Εγγύς Ανατολής από τη Νουβία έως τη Μεσοποταμία, υποδεικνύοντας ταυτόχρονα, σε συνδυασμό με τη θέση εύρεσης του πλοίου, ότι τελικός προορισμός του δε θα μπορούσε να ήταν άλλος από το Αιγαίο. Το κύριο φορτίο αποτελούσαν χωρίς αμφιβολία οι Χαναανίτικοι αμφορείς, τα τάλαντα χαλκού και κασσίτερου και οι δίσκοι υαλόμαζας.

Πολλά από τα άλλα μικροαντικείμενα προορίζονταν προφανώς για ανταλλαγή στα λιμάνια όπου στάθμευε το πλοίο πριν φθάσει στον τελικό προορισμό του. Δεν είναι απίθανο ότι κάποια από τα πολύτιμα αντικείμενα, όπως τα ανθρωπόμορφα και ζωόμορφα ρυτά από φαγεντιανή, αποτελούσαν διπλωματικά δώρα, όπως υποδηλώνεται από σχετικές αναφορές στις γραπτές πηγές. Κάποια άλλα, όπως η Μυκηναϊκή κεραμική (Υστεροελλαδική III A 2 - Υστεροελλαδική III B 1) και τα δύο Μυκηναϊκά ξίφη, θα πρέπει να ερμηνευτούν ως ιδιοκτησία των μελών του πληρώματος.

Το πλοίο που ναυάγησε έναν περίπου αιώνα αργότερα (γύρω στο 1200 π.Χ.) στη Χελιδονία Άκρα εκτελούσε πιθανότατα το ίδιο ταξίδι (από τη Συροπαλαιστίνη μέσω Κύπρου προς το Αιγαίο), μετέφερε ωστόσο ένα φτωχότερο και πιο ομοιογενές φορτίο, που αποτελούνταν κυρίως από Χαναανίτικους αμφορείς και τάλαντα χαλκού. Τα διάφορα χάλκινα εργαλεία που βρέθηκαν πρέπει να θεωρηθούν ιδιοκτησία των μελών του πληρώματος και όχι εμπορικά προϊόντα.

ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΙ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ - ΑΝΤΑΛΛΑΓΕΣ
Oι συχνές επαφές μεταξύ Αιγαίου και Αιγύπτου βασίζονταν σε συγκεκριμένους μηχανισμούς επικοινωνίας, οι οποίοι εντάσσονταν στο πλαίσιο της διοικητικής οργάνωσης των κοινωνιών αυτών. Αναμφίβολα, η μεγάλη πλειονότητα των Αιγαιακών και Αιγυπτιακών προϊόντων διακινούνταν μέσω του εμπορίου. Πολύτιμα δώρα ωστόσο ανταλλάσσονταν μεταξύ βασιλέων για τη διατήρηση καλών διπλωματικών σχέσεων ή ως προίκα σε βασιλικούς γάμους. H ιδιαίτερη σημασία της "διπλωματίας των δώρων" αποτελεί το κεντρικό θέμα της διπλωματικής αλληλογραφίας του αρχείου της Αμάρνας.

Εμπόριο
To εμπορικό ενδιαφέρον της Αιγαιακής και Αιγυπτιακής πλευράς αφορούσε πρώτες ύλες, οργανικές ουσίες και τέχνεργα. Διάφορες άλλες κατηγορίες μικροαντικειμένων διακινούνταν μεταξύ των δύο περιοχών μέσω των εμπορικών επαφών, χωρίς ωστόσο να αποτελούν απαραίτητα εμπορικά προϊόντα. Εδώ συγκαταλέγονται κυρίως οι Αιγυπτιακοί σκαραβαίοι ή τα Αιγυπτιακά περίαπτα και κοσμήματα που μπορεί να έφεραν μαζί τους Μινωίτες ή Μυκηναίοι ναυτικοί ως ενθύμια από το μακρινό τους ταξίδι.

Ενθύμια θεωρούνται όλα αυτά τα αντικείμενα, τα οποία είχαν χάσει την αρχική τους λειτουργική σημασία και διατηρούσαν αξία λόγω του "εξωτικού" υλικού κατασκευής, του σχήματος ή της διακόσμησης. Η μεγάλη πλειονότητα των Αιγαιακών και Αιγυπτιακών προϊόντων είναι βέβαιο ότι διακινούνταν μέσω του εμπορίου. Το εξωτερικό εμπόριο ήταν μια επιχείρηση που απαιτούσε σύνθετη οργάνωση και μεγάλες δαπάνες, όπως και στις μέρες μας.

Ακόμα και αν κάτι τέτοιο δεν αποτελούσε μονοπώλιο του βασιλιά είναι βέβαιο ότι το μεγαλύτερο μέρος αυτών των δραστηριοτήτων ελεγχόταν με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο από το ανάκτορο, το μοναδικό ικανό "επενδυτή" τέτοιων υπερπόντιων επιχειρήσεων. Αμφίβολη λοιπόν παραμένει, τόσο στην Αίγυπτο όσο και στο Αιγαίο, όχι η καθαυτή ύπαρξη ανεξάρτητων εμπόρων αλλά η δυνατότητά τους να αναλάβουν με δική τους πρωτοβουλία και ανεξάρτητα από το ανάκτορο εμπορικές αποστολές στο εξωτερικό.

Στην Αίγυπτο ωστόσο υπήρχαν, δίπλα στο Φαραώ, και οι μεγάλοι ναοί, οι οποίοι μπορούσαν με βάση την οικονομική τους ευχέρεια και την εξελιγμένη διοικητική τους οργάνωση να οργανώσουν με επιτυχία εμπορικές επιχειρήσεις σε χώρες του εξωτερικού.

Η Διπλωματία των Δώρων
Οι διπλωματικές σχέσεις μεταξύ δύο ανεξάρτητων κρατών στην ανατολική Μεσόγειο της Ύστερης εποχής του Χαλκού βασίζονταν στην ανταλλαγή πολύτιμων δώρων σε επίπεδο βασιλέων. Όπως προκύπτει από τις επιστολές του αρχείου της Αμάρνας, που χρονολογούνται στην εποχή των Αμένωφι Γ' και Αμένωφι Δ' (Ακενατών), τα δώρα αυτά είχαν κατεξοχήν συμβολική αξία, συνοδεύονταν από μια επιστολή χαιρετισμού του δωρίζοντα προς τον παραλήπτη και προσφέρονταν σε τελετουργικό πλαίσιο.



Η παραλαβή των δώρων δημιουργούσε την ηθική υποχρέωση ανταπόδοσής τους με εξίσου πολύτιμες προσφορές. Αυτή η ανταπόδοση ωστόσο δεν πραγματοποιούνταν ταυτόχρονα με την παραλαβή, αλλά σε ένα μεταγενέστερο χρονικό σημείο με την αποστολή μιας νέας πρεσβείας. Η αλυσιδωτή αυτή ανταλλαγή δώρων αποτελούσε πολλές φορές αιτία διπλωματικών προστριβών μεταξύ δύο ηγεμόνων όταν η μία από τις δύο πλευρές δεν έμενε ικανοποιημένη από τα δώρα της άλλης. Πολλές από αυτές τις επιστολές της Αμάρνας αναλώνονται σε διπλωματικά παράπονα για τη μικρή ποσότητα ή την κακή ποιότητα των δώρων.

Οι καλές διπλωματικές σχέσεις μεταξύ δύο κρατών επισφραγίζονταν με το γάμο του αιγύπτιου Φαραώ με μια ξένη πριγκίπισσα. Ένας τέτοιος βασιλικός γάμος συνοδευόταν επίσης από μια εντυπωσιακή σε ποσότητα ανταλλαγή δώρων (την προίκα της νύφης ως δώρο στο Φαραώ και -ως ανταπόδοση- τα δώρα του Φαραώ στον ξένο βασιλιά), η οποία μπορούσε να είναι κατά πρόχειρους υπολογισμούς δεκάδες φορές μεγαλύτερη από την ανταλλαγή δώρων στο πλαίσιο της τακτικής διπλωματικής αλληλογραφίας.

Σε αντίθεση λοιπόν με τον κατεξοχήν πολιτικό χαρακτήρα της "διπλωματίας των δώρων", ένας "διπλωματικός γάμος" σε βασιλικό επίπεδο είχε αναμφίβολα και οικονομικό ενδιαφέρον. Ο Φαραώ είχε τη δυνατότητα να παντρευτεί απεριόριστο αριθμό ξένων πριγκιπισσών, οι οποίες κατά κανόνα έπαιρναν τη θέση των κατώτερων βασιλικών συζύγων στο φαραωνικό χαρέμι. Αντίθετα ο Αιγύπτιος βασιλιάς δεν πρόσφερε ποτέ κάποια από τις κόρες του ως νύφη σε έναν ξένο ηγεμόνα, απαντώντας σε σχετικές προτάσεις από το εξωτερικό αρνητικά.

Στο πλαίσιο αυτής της "διπλωματίας των δώρων" πρέπει να ενταχθούν και οι σκηνές με τις πομπές Αιγαίων με πολύτιμες προσφορές για το Φαραώ, που εικονίζονται στους τάφους ανώτατων Αιγύπτιων αξιωματούχων στα νεκροταφεία των Θηβών. Το τελετουργικό πλαίσιο, ο αντιπροσωπευτικός χαρακτήρας αυτών των σκηνών και το κατά κανόνα συμβολικό περιεχόμενο των δώρων αποκλείουν την υπόθεση ότι πρόκειται για την απεικόνιση ενός "βασιλικού εμπορίου". Το εμπόριο ως καθημερινή δραστηριότητα χωρίς αντιπροσωπευτικό / συμβολικό χαρακτήρα απεικονίζεται σπανιότατα στις Αιγυπτιακές πηγές.

Η διαδεδομένη θεωρία ότι το διεθνές εμπόριο στην Ύστερη εποχή του Χαλκού πραγματοποιούνταν αποκλειστικά μέσω της βασιλικής "διπλωματίας των δώρων" είναι λοιπόν λανθασμένη, γιατί συγχέει δύο ανεξάρτητα μεταξύ τους φαινόμενα. Οι καλές διπλωματικές σχέσεις που καλλιεργούνταν με την ανταλλαγή πολύτιμων δώρων μεταξύ δύο κρατών ήταν φυσικά απαραίτητη προϋπόθεση για την οργάνωση εμπορικών επαφών, δεν μπορούσαν ωστόσο σε καμιά περίπτωση να τις υποκαταστήσουν.

Η "διπλωματία των δώρων" αφορούσε κατά κανόνα αντικείμενα προσωπικού χαρακτήρα με συμβολικό περιεχόμενο ή πολύτιμες πρώτες ύλες. Πέρα από αυτό οι ποσότητες των προσφερόμενων αντικειμένων ήταν, με εξαίρεση τις περιπτώσεις δυναστικών γάμων, περιορισμένες.

Από τα Αιγυπτιακά αντικείμενα που βρέθηκαν στο Αιγαίο, κανένα δεν μπορεί να αναγνωριστεί με βεβαιότητα ως διπλωματικό δώρο ενός Φαραώ. Μοναδική πιθανή εξαίρεση αποτελεί το πώμα του αλαβάστρινου αγγείου με τη δέλτο του Υκσώς Φαραώ Κυάν από την Κνωσό. Ακόμα και ο αλαβάστρινος αμφορέας από τον Υστερομινωικό ΙΙΙ Α 1 τάφο του Κατσαμπά, που φέρει τη δέλτο του Τούθμωσι Γ', διακρίνεται για την προχειρότητα της κατασκευής του.

Το Αρχείο της Αμάρνας
Στην εφήμερη πρωτεύουσα του Αιγυπτιακού κράτους Αμάρνα, που ιδρύθηκε από τον αιρετικό Φαραώ Ακενατών και εγκαταλείφθηκε οριστικά λίγα χρόνια μετά το θάνατό του, βρέθηκε ένα αρχείο πινακίδων στη βαβυλωνιακή γλώσσα, τη lingua franca της εποχής, που περιλάμβανε μεταξύ άλλων τη διπλωματική αλληλογραφία των Φαραώ Αμένωφι Γ' και Αμένωφι Δ' (Ακενατών) με τους βασιλείς ανεξάρτητων κρατών (Μιτάννι, Βαβυλωνίας, Ασσυρίας, Κύπρου, Χάττι και Άρτζαβα).

Αλλά και τους υποτελείς ηγεμόνες των Συροπαλαιστινιακών πόλεων. Κεντρικό θέμα της αλληλογραφίας με τους ανεξάρτητους βασιλείς ήταν η διατήρηση καλών διπλωματικών σχέσεων, που βασιζόταν στην ανταλλαγή διπλωματικών "δώρων χαιρετισμού" (sulmanu στα Βαβυλωνιακά).



ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΑ
Εντονότερο υπήρξε το ενδιαφέρον των πολιτισμών του Αιγαίου για τις εμπορικές επαφές με την Αίγυπτο, λόγω της αφθονίας των μετάλλων και των πολύτιμων λίθων της χώρας του Νείλου. Αντίθετα, περιορισμένο παρουσιάζεται το Αιγυπτιακό ενδιαφέρον, καθώς οι ανάγκες της χώρας σε εισαγωγές πρώτων υλών ήταν ελάχιστες. Tα προϊόντα που πιθανότατα εξάγονταν από το Αιγαίο ήταν από οργανικές ύλες, που δε σώζονται, γι' αυτό και οι μαρτυρίες για την ύπαρξή τους είναι μόνο έμμεσες. Θα πρέπει παρ' όλα αυτά να θεωρούνταν αρκετά πολύτιμα, αφού εκτός των άλλων στήριζαν ολόκληρο το μηχανισμό ανταλλαγών.

Το Αιγαιακό Ενδιαφέρον
α) Το Αιγαίο δε θα μπορούσε να αποτελέσει εξαίρεση ανάμεσα στους πολιτισμούς της ανατολικής Μεσογείου που προσπαθούσαν μέσω διπλωματικών ή εμπορικών επαφών να αντλήσουν όσο το δυνατόν περισσότερο χρυσό από την Αίγυπτο, όπου το πολύτιμο μέταλλο λόγω της εκμετάλλευσης των ορυχείων της Νουβίας βρισκόταν σε αφθονία. Διάφοροι λίθοι (μεταξύ των οποίων και ημιπολύτιμοι), όπως το αλάβαστρο.
Εξάγονταν στην Κρήτη και τη Μυκηναϊκή Ελλάδα, όπου χρησίμευαν για την κατασκευή αγγείων, σφραγίδων ή κοσμημάτων. Από την Υστερομινωική Ι Α περίοδο εισάγονται επίσης από την Αίγυπτο αυγά στρουθοκαμήλου, τα οποία Μινωίτες καλλιτέχνες μετατρέπουν με δεξιότητα σε ρυτά. Οι χαυλιόδοντες ελέφαντα και οι κυνόδοντες ιπποπόταμου θα μπορούσαν να προέρχονται είτε από την Αίγυπτο είτε από τη Συρία.

β) Τα πιο δημοφιλή Αιγυπτιακά τέχνεργα στο Αιγαίο αποτελούσαν οι σκαραβαίοι και τα λίθινα αγγεία. Και οι δύο αυτές κατηγορίες έγιναν αντικείμενο μίμησης από τους Μινωίτες καλλιτέχνες.Σε μικρότερη κλίμακα εισήχθησαν στο Αιγαίο Αιγυπτιακά αγγεία από φαγεντιανή. Η Αιγυπτιακή κεραμική που βρέθηκε στον Κομμό δε σημαίνει απαραίτητα ότι τα συγκεκριμένα αγγεία και το περιεχόμενό τους ανήκαν μεταξύ των Αιγυπτιακών εμπορικών προϊόντων που εξάγονται συστηματικά στο Αιγαίο.
Καθώς η παρουσία της στο Αιγαίο περιορίζεται, τουλάχιστον προς το παρόν σε αυτό το λιμάνι, είναι πιθανότερο να υποθέσουμε ότι εξυπηρετούσε τις ανάγκες ναυτικών που έπλεαν μεταξύ Αιγύπτου και Κρήτης.

Το Αιγυπτιακό Ενδιαφέρον
α) Δεν υπάρχουν αρκετά στοιχεία για την εισαγωγή πρώτων υλών από το Αιγαίο στην Αίγυπτο. Ακολουθώντας κάποιες έμμεσες μαρτυρίες (αναφορές σε Αιγυπτιακά κείμενα) είναι πολύ πιθανόν ότι η Αίγυπτος ενδιαφερόταν, όπως αργότερα η κλασική Αθήνα και η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, για την εισαγωγή Κρητικών βοτάνων με θεραπευτικές ιδιότητες. Η εξαγωγή και άλλων Αιγαιακών οργανικών ουσιών στην Αίγυπτο, αν και είναι εξαιρετικά δύσκολο να ανιχνευθεί αρχαιολογικά, δεν πρέπει να παραβλέπεται ως ένα από τα κίνητρα τακτικών εμπορικών επαφών μεταξύ των δύο πλευρών.
Για τη διακίνησή τους υπάρχουν προς το παρόν μόνο έμμεσες μαρτυρίες, όπως η παρουσία Αιγαιακών αγγείων στην Αίγυπτο, τα οποία εισήχθησαν λόγω του περιεχομένου τους (κρασί, λάδι ή αρωματικά έλαια). Εδώ θα μπορούσε να προστεθεί και μια μαρτυρία από την Ugarit, όπου σε ένα Ακκαδικό κείμενο γίνεται αναφορά στον έμπορο Sinaranu, ο οποίος εισήγε σιτηρά, λάδι και ένα είδος αναβράζοντος ποτού από την Κρήτη.

Είναι εύλογο να υποτεθεί ότι ανάλογα Κρητικά προϊόντα έφθαναν και στην Αίγυπτο. Το Αιγυπτιακό ενδιαφέρον σε Αιγαιακά προϊόντα περιλάμβανε επίσης τα κέρατα του Κρητικού αγριμιού, τα οποία πρόσφεραν ένα ιδεώδες υλικό για την κατασκευή τόξων.

β) Η μοναδική κατηγορία Αιγαιακών τέχνεργων που μαρτυρείται αρχαιολογικά στην Αίγυπτο είναι η Μινωική και Μυκηναϊκή κεραμική, με την πιθανή εξαίρεση του τμήματος ενός μινωικού λίθινου αγγείου από το Εl-Lahun. Πολλά από αυτά τα αγγεία και ειδικά οι ψευδόστομοι αμφορείς, οι πιθαμφορείς και άλλα κλειστά σχήματα της Υστερομινωικής ΙΙΙ / Υστεροελλαδικής ΙΙΙ περιόδου εισήxθησαν στην Αίγυπτο αποκλειστικά και μόνο λόγω του περιεχομένου τους (κρασί, λάδι ή αρωματικά έλαια).
Αντίθετα τα ανοικτά αγγεία (όπως κύπελλα) ή ορισμένα περίτεχνα διακοσμημένα παραδείγματα από τη Μεσομινωική Κρήτη απολάμβαναν προφανώς καθαυτά κάποιας αισθητικής αξίας. Με βάση εικονογραφικές μαρτυρίες, και πιο συγκεκριμένα τις Αιγαιακές διπλωματικές πρεσβείες με δώρα για τον Αιγύπτιο βασιλιά που εικονίζονται στους τάφους Αιγύπτιων ευγενών στις Θήβες, διαπιστώνεται στην Αίγυπτο η εισαγωγή λίθινων και μεταλλικών αγγείων, όπλων αλλά και διακοσμημένων υφαντών ή ενδυμάτων στο πλαίσιο της ανταλλαγής διπλωματικών δώρων.



Η ΔΙΑΣΠΟΡΑ ΑΙΓΥΠΤΙΑΚΩΝ ΕΙΣΗΓΜΕΝΩΝ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΩΝ ΣΤΟ ΑΙΓΑΙΟ
Η παρουσία ενός Αιγυπτιακού αντικειμένου σε μια Αιγαιακή θέση δε σημαίνει αυτόματα ότι αυτή διατηρούσε άμεσες επαφές με την Αίγυπτο. Το πιο πιθανό σενάριο για τη διασπορά των Αιγυπτιακών πρώτων υλών ή τέχνεργων στην Αίγυπτο είναι ότι αυτά έφθαναν μόνο στα μεγάλα Αιγαιακά κέντρα και από εκεί διοχετεύονταν, είτε στο πλαίσιο εμπορικών ανταλλαγών είτε -στην περίπτωση πολύτιμων αντικειμένων με κάποια συμβολική αξία- στο πλαίσιο της τελετουργικής ανταλλαγής δώρων, στις υπόλοιπες περιοχές.

Κρίνοντας κανείς από τον υψηλό αριθμό των Αιγυπτιακών εισαγωγών, δύο από αυτά τα κέντρα τα οποία είχαν αναμφίβολα άμεση επαφή με την Αίγυπτο και λειτουργούσαν ως αφετηρίες για τη διάδοση των Αιγυπτιακών προϊόντων στο Αιγαίο ήταν η Κνωσός και οι Μυκήνες.

ΠΗΓΕΣ ΑΝΑΦΟΡΑΣ
ΠΗΓΕΣ ΕΠΑΦΩΝ
Οι επαφές μεταξύ Αιγαίου και Αιγύπτου στην εποχή του Χαλκού μπορούν να ανιχνευθούν σε τρία διαφορετικά επίπεδα:

α) Στις γραπτές ή εικαστικές μαρτυρίες, δηλαδή στις αναφορές για την ξένη χώρα σε κείμενα και εικόνες,
β) Στα αρχαιολογικά ευρήματα, στα εισηγμένα δηλαδή αιγυπτιακά αντικείμενα στο Αιγαίο και στα Αιγαιακά στην Αίγυπτο, και
γ) Στις αλληλεπιδράσεις των δύο πολιτισμών στον τομέα της τέχνης, τεχνικής, θρησκείας και ίσως στις κοινωνικές δομές.
Ενώ στην περίπτωση των γραπτών και εικαστικών μαρτυριών είμαστε αναγκασμένοι να περιοριστούμε σχεδόν ολοκληρωτικά στο αιγυπτιακό υλικό, στις κατηγορίες των αρχαιολογικών ευρημάτων και των πολιτιστικών αλληλεπιδράσεων αντίστροφα ο μεγάλος όγκος των σχετικών δεδομένων προέρχεται από το Αιγαίο. Αυτή η ασύμμετρη κατανομή του υλικού έχει προφανείς λόγους.

Από τη μια πλευρά στην Αίγυπτο, σε αντίθεση με το Αιγαίο, διασώθηκε ένας μεγάλος αριθμός κειμένων και εικόνων που αναφέρονται σε γεγονότα της ιστορικής πραγματικότητας, ανάμεσα στα οποία και σε διάφορες πτυχές των σχέσεων της Αιγύπτου με τους ξένους. Από την άλλη πλευρά οι επαφές μεταξύ των δύο πολιτισμών είχαν αναμφίβολα μεγαλύτερη σημασία για το Αιγαίο, που βρισκόταν στη βόρεια εσχατιά της διεθνoύς κοινότητας της ανατολικής Μεσογείου, και όχι για την Αίγυπτο, μια από τις πολιτικές υπερδυνάμεις της εποχής του Χαλκού.

Το Αιγαίο ήταν λοιπόν κατά κανόνα δέκτης και όχι πομπός πολιτιστικών επιδράσεων στις σχέσεις του με τη χώρα των Φαραώ. Η ίδια ασυμμετρία παρατηρείται τέλος και στον τομέα των αρχαιολογικών ευρημάτων, καθώς τα αιγυπτιακά αντικείμενα στο Αιγαίο είναι πολύ περισσότερα από τα αιγαιακά στην Αίγυπτο. Εκτός από τη διαφορά πολιτιστικής εμβέλειας μεταξύ των δύο περιοχών, η ασυμμετρία αυτή οφείλεται προφανώς και στα διαφορετικά ενδιαφέροντα της μιας και της άλλης πλευράς, καθώς οι Μινωίτες και οι Μυκηναίοι εισήγαν κυρίως αιγυπτιακά τέχνεργα και πρώτες ύλες.

Ενώ αντίθετα η Αίγυπτος προϊόντα, όπως λάδι, αρωματικά έλαια, κρασί, βότανα, υφαντά, ενδύματα, τα οποία μπορούν να ανιχνευθούν πολύ δύσκολα από την αρχαιολογική έρευνα. Στην ενότητα αυτή επιδιώκεται η αναλυτική παρουσίαση των σημαντικότερων πηγών που τεκμηριώνουν τις επαφές Αιγαίου και Αιγύπτου στην εποχή του Χαλκού. Τα δεδομένα αυτά κατανέμονται στα τρία προαναφερθέντα επίπεδα -των γραπτών και εικαστικών μαρτυριών, των αρχαιολογικών ευρημάτων και των πολιτιστικών αλληλεπιδράσεων- τα οποία επιμέρους χωρίζονται σε χρονικές και γεωγραφικές υποενότητες.

ΤΟ ΑΙΓΑΙΟ ΣΤΙΣ ΑΙΓΥΠΤΙΑΚΕΣ ΠΗΓΕΣ
Οι αναφορές στη Μινωική Κρήτη και το Αιγαίο γενικότερα είναι στις Αιγυπτιακές πηγές συνηθέστερες απ' ό,τι σε οποιοδήποτε άλλο ανατολικό πολιτισμό. Πέρα από την πιο εντυπωσιακή μαρτυρία για το Μινωικό πολιτισμό στην Αίγυπτο, τις παραστάσεις δηλαδή Αιγαίων απεσταλμένων στους τάφους ευγενών της 18ης Δυναστείας, υπάρχουν ποικίλες αναφορές σε Μινωικά ονόματα, τοπωνύμια, πλοία, ξόρκια, όσπρια, μια αινιγματική οργανική ουσία, διπλωματικά δώρα και μια θεότητα. Το Αιγαίο είναι γνωστό στις Αιγυπτιακές πηγές με τα ακόλουθα τρία ονόματα:

α) Κεφτιού = η Μινωική Κρήτη, β) Τjnaja / Tjnaju = η Μυκηναϊκή ηπειρωτική Ελλάδα ή ένα Μυκηναϊκό κέντρο και γ) "Νησιά στη Μέση της Μεγάλης Πράσινης" = τα νησιά του Αιγαίου, πιθανότατα συμπεριλαμβανομένης και της Πελοποννήσου, και σύμφωνα με ορισμένους μελετητές και της Κρήτης. "Μεγάλη Πράσινη" είναι η πιο συνηθισμένη Αιγυπτιακή ονομασία της θάλασσας.


Οι αναφορές στη Μινωική Κρήτη, τους κατοίκους της και τα προϊόντα της στις Αιγυπτιακές πηγές πληθαίνουν από την εποχή του Τούθμωσι Γ', αν και το νησί πρέπει να ήταν ήδη γνωστό στους Αιγύπτιους από την Πρώιμη εποχή του Χαλκού. Αυτή είναι και η περίοδος των στενότερων επαφών μεταξύ Αιγύπτου και Αιγαίου. Στην εποχή των επόμενων Φαραώ οι αναφορές στο Αιγαίο συνεχίζονται μεν, μειώνονται ωστόσο αισθητά σε σύγκριση με την περίοδο της βασιλείας του Τούθμωσι Γ'.

Αναφορές Κεφτιού
Το Εθνικό Κεφτί (πληθ. Κεφτιού), που εμφανίζεται συχνά στις πηγές του Μέσου και Νέου Βασιλείου, αποτελεί χωρίς αμφιβολία την Αιγυπτιακή ονομασία των κατοίκων ή των προϊόντων της Μινωικής Κρήτης. Προσπάθειες εντοπισμού της χώρας των Κεφτιού εκτός Κρήτης, σε άλλες περιοχές της ανατολικής Μεσογείου (κυρίως την Κύπρο), παραμένουν μη πειστικές καθώς η ταύτιση αυτή επιβεβαιώνεται και από άλλες πηγές της Εγγύς Ανατολής. Η Συροπαλαιστινιακή και Μεσοποταμιακή ονομασία της Κρήτης ήταν Kaptaru, μια λέξη που ηχητικά συγγενεύει με το Αιγυπτιακό Κεφτιού.

Και τα δύο ονόματα αποτελούν πιθανότατα μεταγραφή της ίδιας ξένης γεωγραφικής ονομασίας. Η φυσιογνωμία και τα τυπικά προϊόντα των Κεφτιού στις σωζόμενες παραστάσεις έχουν τις περισσότερες φορές καθαρά μινωικό χαρακτήρα. Η ακριβής σχέση μεταξύ των όρων "Κεφτιού" και "Νησιών στη Μέση της Μεγάλης Πράσινης" δεν είναι γνωστή. Το δεύτερο όνομα αναφέρεται πιθανότατα στα νησιά του Αιγαίου εκτός Κρήτης. Οι Έφη και Γιάννης Σακελλαράκης υποθέτουν ωστόσο ότι αυτός ο όρος περιλάμβανε και την Κρήτη ως το σημαντικότερο κέντρο του.

Η άποψη του Sh. Wachsmann ότι πρόκειται για δύο ονομασίες, μια Αιγαιακή και μια Αιγυπτιακή, της ίδιας γεωγραφικής ενότητας δεν είναι πειστική. Η στενή τους σύνδεση με τα "Νησιά στη Μέση της Μεγάλης Πράσινης" στις τοιχογραφίες των Αιγύπτιων ευγενών της 18ης Δυναστείας, στα νεκροταφεία των Θηβών, ενισχύει επίσης αυτή την ταύτιση.

"Οι Νουθεσίες του Ipuwer"
Σε ένα λογοτεχνικό κείμενο με τον τίτλο "Οι νουθεσίες του Ipuwer", το οποίο σώθηκε σε έναν πάπυρο της Ραμεσσιδικής περιόδου (19η Δυναστεία) -γράφτηκε ωστόσο πολύ πρωιμότερα, πιθανότατα στη διάρκεια της Πρώτης Μεταβατικής Περιόδου-, γίνεται μια αναφορά στη χώρα των Κεφτιού. Το συγκεκριμένο χωρίο έχει σε ελεύθερη μετάφραση ως εξής: "Πράγματι, κανείς δεν πλέει πια στη Βύβλο. Τι πρέπει άραγε να κάνουμε για να προμηθευτούμε κέδρους για τις μούμιες μας; Με τα προϊόντα τους (των κέδρων) θάβαμε τους νεκρούς μας και με το λάδι τους τους ταριχεύαμε.

Μέχρι την Κρήτη (Κεφτιού) δε φθάνουν πια". Το κείμενο αναφέρεται στη διακοπή επικοινωνίας της Αιγύπτου με το εξωτερικό που είχε ως αποτέλεσμα την έλλειψη κάποιων ειδών ξένης προέλευσης, που ήταν αναγκαία στους Αιγύπτιους. Η εικόνα αυτή ταιριάζει με το ιστορικό πλαίσιο της Πρώτης Μεταβατικής Περιόδου, μιας πολιτικά ταραγμένης περιόδου μετά τη διάσπαση της Φαραωνικής κεντρικής εξουσίας από ισχυρούς τοπάρχες, κατά τη διάρκεια της οποίας η χώρα αντιμετώπισε συχνές οικονομικές και κοινωνικές κρίσεις.

Ο "Ώρος Κεφτί"
Οι Αιγύπτιοι συνήθιζαν να δίνουν σε ξένους θεούς ονόματα Αιγυπτιακών θεοτήτων συνοδευόμενα από το αντίστοιχο εθνικό, π.χ. η Ίσιδα της Βύβλου ή η Άθωρ του Πουντ. Ο Ώρος Κεφτί αναφέρεται σε μια στήλη της εποχής του Σέσωστρι Α' (12η Δυναστεία, 1956 - 1911 / 1910 π.Χ.), υποδηλώνοντας ότι ένας ανδρικός θεός κατείχε μια σημαντική, αν όχι τη σημαντικότερη, θέση στο Μινωικό πάνθεον της Παλαιοανακτορικής περιόδου.

Ξόρκι και βότανα από τη χώρα των Κεφτιού σε Αιγυπτιακούς "ιατρικούς παπύρους" Στον "ιατρικό πάπυρο" του Λονδίνου, που χρονολογείται στην εποχή του Αμένωφι Γ' και περιλαμβάνει ένα πλήθος οδηγιών για την αντιμετώπιση ποικίλων ασθενειών, αναφέρεται μια ρήση στη γλώσσα των Κεφτιού για την καταπολέμηση της "Ασιατικής ασθένειας". Όπως υποδεικνύεται στον πάπυρο, η ρήση αυτή (αναμφίβολα κάποιο μαγικό ξόρκι) συνοδευόταν από τη χορήγηση κάποιων φαρμάκων (προφανώς βοτάνων).

Το είδος τους ωστόσο δε διευκρινίζεται, προφανώς γιατί θα ήταν αυτονόητο στον αναγνώστη. Εύλογη είναι η υπόθεση ότι και τα φάρμακα αυτά προέρχονταν από τη χώρα των Κεφτιού, δηλαδή από την Κρήτη. Η θεραπεία μιας ασθένειας με τη συνδυασμένη χρήση φαρμάκων αλλά και μαγικών ρήσεων φανερώνει εδώ τη στενή σχέση ιατρικής και μαγείας και στις δύο χώρες. Η Αίγυπτος ήταν στην Ύστερη εποχή του Χαλκού η πιο εξελιγμένη χώρα στον τομέα της ιατρικής επιστήμης. Αιγύπτιοι γιατροί επισκέπτονταν συχνά ή διέμεναν για κάποιο διάστημα στις ξένες βασιλικές αυλές.



Σε αυτό το πλαίσιο η στροφή προς ένα Μινωικό τρόπο θεραπείας μιας ασθένειας στην Αίγυπτο κερδίζει ακόμα μεγαλύτερη σημασία. Είναι πολύ πιθανόν ότι τα "μαγικά" ή θεραπευτικά βότανα αποτελούσαν στην εποχή του Χαλκού ένα από τα κύρια εξαγώγιμα προϊόντα του νησιού, όπως συνέβαινε και αργότερα κατά τη διάρκεια της Κλασικής και Ρωμαϊκής περιόδου. Ωστόσο το εμπόριο σε αυτό το είδος είναι ως γνωστό πολύ δύσκολο να ανιχνευθεί αρχαιολογικά.

Σε ένα δεύτερο "ιατρικό πάπυρο" (πάπυρος Ebers), ένα Αιγυπτιακό βότανο συγκρίνεται με φασόλια "(από τη χώρα των) Κεφτιού". Ο πάπυρος Ebers χρονολογείται στην εποχή των Υκσώς αλλά ορισμένα τμήματά του είναι σαφώς πρωιμότερα.

Ονόματα Κεφτί σε ένα Σχολικό Πίνακα της 18ης Δυναστείας
Μια σειρά Μινωικών ονομάτων παραδίδονται σε ένα σχολικό πίνακα της πρώιμης 18ης Δυναστείας που χρησίμευε για ασκήσεις ορθογραφίας των Αιγύπτιων μαθητών. Ο κατάλογος των ονομάτων ξεκινά με τη φράση - προτροπή προς τους μαθητές: "Φτιάχνοντας ονόματα των Κεφτιού..." και συνεχίζει με μια σειρά 16 ονομάτων ποικίλης προέλευσης. Μόνο έξι από αυτά ωστόσο μπορούν να αναγνωριστούν με σχετική βεβαιότητα ως Μινωικά. Τα υπόλοιπα ερμηνεύονται ως Αιγυπτιακά, Χουριτικά, δυτικοσημιτικά ή Συροπαλαιστινιακά.

Πλοία Κεφτιού
Η αναφορά πλοίων Κεφτιού στα Αιγυπτιακά κείμενα δήλωνε κατά πάσα πιθανότητα τύπο και όχι εθνικότητα πλοίου. Αυτό προκύπτει από τα πρακτικά ενός ναυπηγείου της εποχής του Τούθμωσι Γ', όπου καταγράφονται οι προμήθειες ξυλείας για τρία πλοία "Κεφτιού". Από τη μεγάλη ποσότητα ξυλείας που αναφέρεται γίνεται φανερό ότι αυτή προοριζόταν όχι για την επισκευή αλλά για την κατασκευή των πλοίων. Η επωνυμία Κεφτιού θα μπορούσε να αποδίδεται σε Αιγυπτιακά πλοία που κατασκευάζονταν κατά το πρότυπο των Μινωικών ή σε ένα συγκεκριμένο τύπο πλοίων που εκτελούσε το ταξίδι στην Κρήτη.

Τα πλοία Κεφτιού αναφέρονται μία ακόμα φορά στα "Χρονικά" του Τούθμωσι Γ', και πιο συγκεκριμένα στο 34ο έτος της βασιλείας του Φαραώ. Σύμφωνα με το κείμενο των "Χρονικών" τα πλοία αυτά είχαν ναυλωθεί για τη μεταφορά προς την Αίγυπτο ξυλείας από τις Αιγυπτιακές κτήσεις στην Παλαιστίνη.

Μια αινιγματική ουσία από τη χώρα των Κεφτιού ως ταφικό κτέρισμα του Φαραώ Τούθμωσι Δ' Το τμήμα ενός αγγείου από αραγωνίτη που βρέθηκε στον τάφο του Τούθμωσι Δ' έφερε μια επιγραφή, η οποία χαράχτηκε κατά πάσα πιθανότητα λίγο πριν την απόθεση του αγγείου στον τάφο, δηλαδή στον πρώτο χρόνο της βασιλείας του διαδόχου του Τούθμωσι, Αμένωφι Γ'. Η επιγραφή αναφέρει ένα από τα ονόματα του Φαραώ και προφανώς το περιεχόμενο του αγγείου, το οποίο περιγράφεται ως "χάρη (προσφορά) των Κεφτιού".

Αναφορές Tjnaja / Tjnaju - Μεγάλη Πράσινη
Το Tjnaja / Tjnaju των Αιγυπτιακών πηγών αποτελεί την ονομασία της Μυκηναϊκής ηπειρωτικής Ελλάδας ή ενός μόνο Μυκηναϊκού κέντρου. Πρόκειται χωρίς αμφιβολία για την Αιγυπτιακή μεταγραφή του εθνικού "Δαναοί". Η μυθολογική παράδοση ότι ο Αίγυπτος και ο Δαναός ήταν αδέλφια, όπως αναφέρεται στον Απολλόδωρο, αποκτά έτσι κάτω από το φως των Αιγυπτιακών κειμένων ιστορική βαρύτητα, ειδικά αν αναλογιστεί κανείς ότι το "αδελφός" ήταν η τυπική προσφώνηση μεταξύ των βασιλέων ανεξάρτητων κρατών στη διπλωματική αλληλογραφία της Ύστερης εποχής του Χαλκού. Το όνομα Tjnaja ή Tjnaju απαντά έξι φορές στις πηγές του Νέου Βασιλείου:

α) Στο 42ο έτος των "Χρονικών" του Τούθμωσι Γ', β) Ως μία από τις δυο επικεφαλίδες αιγαιακών τοπωνυμίων (η άλλη είναι το όνομα Κεφτιού) στο γεωγραφικό κατάλογο του ταφικού ναού του Αμένωφι Γ' στο Kom el-Hetan και γ) Σε τέσσερις γεωγραφικούς καταλόγους ξένων χωρών χωρίς ιδιαίτερο ιστορικό ενδιαφέρον.
Διπλωματικά Δώρα από την Tjnaja
Το 42ο έτος του Τούθμωσι Γ' έφθασε στην Αίγυπτο μία (ίσως η πρώτη) Μυκηναϊκή διπλωματική αποστολή, φέρνοντας ως δώρα για τον Αιγύπτιο βασιλιά ένα ασημένιο αγγείο Μινωικής τεχνοτροπίας ("κατά τον τρόπο των Κεφτιού") και πέντε μεταλλικά αγγεία με ασημένιες λαβές. Το συνολικό βάρος των αγγείων ήταν πέντε περίπου κιλά. Η αναφορά σε αυτή την αποστολή και τα δώρα της σώζεται στα "Χρονικά" του Φαραώ, τον ετήσιο δηλαδή απολογισμό της βασιλείας του Τούθμωσι που λαξεύτηκε στους τοίχους του εθνικού Αιγυπτιακού ιερού, το μεγαλοπρεπή ναό του Άμμωνα στο Καρνάκ.



Τα Νησιά στη Μέση της Μεγάλης Πράσινης
Τα "Νησιά στη Μέση της Μεγάλης Πράσινης (θάλασσας)" αποτελούν κατά πάσα πιθανότητα την αιγυπτιακή ονομασία των νησιών του Αιγαίου, και ίσως της Πελοποννήσου, η οποία επίσης περιβρέχεται από τη θάλασσα. Δεν είναι εύκολο, ωστόσο, να διευκρινιστεί αν αυτή η ονομασία ήταν ένας γενικότερος γεωγραφικός όρος που συμπεριλάμβανε και την Κρήτη (Κεφτιού). Ιδιαίτερα ενδιαφέρον είναι ότι πρόκειται για μια περιγραφική ονομασία και όχι για την αιγυπτιακή μεταγραφή ενός ξένου γεωγραφικού όρου, ένα ασυνήθιστο φαινόμενο.

Ο όρος αυτός απαντά πάνω από 20 φορές στις πηγές του Μέσου και Νέου Βασιλείου, κυρίως σε διάφορες προπαγανδιστικές επιγραφές που διακηρύσσουν την παντοδυναμία του Φαραώ. Οι πιο ενδιαφέρουσες αναφορές του ονόματος είναι αυτές στους τάφους των ευγενών της 18ης Δυναστείας, όπου οι αντιπρόσωποι των "Νησιών στη Μέση της Μεγάλης Πράσινης" εμφανίζονται μαζί με τους Κεφτιού να φέρνουν δώρα στο Φαραώ.

Πάπυρος της Αμάρνας
Σε ένα ιερό της Αμάρνας που ήταν αφιερωμένο στη λατρεία του Φαραώ (ίσως του Αμένωφι Γ' ή του Ακενατών) βρέθηκε ένας εικονιστικός πάπυρος με παράσταση μάχης. Στον ίδιο χώρο ήλθε στο φως και ένας Υστεροελλαδικός ΙΙΙ Α 2 ψευδόστομος αμφορέας. Τα δύο μεγαλύτερα τμήματα του σωζόμενου μέρους της παράστασης έχουν διαστάσεις 11x6,5 εκ. και 10,3x10,5 εκ.

Στο ένα από αυτά τα δύο τμήματα εικονίζονται Λίβυοι τοξότες -με πιο ανοιχτόχρωμο δέρμα από των Αιγυπτίων και μακριούς μανδύες που είναι ανοιχτοί μπροστά αφήνοντας γυμνό το σώμα- οι οποίοι επιτίθενται σε έναν πεσμένο στα γόνατα Αιγύπτιο και ετοιμάζονται να του κόψουν το λαρύγγι. Στο άλλο τμήμα του παπύρου εικονίζεται μια ομάδα στρατιωτών, οι οποίοι, αν κρίνει κανείς από την κατεύθυνσή τους, σπεύδουν σε βοήθεια του Αιγύπτιου. Οι στρατιώτες αυτοί φέρουν το τυπικό αιγυπτιακό κοντό περίζωμα, ράβδους, αλλά ωστόσο και χιτώνια από δέρμα βοδιού και κράνη τα οποία είναι ασυνήθιστα στην Αίγυπτο.

Οι L. Schofield και W.V. Davies, που δημοσίευσαν τον πάπυρο, υπέθεσαν ότι οι στρατιώτες αυτοί ήταν ίσως Μυκηναίοι, στηρίζοντας την άποψή τους στα δερμάτινα χιτώνια που είναι γνωστά στην Αιγαιακή εικονογραφία, αλλά κυρίως στα κράνη, τα οποία κατά τη γνώμη τους ανήκουν στον Αιγαιακό τύπο των οδοντόφρακτων. Ένα πρόβλημα σε αυτή την προσπάθεια ταύτισης των κρανών με τα Αιγαιακά οδοντόφρακτα αποτελεί το γεγονός ότι στη συγκεκριμένη παράσταση απουσιάζουν οι τυπικές σε αυτά οριζόντιες ταινίες (με μία πιθανή εξαίρεση).

Είναι δύσκολο να διακριβωθεί ωστόσο αν πρόκειται για μια σκόπιμη παράλειψη που υποδηλώνει και ένα διαφορετικό τύπο κράνους ή απλώς για μια εικονογραφική σύμβαση που υπαγορεύτηκε από τη μικρή κλίμακα της παράστασης. Ο τύπος αυτός κράνους συνδέεται πάντως στενά και με κράνη "Ασιατών", τα οποία είναι γνωστά στην Αιγυπτιακή εικονογραφία. Ακόμα όμως και αν δεχτούμε ότι εδώ πρόκειται για την απεικόνιση Μυκηναϊκών κρανών οι στρατιώτες δεν μπορούν να θεωρηθούν αυταπόδεικτα Μυκηναίοι.

Ο συνδυασμός Αιγυπτιακών και ξένων χαρακτηριστικών στην απόδοση αυτών των μορφών επιτρέπει την υπόθεση ότι εδώ ίσως πρόκειται για Αιγύπτιους στρατιώτες με ξενόφερτο εξοπλισμό. Οι εικονιστικοί πάπυροι χωρίς κείμενο είναι εξαιρετικά σπάνιοι στην Αίγυπτο. Ο πάπυρος της Αμάρνας αποτελεί μάλιστα τη μοναδική απεικόνιση μάχης σε πάπυρο. Είναι άγνωστο αν η σκηνή περιγράφει ένα ιστορικό γεγονός ή αν είχε κάποια άλλη χρήση. Ιδιαίτερα προβληματική γίνεται η ιστορική ερμηνεία του χαρακτήρα της παράστασης από το γεγονός ότι εδώ απεικονίζεται η σκηνή θανάτωσης ενός Αιγύπτιου από ένα Λίβυο πολεμιστή.

Αυτή η εικονογραφική λεπτομέρεια δεν είναι μόνο εξαιρετικά σπάνια στην Αίγυπτο, αλλά έρχεται και σε πλήρη αντίθεση με το χώρο εύρεσης του παπύρου, σε ένα ιερό αφιερωμένο στη λατρεία του Φαραώ. Μοναδικό παράλληλο μιας τέτοιας ωμής αναφοράς στο θάνατο ενός Αιγύπτιου πολεμιστή απαντά στη Ραμεσσιδική λογοτεχνία (19η Δυναστεία).

Κατάλογος Αιγαιακών Τοπωνυμίων στο Kom el-Hetan
Στην αυλή του ταφικού ναού του Αμένωφι Γ' στη θέση Kom el-Hetan, κοντά στην Κοιλάδα των Βασιλέων στις Δυτικές Θήβες, στέκονταν αρχικά δέκα κολοσσικά αγάλματα του Φαραώ. Από αυτά διατηρήθηκαν μόνο οι πέντε από τις δέκα βάσεις στο βόρειο τμήμα της αυλής, οι οποίες φέρουν στις κάθετες πλευρές τους καταλόγους ξένων τοπωνυμίων από τις χώρες του Βορρά.



Στις βάσεις των πέντε άλλων αγαλμάτων στη νότια πλευρά της αυλής, που δε σώθηκαν, είχαν λαξευτεί χωρίς αμφιβολία τα τοπωνύμια των αφρικανικών χωρών του Νότου. Οι πέντε βάσεις που σώζονται σήμερα περιλαμβάνουν τις ακόλουθες γεωγραφικές ενότητες:

α) Μεγάλα κράτη της Εγγύς Ανατολής (Βαβυλωνία, Χάττι, Ασσυρία, Μιτάννι, Αρτσάβα κ.ά.), β) Μικρότερα πολιτικά κέντρα της Συροπαλαιστίνης, γ) Άγνωστες περιοχές (σώζονται ελάχιστα τμήματα της βάσης αυτής), δ) Μεγάλα κράτη (κακή διατήρηση -πιθανότατα συμπίπτει με τον πρώτο κατάλογο) και ε) Αιγαίο.
Η βάση με τον κατάλογο των Αιγαιακών τοπωνυμίων περιλάμβανε αρχικά 17 τουλάχιστον ονόματα, λαξευμένα πάνω σε μορφές αιχμαλώτων δεμένων πισθάγκωνα. Στη δεξιά πλευρά του μετώπου της βάσης αναφέρονται τα ονόματα Κεφτιού (Κρήτη) και Tjnaja (πιθανότατα ηπειρωτική Ελλάδα), που προφανώς έπαιζαν το ρόλο επικεφαλίδων. Στην αριστερή μακρά πλευρά λαξεύτηκαν δώδεκα τοπωνύμια σε ιερογλυφική γραφή. Αυτά μπορούν να ταυτιστούν ως εξής:

1) Μυκήνες 2) Δίπαια (κοντά στην Τρίπολη) ή Θήβα 3) Μέθανα 4) Ναυπλία 5) Κύθηρα 6) Ελαία, κοντά στο Καστέλλι Κισσάμου 7) Κνωσός 8) Αμνισός 9) Λύκτος 10) Σητεία 11-12) δε σώζονται. Στην αριστερή πλευρά του μετώπου της βάσης λαξεύτηκαν προφανώς σε κάποια μεταγενέστερη χρονική στιγμή τρία ακόμα τοπωνύμια: 13) Αμνισός 14) Φαιστός 15) Κυδωνία.
Ο κατάλογος αυτός συνοδεύεται από μια τυπική προπαγανδιστική φράση που διακήρυσσε την παντοδυναμία του Φαραώ: "Όλες οι δυσπρόσιτες χώρες του Βορρά και της Ασίας. Όλες οι χώρες του Βορρά και του Νότου βρίσκονται κάτω από τα πόδια αυτού του καλού θεού, οι πρίγκιπες όλων των βόρειων και νότιων χωρών που δε θα έρχονταν στην Αίγυπτο, έρχονται με τα γόνατά τους ενωμένα σε ένα μέρος". Η εποχή σύνταξης του καταλόγου δεν είναι εύκολο να διαπιστωθεί. Θα μπορούσε να είναι σύγχρονος ή και πρωιμότερος της εποχής του Αμένωφι Γ'.

Μεγαλύτερη σημασία έχει εδώ ότι ως πρότυπό του λειτούργησε χωρίς αμφιβολία, όπως και στην περίπτωση των άλλων Αιγυπτιακών γεωγραφικών καταλόγων, το δρομολόγιο μιας Αιγυπτιακής εμπορικής ή διπλωματικής αποστολής στο Αιγαίο, όπως αυτό θα σωζόταν στο ημερολόγιο του καταστρώματος ενός πλοίου. Τέτοια ημερολόγια είναι γνωστά από τη Pαμεσσιδική περίοδο και μνημονεύουν τα αγκυροβόλια, τη διανομή τροφής στο πλήρωμα, τις συναλλαγές και τα σημαντικότερα γεγονότα του ταξιδιού.

Λαμβάνοντας υπόψη ότι στο ημερολόγιο του καταστρώματος δεν αναφέρονταν μόνο αγκυροβόλια αλλά και άλλοι τόποι στην ενδοχώρα, οι οποίοι σχετίζονταν με το ταξίδι, μπορεί κανείς να αποκαταστήσει πάνω κάτω μια κυκλική πορεία του πλοίου στο Αιγαίο αλλά και να εξηγήσει γιατί η Αμνισός αναφέρεται δύο φορές στον κατάλογο. Ίσως δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι σε τέσσερα τοπωνύμια που αναφέρονται στον κατάλογο του Kom el-Chetan βρέθηκαν ενεπίγραφα αντικείμενα με το όνομα του Αμένωφι Γ' ή της συζύγου του Τέγε, μια ισχυρή ένδειξη ότι ο κατάλογος αυτός χρονολογείται στη διάρκεια της βασιλείας αυτού του Φαραώ.

Σύμφωνα μάλιστα με τον E. Cline, ίσως απηχεί μια διπλωματική αποστολή που οργανώθηκε με πρωτοβουλία του συγκεκριμένου βασιλιά. Όπως γίνεται σαφές από τα παραπάνω οι γεωγραφικοί κατάλογοι αυτού του τύπου δεν αποτελούσαν σε καμιά περίπτωση ένδειξη για την άσκηση οποιασδήποτε μορφής αιγυπτιακής ηγεμονίας στις αναφερόμενες περιοχές. Η μνημόνευση των ξένων τοπωνυμίων, που γράφονταν πάνω σε μορφές αιχμαλώτων δεμένων πισθάγκωνα, αποτελούσε έκφραση του φαραωνικού δόγματος, σύμφωνα με το οποίο όλοι οι ξένοι λαοί ήταν υποτελείς του Αιγύπτιου βασιλιά.



Τέτοιοι κατάλογοι μας αποκαλύπτουν τις γεωγραφικές γνώσεις των Αιγυπτίων, στερούνται ωστόσο οποιασδήποτε άλλης ιστορικής αξίας. Χαρακτηριστικό είναι ότι μεταξύ των άλλων ξένων τοπωνυμίων στο Kom el-Chetan περιλαμβάνονται χώρες, όπως η Βαβυλωνία, Ασσυρία, Χάττι, Αρτσάβα και Μιτάννι, για τις οποίες είναι παράλογο να υποστηρίξει κανείς ότι υπήρξαν ποτέ υποτελείς του φαραωνικού κράτους.

Τοιχογραφίες Αιγαίων Απεσταλμένων στις Θήβες
Τη σημαντικότερη Αιγυπτιακή πηγή για το μινωικό πολιτισμό αποτελούν χωρίς αμφιβολία οι πομπές αιγαίων απεσταλμένων στους τάφους ευγενών της 18ης Δυναστείας, στα νεκροταφεία των Θηβών. Σε αυτές τις σκηνές αποδίδονται πολλές φορές με εξαιρετική πιστότητα χαρακτηριστικά της Μινωικής φυσιογνωμίας, ενδύματα και προϊόντα. Συχνά ωστόσο εμφανίζονται και μορφές ή δώρα Συροπαλαιστινιακής προέλευσης ή υβριδικοί τύποι που συνδυάζουν στοιχεία και των δύο περιοχών.

Σε αυτές τις περιπτώσεις είναι εύλογο να υποθέσουμε ότι οι Αιγύπτιοι καλλιτέχνες δεν είχαν τη δυνατότητα άμεσης παρατήρησης Αιγαιακών πομπών και αναγκάστηκαν να ακολουθήσουν παλαιότερα πρότυπα ή να καταφύγουν σε κάποιες εικονογραφικές συμβάσεις.

Οι αντιπροσωπείες των Κεφτιού ή των "Νησιών στη Μέση της Μεγάλης Πράσινης" εμφανίζονται σε έξι συνολικά τάφους ευγενών της 18ης Δυναστείας. Πρόκειται για τους τάφους των Senmut -Βεζύρη την εποχή της Χατσεψούτ-, Useramun -Βεζύρη στα χρόνια του Τούθμωσι Γ'-, Puimre -Δεύτερου Προφήτη του Άμμωνα την εποχή του Τούθμωσι Γ'-, Intef -Μεγάλου Βασιλικού Αγγελιοφόρου την εποχή της Χατσεψούτ και του Τούθμωσι Γ'-, Menchepereseneb -Προφήτη του Άμμωνα στα χρόνια του Τούθμωσι Γ'-, Rechmire -Βεζύρη την εποχή του Τούθμωσι Γ' και του πρώιμου διαστήματος βασιλείας του Αμένωφι Β'.

Πιθανότατα Αιγαίοι απεσταλμένοι εικονίζονται σε έναν ακόμα τάφο των Θηβών, σε αυτό του Amenemhet, στρατιωτικού διοικητή στα χρόνια των Τούθμωσι Γ' και Αμένωφι Β'. Από χρονολογικής σκοπιάς λοιπόν οι σκηνές αυτές περιορίζονται κυρίως στο διάστημα βασιλείας του Τούθμωσι Γ', αλλά απαντούν μεμονωμένα και στα χρόνια της προκατόχου του Χατσεψούτ και του διαδόχου του Αμένωφι Β'.

Φυσιογνωμικός Τύπος
Στους τάφους αυτούς εικονίζονται αποκλειστικά ανδρικές μορφές, σε αντίθεση με άλλους λαούς (κυρίως Νούβιους και Συροπαλαιστίνιους) που συνοδεύονται από γυναικόπαιδα. Τα κύρια φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά τους -που μας βοηθούν ακόμα και χωρίς τις συνοδευτικές επιγραφές να τους διακρίνουμε από άλλες ξένες αντιπροσωπείες- είναι το σκοτεινό ερυθροκάστανο χρώμα του δέρματος (το ίδιο χρησιμοποιείται για την απόδοση των Αιγύπτιων ανδρών), το ξυρισμένο πρόσωπο με ευθεία, γαμψή ή ελαφρώς ανασηκωμένη μύτη και η επιμελής κόμμωση από βοστρύχους διαφορετικού μήκους που πέφτουν στην πλάτη και το στήθος αλλά και σε μορφή σπειρών στο μέτωπο.

Ένδυση
Στους τάφους των Senmut και Useramun οι Αιγαίοι φορούν τον απλό τύπο Μινωικού περιζώματος που σφίγγεται στη μέση με μια φαρδιά ζώνη. Το επίμηκες στέλεχος που προεξέχει από το ζώμα αποτελεί κατά πάσα πιθανότητα μια παρεξηγημένη απόδοση του "αιδοιοθύλακα", η οποία οφείλεται στην τυπική στην Αιγυπτιακή εικονογραφία προσπάθεια "μετωπικής" απεικόνισης. Στους τάφους των Menchepereseneb και Rechmire οι Αιγαίοι φέρουν έναν πιο περίτεχνα διακοσμημένο τύπο ζώματος που φθάνει μέχρι τα γόνατα χωρίς την Αιγυπτιακή εκδοχή του "αιδοιοθύλακα".

Αξιοσημείωτο είναι ότι τα ζώματα των Αιγαίων από τον τάφο του Rechmire αποτελούν ένα παλίμψηστο, καθώς ζωγραφίστηκαν σε ένα μεταγενέστερο χρονικό σημείο αντικαθιστώντας το αρχικό ζώμα, το οποίο ανήκε στον απλό τύπο που αντιπροσωπεύεται στους τάφους των Senmut και Useramun. Η αλλαγή αυτή δεν πρέπει να συνδεθεί απαραίτητα με κάποιο ιστορικό γεγονός (όπως με την αλλαγή του πολιτικού σκηνικού στο Αιγαίο εξαιτίας της υποτιθέμενης άφιξης των Μυκηναίων στην Κνωσό) καθώς και οι δύο τύποι είναι Μινωικής προέλευσης.

Ίσως πρόκειται εδώ για μια εικονογραφική διόρθωση που είχε ως σκοπό να καταγράψει μια αλλαγή μόδας στην ένδυση των Μινωιτών. Ελκυστική είναι επίσης η υπόθεση του P. Rehak ότι οι δύο διαφορετικοί τύποι ζώματος αντανακλούν διαφορά στην κοινωνική τάξη. Σύμφωνα με αυτή τη νέα ερμηνεία οι απεσταλμένοι που έφεραν το πιο πλούσια διακοσμημένο περίζωμα είχαν υψηλότερο αξίωμα από αυτούς που συμμετείχαν στις παλαιότερες πομπές στους τάφους των Senmut και Useramun.



Δώρα
Οι Αιγαίοι φέρουν μια πληθώρα αντικειμένων, πολλά από τα οποία μπορούν να αναγνωριστούν πράγματι ως Αιγαιακά. Μεταξύ αυτών διακρίνονται κυρίως πολύτιμα αντικείμενα, όπως μεταλλικά αγγεία (κρατήρες, πρόχοι, υδρίες, πιθαμφορείς, κωνικά ρυτά, κύπελλα τύπου Βαφειού / Κεφτιού), θηριομορφικά αγγεία (σε σχήμα ταυροκεφαλής, λεοντοκεφαλής), ειδώλια ταύρων, ξίφη, περιδέραια, υφαντά, τόξα και κράνη αλλά και πρώτες ύλες, όπως κέρατα του κρητικού αγριμιού, που ήταν κατάλληλα για την κατασκευή σύνθετων τόξων.

Ορισμένα άλλα, ωστόσο, είναι αναμφίβολα Αιγυπτιακής ή Συροπαλαιστινιακής προέλευσης, όπως τάλαντα χαλκού και κασσίτερου, κύανος, χρυσός και ημιπολύτιμοι λίθοι, κρατήρες με διακόσμηση λωτών και θηριομορφικά αγγεία (σε σχήμα γρύπα και τσακαλιού). Για την παρουσία των αντικειμένων μη Αιγαιακού χαρακτήρα μεταξύ των προσφορών των αιγαίων απεσταλμένων υπάρχουν δύο πιθανές εξηγήσεις. Η απεικόνισή τους θα μπορούσε να θεωρηθεί ως εικονογραφική σύμβαση, δηλώνοντας έτσι την αδιαφορία του καλλιτέχνη να αποδώσει πιστά την ιστορική πραγματικότητα.

Ωστόσο είναι εξίσου πιθανόν ότι μεταξύ των προσφορών μιας Αιγαιακής διπλωματικής πρεσβείας περιλαμβάνονταν και δώρα μη Αιγαιακής προέλευσης. Σε αντίθεση με το εμπόριο, στη διπλωματική ανταλλαγής δώρων μεγαλύτερη σημασία είχε όχι το ίδιο το αντικείμενο, αλλά το συμβολικό του περιεχόμενο και η χειρονομία της προσφοράς. Σε αυτό το πλαίσιο πολλά πολύτιμα αντικείμενα προσφέρονταν περισσότερες από μία φορά ως βασιλικά δώρα, επιστρέφοντας ενίοτε στη χώρα της αρχικής τους προέλευσης.

Αιγαιακές Πομπές Εκτός Θηβών
Μια πιθανή απεικόνιση ενός αιγαίου απεσταλμένου στον εικονογραφικό ρυθμό των Θηβαϊκών τοιχογραφιών βρίσκεται στον τάφο του Φαραώ Haremhab στη Μέμφιδα. Οι κάτοικοι των ''Νησιών στη Μέση της Μεγάλης Πράσινης" αναφέρονται επίσης μεταξύ των λαών που έφεραν προσφορές στο Φαραώ Ακενατών στην Αμάρνα, με την αφορμή μιας μεγάλης γιορτής στο 12ο έτος της βασιλείας του.

Πρόκειται για τη συνοδευτική επιγραφή μιας μεγάλης σκηνής που μνημονεύει αυτό το γεγονός από τον τάφο του αξιωματούχου Huja στο νεκροταφείο της Αμάρνας. Παρά τη σχετική αναφορά αντιπρόσωποι με τα Αιγαιακά χαρακτηριστικά, ως προς τη φυσιογνωμία ή τα δώρα, δεν μπορούν να αναγνωριστούν μεταξύ των λαών που εικονίζονται στη σκηνή αυτή.

Η Αιγαιακή Πομπή στον Τάφο του Senmut
Στον τάφο του Senmut, Βεζύρη της Χατσεψούτ, εικονιζόταν αρχικά μια πομπή αιγαίων απεσταλμένων με δώρα για τον Αιγύπτιο Φαραώ. Σήμερα σώζονται μόνο τρεις μορφές. Σε ένα σχέδιο ωστόσο του R.Hay, που επισκέφθηκε τον τάφο γύρω στο 1837, διακρίνονται συνολικά έξι μορφές οι οποίες φέρουν πολύτιμα μεταλλικά αγγεία Μινωικού χαρακτήρα (δύο υδρίες, έναν κρατήρα, έναν αμφορέα και δύο κύπελλα τύπου Βαφειού, τα οποία απεικονίζονται σε πολύ μεγαλύτερη από την πραγματική τους κλίμακα) καθώς επίσης και ένα ξίφος.

Οι μορφές αυτές φέρουν τον απλό τύπο του Μινωικού ζώματος με ένα επίμηκες στέλεχος στην πρόσθια όψη, που αναμφίβολα πρόκειται για μια προσπάθεια απόδοσης του αιδοιοθύλακα. Η συνοδευτική επιγραφή της σκηνής αυτής, που είναι η πρωιμότερη από τις παραστάσεις Αιγαίων στους Αιγυπτιακούς τάφους, δε σώθηκε.

Η Παράσταση Αιγαίου Απεσταλμένου στον τάφο του Puimre
Στον τάφο του Puimre, Δεύτερου Προφήτη του Άμμωνα στα χρόνια του Τούθμωσι Γ', σώζεται μια σκηνή με ξένους απεσταλμένους, οι οποίοι φέρουν δώρα όχι για το Φαραώ αλλά για το ναό του Άμμωνα. Οι τέσσερις ξένοι χαρακτηρίζονται στη συνοδευτική επιγραφή ως "Ξένοι Ηγέτες της Μακρινής Ασίας". Οι δύο πρώτες μορφές αποδίδονται με τον τυπικό για τους Συροπαλαιστίνιους τρόπο, ενώ ο τέταρτος άνδρας είναι κατά πάσα πιθανότητα Λίβυος.

Η τρίτη από αριστερά μορφή έχει τα φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά ενός Μινωίτη, φέρει ωστόσο το τυπικό για τους Συροπαλαιστίνιους λευκό περίζωμα. Πρόκειται και εδώ για έναν υβριδικό τρόπο απόδοσης μιας μορφής, που συνδυάζει μινωικά και Συροπαλαιστινιακά χαρακτηριστικά, ένα φαινόμενο που παρατηρείται συχνά στην Αιγυπτιακή εικονογραφία.

Η Αιγαιακή Πομπή στον Τάφο του Useramun
Ο Useramun ήταν Βεζύρης στο πρώιμο διάστημα της βασιλείας του Τούθμωσι Γ' και θείος του Rechmire, ο οποίος τον διαδέχτηκε στο ανώτερο αυτό αιγυπτιακό αξίωμα (ένα είδος πρωθυπουργού). Και ο Useramun θέλησε να ιστορήσει στον τάφο του, μεταξύ των επεισοδίων της πολιτικής του σταδιοδρομίας, την υποδοχή των ξένων απεσταλμένων με δώρα για το Φαραώ.



Η συγκεκριμένη σκηνή αποτελείται από δύο ζωφόρους που απεικονίζουν τις αντιπροσωπείες των Αιγαίων και των Συροπαλαιστίνιων. Οι Αιγαίοι καταλαμβάνουν την ανώτερη ζωφόρο και φέρουν τον τύπο Μινωικού ζώματος με τον οποίο είναι ντυμένοι και οι Αιγαίοι από τον τάφο του Senmut. Στη συνοδευτική επιγραφή της σκηνής οι Αιγαίοι αντιπρόσωποι ονομάζονται ως "(κάτοικοι από) τα Νησιά στη Μέση της Μεγάλης Πράσινης".

Η Αιγαιακή Πομπή στον Τάφο του Menchepereseneb
Στον τάφο του Menchepereseneb, Προφήτη του Άμμωνα στην εποχή του Τούθμωσι Γ', μνημονεύεται μεταξύ άλλων επεισοδίων βιογραφικού χαρακτήρα η τελετή προσφοράς δώρων στο Φαραώ από ξένους απεσταλμένους. Η σκηνή αυτή θεωρείται λίγα χρόνια πρωιμότερη από την αντίστοιχη στον τάφο του Rechmire, καθώς η συνολική διακόσμηση του τάφου του Menchepereseneb ολοκληρώθηκε με βάση τα υπάρχοντα δεδομένα νωρίτερα. Σε δύο ζωφόρους εικονίζονται ισάριθμες ξένες αντιπροσωπείες.

Η πρεσβεία της ανώτερης ζωφόρου έχει σε γενικές γραμμές τα τυπικά Αιγαιακά χαρακτηριστικά (φυσιογνωμία, ένδυση, προσφορές), ωστόσο οι τρεις επικεφαλής της χαρακτηρίζονται από τη συνοδευτική επιγραφή ως αρχηγοί των Κεφτιού, της Χάττι (Χετταίων) και της Συριακής πόλης Tunip. Οι τρεις αυτές μορφές αποδίδονται με ένα συνδυασμό Αιγαιακών και Συροπαλαιστινιακών χαρακτηριστικών.

Ο καλλιτέχνης θέλησε προφανώς να ιστορήσει την προσφορά δώρων διάφορων λαών στο Φαραώ, χωρίς ωστόσο να προσπαθήσει να διακρίνει εικονογραφικά τις διάφορες αντιπροσωπείες, όπως αυτό συνέβη σε παλαιότερες παραστάσεις αυτού του τύπου. Η δημιουργία υβριδικών τύπων θα μπορούσε ωστόσο να οφείλεται και στο γεγονός ότι ο καλλιτέχνης δεν είχε τη δυνατότητα άμεσης παρατήρησης των ξένων, αλλά εργάστηκε αντιγράφοντας παλαιότερα πρότυπα.

Η Αιγαιακή Πομπή στον Τάφο του Intef
Μια από τις σκηνές από τη διακόσμηση του τάφου του Intef -Μεγάλου Βασιλικού Αγγελιοφόρου στα χρόνια της Χατσεψούτ και του Τούθμωσι Γ'- εικονίζει αυτόν και τον αδελφό του να υποδέχονται τις ξένες αποστολές με δώρα για το Φαραώ, οι οποίες είναι διαταγμένες σε τέσσερις συνολικά ζωφόρους. Μια από αυτές τις ζωφόρους, που σήμερα είναι σχεδόν ολοκληρωτικά κατεστραμμένη, καταλαμβανόταν από την Αιγαιακή πομπή. Από την τελευταία σώζεται μόνο το κατώτερο τμήμα της, όπου διακρίνονται τα πόδια των μορφών με τα τυπικά Μινωικά σανδάλια.

Η Αιγαιακή Πομπή στον Τάφο του Rechmire
Η παράσταση των ξένων πρεσβειών με δώρα για τον Αιγύπτιο Φαραώ από τον τάφο του Rechmire, Βεζύρη στα χρόνια του Τούθμωσι Γ' και στο πρώιμο τμήμα της βασιλείας του διαδόχου του Αμένωφι Β', αποτελεί το εντυπωσιακότερο και καλύτερα διατηρημένο παράδειγμα αυτού του εικονογραφικού θέματος στους ιδιωτικούς τάφους των Θηβών. Στο δεξιό τμήμα της σκηνής στέκεται ο κάτοχος του τάφου συνοδευόμενος από κατώτερους αξιωματούχους και γραφείς, ο οποίος εν ονόματι του Φαραώ υποδέχεται τις ξένες αντιπροσωπείες και παραλαμβάνει τα δώρα τους.

Στο αριστερό τμήμα της σκηνής εικονίζονται σε πέντε ζωφόρους (από πάνω προς τα κάτω) οι αντιπρόσωποι του Πουντ (στην περιοχή της σημερινής Ερυθραίας), των Κεφτιού, των Νούβιων, των Συροπαλαιστίνιων και αιχμάλωτα γυναικόπαιδα, προφανώς καρπός των εκστρατειών του Τούθμωσι Γ' στη Συροπαλαιστίνη. Η συνοδευτική επιγραφή της σκηνής ξεκινά με την τυπική έκφραση:

"Η παραλαβή των προσφορών της νότιας χώρας, μαζί με τις προσφορές του Πουντ, του Retenu (Συροπαλαιστίνη), των Kεφτιού, μαζί με τα λάφυρα όλων των χωρών, που μεταφέρθηκαν εξαιτίας της δόξας της Αυτού Μεγαλειότητας...", και συνεχίζει: "Η ειρηνική άφιξη των αρχηγών των Κεφτιού και των 'Νησιών στη Μέση της Μεγάλης Πράσινης'', οι οποίοι υποκλίνονται και σκύβουν το κεφάλι μπροστά από την Αυτού Μεγαλειότητα, τον Βασιλιά της Άνω και Κάτω Αιγύπτου".

Ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον στοιχείο αυτής της παράστασης είναι το παλίμψηστο στη ζωφόρο των Αιγαίων, όπου τα αρχικά ζωγραφισμένα ζώματα των μορφών του απλού τύπου -που εμφανίζεται και στις σκηνές των τάφων του Senmut και Useramun- αντικαταστάθηκαν από ένα πιο πλούσια διακοσμημένο κοντό ζώμα, το οποίο απαντά και στην αντίστοιχη σκηνή των τάφων του Menchepereseneb και Amenemhet.



Η Αιγαιακή Πομπή στον Τάφο του Amenemhet
Η υστερότερη παράσταση αιγαίων απεσταλμένων βρίσκεται στο τάφο του Amenemhet, στρατιωτικού διοικητή στα χρόνια των Τούθμωσι Γ' και Αμένωφι Β'. Η διακόσμηση του τάφου χρονολογείται κατά πάσα πιθανότητα στα χρόνια του δεύτερου από τους δύο Φαραώ. Σε τρεις ζωφόρους ξένες αντιπροσωπείες φέρουν δώρα για τον Αιγύπτιο βασιλιά. Και εδώ παρατηρείται ο συνδυασμός διάφορων εθνικών φυσιογνωμικών τύπων για την απόδοση των μορφών, μια ένδειξη ότι και σε αυτή την περίπτωση, όπως και στον τάφο του Menchepereseneb, ο καλλιτέχνης αντέγραψε κάποιο παλαιότερο πρότυπο συγχέοντας τις διάφορες εθνότητες.

Οι δύο ανώτερες ζωφόροι εικονίζουν σύμφωνα με τη συνοδευτική επιγραφή αντιπροσώπους από τη Συροπαλαιστίνη, ενώ η τρίτη αυτούς από τις χώρες των Κεφτιού και Mennus (Βαβυλωνία). Η συνοδευτική επιγραφή αναφέρει: "Δοξάζοντας τον Κυρίαρχο των Δύο Χωρών. Όλοι οι αρχηγοί του Άνω Retenu, όλοι οι αρχηγοί του Κάτω Retenu (Retenu =  Συροπαλαιστίνη), των Κεφτιού και του Mennus (Βαβυλωνία), όλες οι χώρες ενωμένες".

Οι Τάφοι Αιγυπτίων Ευγενών της 18ης Δυναστείας
Η συντριπτική πλειονότητα των τάφων των ανώτερων Αιγύπτιων αξιωματούχων της 18ης Δυναστείας συγκεντρώνεται στα διάφορα νεκροταφεία που εκτείνονταν στη δυτική όχθη των Θηβών. Τα βασικότερα αρχιτεκτονικά στοιχεία των μεγάλων αυτών λαξευτών κατασκευών αποτελούσαν το προαύλιο (με κόγχες ή ψευδοθύρες στο μέτωπο του βράχου), ο εγκάρσιος προθάλαμος και ο κάθετος στενός διάδρομος που κατέληγε στην κόγχη, το κέντρο δηλαδή της ταφικής λατρείας όπου είχε στηθεί το άγαλμα του νεκρού.

Ο προθάλαμος ήταν διακοσμημένος με σκηνές "κοσμικού χαρακτήρα", που αναφέρονταν στην επιτυχημένη σταδιοδρομία του κατόχου του τάφου στο πλευρό του βασιλιά του (υποδοχή ξένων πρεσβειών με δώρα για το Φαραώ, επιθεώρηση βασιλικών εργαστηρίων ή αγροκτημάτων, συμμετοχή σε στρατιωτικές ασκήσεις) αλλά και σε επεισόδια της ιδιωτικής του ζωής (δείπνο με φίλους, κυνήγι άγριων ζώων στην έρημο ή ψάρεμα στους βάλτους της περιοχής του Δέλτα, επίσκεψη του ιδιωτικού αγροκτήματος, θυσία στον Άμμωνα και τους άλλους θεούς).

Ο στόχος αυτής της συστηματικής αυτοπροβολής του κατόχου του τάφου στο τμήμα του μνημείου που ήταν προσιτό στους κάθε είδους επισκέπτες (συγγενείς, ιερείς, άλλους αξιωματούχους, καλλιτέχνες και περίεργους) ήταν η εξασφάλιση της υστεροφημίας του, η οποία με τη σειρά της εγγυόταν και την τακτική τέλεση ταφικών προσφορών στη μνήμη του.

Ο διάδρομος αντίθετα ήταν προορισμένος για θέματα ταφικού / τελετουργικού χαρακτήρα, όπως το ταφικό δείπνο, την ταφική πομπή με γυναίκες που θρηνούσαν, το τελετουργικό ταξίδι στην Άβυδο ή την τελετουργία του "ανοίγματος του στόματος". Πολλοί από αυτούς τους τάφους, η κατασκευή των οποίων ξεκινούσε φυσικά όσο ο κάτοχός τους βρισκόταν ακόμα στη ζωή, έμειναν για διάφορους λόγους -ως προς την αρχιτεκτονική τους διαμόρφωση ή τη διακόσμησή τους- ημιτελείς.

Απεικονίσεις Διπλωματικών Πρεσβειών στους Τάφους Αιγυπτίων Ευγενών της 18ης Δυναστείας
Οι πομπές ξένων απεσταλμένων με δώρα για τον Αιγύπτιο Φαραώ αποτελούν ένα εικονογραφικό θέμα που απαντά συχνά στους τάφους ευγενών της 18ης Δυναστείας στα νεκροταφεία των Θηβών. Δίπλα στους Κεφτιού ή τους κατοίκους από τα "Νησιά στη Μέση της Μεγάλης Πράσινης" εμφανίζονται κυρίως πρεσβείες των υποτελών Νούβιων και Συροπαλαιστίνιων και σε μεμονωμένες μόνο περιπτώσεις αντιπρόσωποι ανεξάρτητων κρατών, όπως Λίβυοι, Βαβυλώνιοι, Μιτάννι και Χετταίοι.

Αιγαίοι στην Αιγυπτιακή Συμβολική Εικονογραφία
Το όνομα Κεφτιού εμφανίζεται και στο πλαίσιο της Αιγυπτιακής συμβολικής εικονογραφίας και πιο συγκεκριμένα σε μακριούς καταλόγους που περιλάμβαναν εσωτερικούς και εξωτερικούς εχθρούς της Αιγύπτου. Οι κατάλογοι αυτοί είχαν τις πιο πολλές φορές τη μορφή σειρών από μορφές δεμένες πισθάγκωνα, οι οποίες έφεραν στον άνω μέρος του σώματος μία δέλτο με το όνομα της ξένης χώρας ή λαού.

Απεικονίζονταν συχνά σε Αιγυπτιακούς ναούς ή στις τοιχογραφίες ως διακόσμηση του θρόνου του Φαραώ. Ενδιαφέρον είναι ότι το όνομα Κεφτιού εμφανίζεται σε αυτούς τους καταλόγους από την εποχή του Αμένωφι Γ' και μεταγενέστερα, όταν σταματούν οι παραστάσεις αιγαίων απεσταλμένων στους τάφους των ευγενών. Σε συνδυασμό με τα ονόματα Tj-na-ja (η χώρα των Δαναών) και τα "Νησιά στη Μέση της Μεγάλης Πράσινης" ή και μόνο του, το όνομα Κεφτιού απαντά ακόμα και σε γεωγραφικούς καταλόγους της εποχής του Ραμσή Β'.



Η ΑΙΓΥΠΤΟΣ ΣΤΙΣ ΑΙΓΑΙΑΚΕΣ ΠΗΓΕΣ
Υπάρχουν τρεις μόνο έμμεσες αναφορές στην Αίγυπτο στις πινακίδες της Γραμμικής Β' από την Κνωσό και την Πύλο. Πρόκειται για τη λέξη mi-sa-ra-jo σε μία πινακίδα της Κνωσού, ένα επίθετο που ετυμολογικά προέρχεται από τη σημιτική λέξη Misraim, που αποτελούσε και την πιο συνηθισμένη ονομασία της Αιγύπτου στις Ακκαδικές και Ουγκαρίτικες πηγές. Η δεύτερη λέξη a-ku-pi-ti-jo (Aιγύπτιος) ήταν το όνομα ενός ατόμου υπεύθυνου έναντι του ανακτόρου για ένα κοπάδι προβάτων στην περιοχή su-ri-mo.

To όνομα Αιγύπτιος απαντά μία ακόμα φορά και στις πινακίδες της Πύλου. Εδώ δεν είναι απαραίτητο να υποθέσουμε ότι πρόκειται για κάποιο άτομο Αιγυπτιακής καταγωγής. Ίσως πρόκειται και για κάποιον ντόπιο, το γένος του οποίου ή και ο ίδιος είχε άμεση ή έμμεση σχέση με την Αίγυπτο (πιθανόν ως ναυτικός ή έμπορος). Το ίδιο προσωπικό όνομα απαντά και στον Όμηρο. Η ονομασία Αίγυπτος για τη χώρα των Φαραώ (Hikupta) μαρτυρείται στην εποχή του Χαλκού σε Συροπαλαιστινιακές πηγές.

ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ
Οι Αιγυπτιακές εισαγωγές στο Αιγαίο περιλαμβάνουν πρώτες ύλες, όπως χρυσό, αλάβαστρο, αμέθυστο, χαυλιόδοντες ελέφαντα και κυνόδοντες ιπποπόταμου, αυγά στρουθοκαμήλου και τέχνεργα, κυρίως λίθινα αγγεία και σκαραβαίους. Η παρουσία ανάλογων ευρημάτων ωστόσο δεν αρκεί για να αποδείξει άμεσες εμπορικές ή διπλωματικές επαφές με την Αίγυπτο, καθώς όλα αυτά τα προϊόντα ήταν για τους Αιγαίους ναυτικούς και εμπόρους προσιτά στα λιμάνια της Συροπαλαιστίνης, όπου ανθούσε και η παραγωγή απομιμήσεων Αιγυπτιακών λίθινων αγγείων και σκαραβαίων.

Τα Αιγαιακά εισηγμένα αντικείμενα που έφερε στο φως η αρχαιολογική έρευνα στην Αίγυπτο ανήκουν στο σύνολό τους σχεδόν στην κατηγορία της κεραμικής. Σε ελάχιστες άλλες περιπτώσεις προτείνεται με επιφύλαξη από μία μερίδα μελετητών η Αιγαιακή προέλευση για άλλες κατηγορίες αντικειμένων, όπως για τα αργυρά αγγεία του θησαυρού της Εt-Tod. Ωστόσο, η εικόνα αυτή αιγυπτιακού ενδιαφέροντος στο Αιγαίο, που περιοριζόταν στην εισαγωγή κεραμικών αγγείων και του περιεχομένου τους, δεν ανταποκρίνεται στην ιστορική πραγματικότητα.

Με τη βοήθεια ωστόσο έμμεσων πηγών (αναφορές σε Αιγυπτιακούς παπύρους, παραστάσεις Αιγαιακών δώρων για το Φαραώ σε Αιγυπτιακούς τάφους αλλά και τα ίδια τα Μινωικά και Μυκηναϊκά αγγεία που χρησίμευσαν ως δοχεία για τη μεταφορά οργανικών ουσιών) αποδεικνύεται ότι στην Αίγυπτο έφθαναν ποικίλα Αιγαιακά προϊόντα, όπως πολύτιμα μεταλλικά αγγεία και ενδύματα ή υφαντά αλλά και βότανα, λάδι, αρωματικά ελαία και κρασί.

Αιγυπτιακές Πρώτες Ύλες στο Αιγαίο
Ελεφαντόδοντο
Το ελεφαντόδοντο, που εισαγόταν στο Αιγαίο ήδη από την Πρώιμη εποχή του Χαλκού, προερχόταν όχι μόνο από χαυλιόδοντες ελεφάντων αλλά και από κυνόδοντες ιπποπόταμου, όπως έδειξαν οι έρευνες της Olga Krzyszkowska. Ελέφαντας και ιπποπόταμος απαντούν την εποχή του Χαλκού στη Νουβία, η οποία κατά τη διάρκεια του Μέσου και Νέου Βασιλείου βρισκόταν κάτω από τον πολιτικό έλεγχο της Αιγύπτου, αλλά και στην περιοχή της Συρίας, και πιο συγκεκριμένα στην πεδιάδα του Ορόντη.

Το ελεφαντόδοντο που εισαγόταν στο Αιγαίο θα μπορούσε να προέρχεται είτε από τη μία είτε από την άλλη περιοχή. Ένα ενδιαφέρον στοιχείο που προέκυψε από τη μικροσκοπική ανάλυση ελεφάντινων αντικειμένων από Αιγαιακές θέσεις ήταν ότι κατά τη διάρκεια της Πρωτομινωικής και Μεσομινωικής περιόδου η μεγάλη πλειονότητα των ελεφάντινων αντικειμένων προέρχονται από κυνόδοντες ιπποπόταμου, ενώ στην Υστερομινωική και Μυκηναϊκή περίοδο η αναλογία αυτή αντιστρέφεται υπέρ των αντικειμένων από χαυλιόδοντες ελέφαντα.

Ένας τέτοιος χαυλιόδοντας βρέθηκε στο στρώμα καταστροφής του ανακτόρου της Ζάκρου δίπλα σε χάλκινα τάλαντα, αποτελώντας χωρίς αμφιβολία το φορτίο ενός πλοίου που μόλις είχε έλθει από την Ανατολή και δεν είχε ακόμα προωθηθεί στα βασιλικά εργαστήρια. Ο ίδιος συνδυασμός εισηγμένων προϊόντων (χαυλιοδόντων ελέφαντα και χάλκινων ταλάντων) απαντά και στο ναυάγιο του Uluburun.

Χρυσός
Ο χρυσός χρησιμοποιούνταν εκτεταμένα στο Αιγαίο για την κατασκευή κυρίως αγγείων, κοσμημάτων και άλλων μικροαντικειμένων αλλά και ως έλασμα για τη διακόσμηση διάφορων πολύτιμων αντικειμένων, όπως ξιφών, εγχειριδίων και μεταλλικών αγγείων. Η ακριβής προέλευση του πολύτιμου μετάλλου δεν είναι δυνατόν να διακριβωθεί. Η Αίγυπτος προβάλλει ωστόσο ως ένας από τους πιθανότερους τόπους προέλευσης, κυρίως λόγω των μεγάλων αποθεμάτων της.



Η παροιμιώδης αφθονία χρυσού στην Αίγυπτο, που ήταν αποτέλεσμα του άμεσου ελέγχου των ορυχείων χρυσού της Νουβίας, αποτυπώνεται σε μια φράση που συχνά επαναλαμβάνουν οι Αιγύπτιοι Φαραώ στη διπλωματική τους αλληλογραφία με άλλους μονάρχες: "Ο χρυσός είναι στη χώρα μου τόσο άφθονος όσο και η άμμος". Ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της Ύστερης εποχής του Χαλκού η Αίγυπτος προμήθευε, είτε μέσω του εμπορίου είτε μέσω της διπλωματίας των δώρων, τα μεγαλύτερα κέντρα της Εγγύς Ανατολής με το πολύτιμο μέταλλο.

Ενδεικτική είναι η ισοτιμία 1:2 μεταξύ χρυσού και αργύρου στην Αίγυπτο, η οποία διέφερε αισθητά από των άλλων κρατών της ανατολικής Μεσογείου, που ήταν κατά κανόνα -με βάση τα υπάρχοντα δεδομένα- 1:3.

Αιγυπτιακά Τέχνεργα στο Αιγαίο
Αιγυπτιακά Λίθινα Αγγεία
Η παραγωγή Αιγυπτιακών λίθινων αγγείων γνώρισε τη μεγαλύτερη ακμή της κατά τη διάρκεια των τριών πρώτων Δυναστειών, στην πρώιμη τρίτη χιλιετία π.Χ., δημιουργώντας πολλά παραδείγματα εξαιρετικής ποιότητας. Η ακμή αυτή συνδυάζεται χωρίς αμφιβολία και με τις ανάγκες που δημιουργούσαν τα ταφικά έθιμα, σύμφωνα με τα οποία ο νεκρός θαβόταν με τεράστιες ποσότητες υλικών προσφορών. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι στο ταφικό συγκρότημα του Φαραώ Djoser βρέθηκαν 30.000 - 40.000 λίθινα αγγεία.

Πολύ συχνά απαντούν επίσης ως δοχεία αρωματικών ελαίων και αλοιφών για το Φαραώ, ως τελετουργικά σκεύη, ως αντικείμενα σε αποθέτες θεμελίωσης αλλά και ως βασιλικά δώρα σε αξιωματούχους για την αναγνώριση διακεκριμένων υπηρεσιών. Επρόκειτο λοιπόν για μία κατηγορία πολύτιμων σκευών, η κατοχή των οποίων περιοριζόταν στο Φαραώ και τις ανώτερες κοινωνικές τάξεις. Μια ανάλογη σημασία, ως αντικείμενα prestige, μπορούμε να υποθέσουμε και για τα αιγυπτιακά αγγεία που βρέθηκαν στο Αιγαίο.

Σε αυτό συνηγορεί και η εύρεσή τους συνηθέστερα στο ανάκτορο ή το άμεσο περιβάλλον του. Προφανώς χρησιμοποιήθηκαν ως σκεύη καλλωπισμού, είναι όμως πιθανόν να είχαν και άλλες λειτουργίες, όπως υποδηλώνεται από την παρουσία τους σε οικιακά, ταφικά και τελετουργικά σύνολα. Ιδιαίτερη αξία πρέπει να είχε το υλικό και όχι το σχήμα τους, καθώς τα περισσότερα από αυτά -μετά την άφιξή τους στην Κρήτη- μεταποιήθηκαν με αρκετή φαντασία και δεξιότητα από ντόπιους τεχνίτες σε οικείους σε αυτούς τύπους, που ανταποκρίνονταν στη μόδα και τις ανάγκες της Μινωικής κοινωνίας.

Αιγυπτιακά Λίθινα Αγγεία στην Κρήτη
Τα λίθινα αγγεία αποτελούσαν την πιο συνηθισμένη στο Αιγαίο κατηγορία εισηγμένων Αιγυπτιακών αντικειμένων, με εξαίρεση τους σκαραβαίους. Στη συντριπτική τους πλειονότητα προέρχονταν από Κρητικές θέσεις (Κνωσός, Ζάκρος, Αγία Τριάδα, Μάλια) αλλά και από την ηπειρωτική Ελλάδα (Μυκήνες, Άργος, Βαφειό), όπου πολλά από αυτά είχαν φθάσει εκεί πιθανώς επίσης μέσω Κρήτης. Ήταν κατασκευασμένα από διάφορα υλικά, όπως αλάβαστρο, διορίτη, πορφυρίτη, ασβεστολιθικά πετρώματα και gabbro.

Οι νεότερες έρευνες της Αιγυπτιολόγου Chr. Lilyquist έδειξαν, ωστόσο, ότι ένας μεγάλος αριθμός των παραδοσιακά θεωρούμενων αιγυπτιακών αγγείων είναι Συροπαλαιστινιακής ή ακόμα και εγχώριας κατασκευής. Πολλά είδη λίθων που θεωρούνταν Αιγυπτιακά αποδεικνύεται τώρα ότι απαντούν και εκτός Αιγύπτου. Το ίδιο ισχύει και για τα σχήματα των αγγείων.

Το "Αιγυπτιακό αλάβαστρο", ένας από τους συνηθέστερους τύπους εισηγμένων λίθινων αγγείων στο Αιγαίο, συγγενεύει στενότερα με Συροπαλαιστινιακά παρά με Αιγυπτιακά παραδείγματα. Τα εισηγμένα στην Κρήτη Αιγυπτιακά λίθινα αγγεία αντιπροσωπεύουν ένα σχετικά περιορισμένο αριθμό σχημάτων, κάτι που δείχνει κάποιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τους συγκεκριμένους τύπους αγγείων.

Κατά την Πρωτομινωική περίοδο φθάνουν στο νησί τρεις κυρίως τύποι του Αρχαίου Βασιλείου, ο μικρογραφικός αμφορέας, το αγγείο με κυλινδρικό σώμα και η φιάλη. Στη Μεσομινωική περίοδο απαντούν κυρίως ρηχές τροπιδωτές φιάλες, οι οποίες έχουν και ντόπιες απομιμήσεις σε πηλό κατά τη διάρκεια της Μεσομινωικής ΙΙ φάσης, και πιθανώς το "blossom bowl" με λαβές, το οποίο βρίσκει ένα στενό παράλληλο σε αντίστοιχο αιγυπτιακό τύπο αγγείου.

Στη Νεοανακτορική περίοδο εισάγονται και πάλι ρηχές τροπιδωτές φιάλες, φιάλες με σφαιρικό σώμα και χαμηλό κυλινδρικό λαιμό, αλάβαστρα και αμφορείς. Το γεγονός ότι ορισμένοι τύποι αγγείων του Αρχαίου Βασιλείου αντιγράφονται από ντόπιους καλλιτέχνες για πρώτη φορά σε αυτή την περίοδο δείχνει ότι τα συγκεκριμένα Αιγυπτιακά αγγεία εισήχθησαν στο νησί μόλις στην Υστερομινωική περίοδο, μία περίπου χιλιετία μετά την εποχή της κατασκευής τους, προφανώς ως προϊόντα εμπορικών και όχι διπλωματικών επαφών.

Η πιθανότητα να προέρχονταν από συλημένους Αιγυπτιακούς τάφους δεν πρέπει να αποκλειστεί. Στη Μετανακτορική περίοδο απουσιάζουν τα Αιγυπτιακά λίθινα αγγεία από την Κρήτη. Ωστόσο, κάποια ανθρωπόμορφα πήλινα αγγεία της Υστερομινωικής ΙΙΙ Α 2 - Β φάσης από την Αγία Τριάδα, τα Γουρνιά και την Κεφάλα Χόνδρου αντιγράφουν ένα συνηθισμένο τύπο αιγυπτιακού λίθινου αγγείου, γνωστό ως Gravidenflaschen, μια ένδειξη ότι η εισαγωγή τους στην Κρήτη συνεχίστηκε και σε αυτή την περίοδο.



Αιγυπτιακό Αλάβαστρο
Ο πιο συνηθισμένος τύπος Αιγυπτιακού λίθινου αγγείου στην Κρήτη είναι το αλάβαστρο. Σώζονται 40 περίπου ακέραια αγγεία ή τμήματά τους που αντιπροσωπεύουν διάφορα σχήματα, με απιόσχημο, ωοειδές, σφαιρικό ή χαμηλό σώμα. Όλα σχεδόν έχουν κατασκευαστεί από αλάβαστρο (δύο μόνο εξαιρέσεις υπάρχουν) και χρονολογούνται στη συντριπτική τους πλειονότητα μεταξύ της Δεύτερης Μεταβατικής Περιόδου και της 18ης Δυναστείας. Ο τύπος του αλαβάστρου εμφανίζεται στην Αίγυπτο την εποχή της 12ης Δυναστείας.

Κάποια παραδείγματα των εισηγμένων στην Κρήτη αγγείων θα μπορούσαν ίσως να προέρχονται από αυτή την πρώιμη, για την ιστορία του συγκεκριμένου τύπου, φάση. Πρόκειται για αλάβαστρα με σφαιρικό σώμα και στενό λαιμό που ορισμένες φορές διακοσμείται με σειρά οριζόντιων αυλακώσεων.

Μεταποίηση Αιγυπτιακών Αγγείων
Περίπου 20 Αιγυπτιακά λίθινα αγγεία δέχθηκαν από ντόπιους τεχνίτες, μετά την εισαγωγή τους στην Κρήτη, ποικίλες τροποποιήσεις: από την αλλαγή της εξωτερικής τους εμφάνισης μέχρι την αλλαγή του σχήματος και της λειτουργίας τους. Το αγγείο αναστρεφόταν, η αρχική του βάση αφαιρούνταν και μετατρεπόταν σε στόμιο, και αντίστροφα στο σημείο του αρχικού του λαιμού συμπληρωνόταν μια νέα βάση από άλλο υλικό. Συχνή ήταν επίσης η προσθήκη λαβών και η διάτρηση νέων οπών.

Αυτή η παράδοση φαίνεται πως ξεκίνησε με τη μεταποίηση Αιγυπτιακών αλαβάστρων και επεκτάθηκε σταδιακά και σε άλλους τύπους, όπως την υδρία, τη φιάλη και τον αμφορέα. Η πρακτική αυτή παρατηρείται μόνο κατά τη διάρκεια της Υστερομινωικής Ι περιόδου. Ορισμένα από αυτά τα μεταποιημένα στην Κρήτη αιγυπτιακά αγγεία εξήχθησαν στα μυκηναϊκά κέντρα της ηπειρωτικής Ελλάδας.

Πολλά από αυτά τα αγγεία που βρέθηκαν σε σύνολα της Ύστερης εποχής του Χαλκού χρονολογούνται στο Αρχαίο Βασίλειο, είχαν δηλαδή τη χρονική στιγμή της απόθεσής τους ή της μεταποίησής τους διάρκεια χρήσης μίας περίπου χιλιετίας, ένα γεγονός που υπογραμμίζει την αξία τους ως πολύτιμων αντικειμένων.

Το Αιγυπτιακό Είδωλο του User
Το Αιγυπτιακό ειδώλιο από διορίτη που βρέθηκε στην Κνωσό ανήκει, σύμφωνα με την επιγραφή του, σε ένα χρυσοχόο ονόματι User. Η αρχαιολογική του συνάφεια είναι άγνωστη. Ειδώλια αυτού του τύπου, που ανήκαν σε Αιγύπτιους διπλωμάτες, αξιωματούχους, εμπόρους ή τεχνίτες του Μέσου Βασιλείου, απαντούν συχνά εκτός αιγυπτιακών συνόρων. Η πιο πιθανή ερμηνεία για αυτή τη διάδοση είναι ότι οι ιδιοκτήτες τους τα έπαιρναν μαζί τους κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού τους στο εξωτερικό, αφήνοντάς τα για κάποιο άγνωστο λόγο -αφιέρωση- στη χώρα του προορισμού τους.

Το Αλαβάστρινο Αγγείο του Φαραώ Κυάν από την Κνωσό
Το πώμα ενός αγγείου από αλάβαστρο με τη δέλτο του Υκσώς Φαραώ Κυάν που βρέθηκε σε ένα Μεσομινωικό ΙΙΙ στρώμα στην Κνωσό είναι πολύ πιθανόν ότι αποτελεί διπλωματικό δώρο του Υκσώς βασιλιά στο Μινωίτη ομόλογό του. Με ανάλογο τρόπο θα μπορούσε να ερμηνευτεί και ένα αγγείο από οψιανό με τη δέλτο του ίδιου Φαραώ, το οποίο βρέθηκε στη Χεττιτική πρωτεύουσα Χατούσσα.

Οι "Μινωικές" τοιχογραφίες της Αυάριδος
Οι "Μινωικές" τοιχογραφίες της Αυάριδος (Tell el-Dab'a) ήλθαν στο φως σε τρία διαφορετικά σημεία της ακρόπολης στην περιοχή ''Ezbet Helmi''. Η σημαντικότερη μέχρι τώρα ομάδα αυτών των τοιχογραφιών (τομέας Η/Ι) συνδέεται με ένα "ανακτορικό" κτήριο, χτισμένο πάνω σε μια μνημειώδη, πλίνθινη πλατφόρμα. Ο τύπος αυτού του πυργοειδούς κτηρίου είναι εντελώς ασυνήθιστος στην Αίγυπτο. Χιλιάδες θραύσματα τοιχογραφιών βρέθηκαν στην επίχωση αμέσως βόρεια και νότια της πλατφόρμας. Ο ανασκαφέας Manfred Bietak αναφέρει ωστόσο ότι ορισμένα κομμάτια βρέθηκαν και in situ πάνω σε τμήματα τοίχων του κτηρίου.

Μια μεγάλη συγκέντρωση θραυσμάτων τοιχογραφιών αποκαλύφθηκε κάτω από μία κεκλιμένη άνοδο (ράμπα) στην είσοδο του πυργοειδούς κτηρίου. Είναι πιθανόν ότι αυτό το σύνολο διακοσμούσε αρχικά τις δύο πλευρές της συγκεκριμένης ανόδου. Ένα από τα θέματά τους (ανάγλυφοι ταύροι) θυμίζει τους ανάγλυφους ταύρους που βρέθηκαν σε ένα ανάλογο σημείο του ανακτόρου της Κνωσού, όπου διακοσμούσαν τις πλευρές της βόρειας εισόδου.



Από τα υπόλοιπα θραύσματα που δεν αποκαλύφθηκαν σε κάποια αρχιτεκτονική συνάφεια διακρίνονται ορισμένα με ερυθρό βάθος, ανάλογο με της Κνωσιακής τοιχογραφίας του "Κροκοσυλλέκτη", ένα τεχνοτροπικό χαρακτηριστικό το οποίο χρονολογείται κατά κανόνα στην πρωιμότερη φάση των Μινωικών τοιχογραφιών με εικονιστικά θέματα.

Τα πιο χαρακτηριστικά εικονογραφικά θέματα αποτελούν οι ταύροι, τα ταυροκαθάψια, μία άλλη σκηνή ταυροκαθαψίων συνδυασμένη με το θέμα του λαβύρινθου, ένας ακροβάτης πίσω από ένα φοίνικα σε μια στάση γνωστή από τη Μινωική εικονογραφία, οι ανθρώπινες μορφές, ορισμένες από τις οποίες φέρουν περίτεχνα ενδύματα και απεικονίζονται σε ποικίλες δραστηριότητες, μία λεοπάρδαλη, ένας γρύπας και τα φυτικά θέματα.

Οι τοιχογραφίες της Αυάριδος βρίσκουν σε όλα τα εικονογραφικά τους θέματα στενά παράλληλα στην Κνωσό. Στενές σχέσεις διαπιστώνονται ωστόσο και με τις τοιχογραφίες της Θήρας, κυρίως στις μορφές με ξυρισμένο το άνω μέρος του κεφαλιού -που αποδίδεται με κυανό χρώμα και με μακριούς βοστρύχους-, στα φυτικά θέματα και στο γρύπα. Το context αυτών των τοιχογραφιών είχε χρονολογηθεί αρχικά από τον ανασκαφέα της Αυάριδος Manfred Bietak στην εποχή των Υκσώς.

Ωστόσο, μετά τα αποτελέσματα των ανασκαφών του 1994 και 1995, ο Bietak αναθεώρησε την αρχική του άποψη χρονολογώντας την πλίνθινη πλατφόρμα και τις τοιχογραφίες της στην αρχή της 18ης Δυναστείας, μετά δηλαδή την καταστροφή της Αυάριδος από τον Άχμωσι και την εκδίωξη των Υκσώς το 1530 π.Χ. Η νέα χρονολόγηση της πλατφόρμας βασίστηκε σε αρχιτεκτονικά δεδομένα. Από τη μια πλευρά φαίνεται πως η πλατφόρμα αυτή είναι μεταγενέστερη από ένα τείχος της εποχής των Υκσώς, ενώ από την άλλη έχει τον ίδιο προσανατολισμό με το ανακτορικό συγκρότημα της πρώιμης 18ης Δυναστείας.

Με βάση την αναθεωρημένη χρονολόγηση των τοιχογραφιών ο Bietak υποστηρίζει ότι είναι περίπου σύγχρονες με τις τοιχογραφίες της Θήρας. Αυτή η υπόθεση επιβεβαιώνεται σύμφωνα με τον ανασκαφέα και από την εύρεση κυπριακής κεραμικής του Λευκόχριστου Ι ρυθμού στο Ακρωτήρι αλλά και στην Αύαρι, στο στρώμα της 18ης Δυναστείας.

Στο πλαίσιο της απόλυτης χρονολογίας η διαφορά μεταξύ παλαιάς και νέας χρονολόγησης δεν είναι μεγάλη. Ωστόσο για την ιστορική ερμηνεία και την αξιολόγηση της παρουσίας μινωικών τοιχογραφιών στην Αίγυπτο ή χρονολόγησή τους στην εποχή των Υκσώς ή στην εποχή του Νέου Βασιλείου, αμέσως μετά την εκδίωξη των ξενόφερτων ηγεμόνων, παίζει καθοριστικό ρόλο.

Η δεύτερη ομάδα τοιχογραφιών βρέθηκε στον τομέα Η / ΙΙ, σε μια απόσταση 150 μ. περίπου από την προηγούμενη ομάδα, και συνδέεται πιθανότατα με ένα τμήμα του ανακτορικού συγκροτήματος που εκτείνεται γύρω από αυτή την περιοχή. Το ανακτορικό συγκρότημα έχει δύο φάσεις. Η πρώτη ανήκει στην ύστερη εποχή των Υκσώς και η δεύτερη στην πρώιμη 18η Δυναστεία. Ο Bietak απέδωσε και αυτή την ομάδα τοιχογραφιών στη δεύτερη φάση του κτηρίου. Ανάμεσα στα θραύσματα διακρίνονται κάποια ανάγλυφα παραδείγματα με παραστάσεις ανθρώπινων μορφών.

Η τρίτη ομάδα (από τον τομέα Η / ΙΙΙ) βρίσκεται αμέσως βόρεια του Τομέα Η / ΙΙ. Το πιο σημαντικό στοιχείο σχετικά με αυτά τα θραύσματα είναι ότι ένα μέρος τους βρέθηκε in situ στις δύο πλευρές ενός περιμετρικού τοίχου της 18ης Δυναστείας. Στην ίδια ωστόσο θέση είχε σημειωθεί νωρίτερα από τον Bietak και ένα κτήριο της εποχής των Υκσώς, στο κατώτερο τμήμα της πρόσοψης του οποίου σωζόταν ασβεστολιθικό κονίαμα, όμοιο με αυτό που χρησιμοποιήθηκε και για τις άλλες "Μινωικές" τοιχογραφίες της Αυάριδος.

Ενώ σε γενικές γραμμές οφείλει κανείς να ακολουθήσει τη χρονολόγηση του ανασκαφέα, είναι πιθανόν από το παραπάνω στοιχείο ότι "Μινωικές" τοιχογραφίες υπήρχαν και στις δύο κύριες φάσεις κατοίκησης της Αυάριδος, τόσο δηλαδή στην ύστερη εποχή των Υκσώς όσο και στην αρχή της 18ης Δυναστείας.

Ο Μινωικός Χαρακτήρας των Τοιχογραφιών της Αυάριδος
Οι τοιχογραφίες της Αυάριδος ανήκουν ως προς την τεχνική, το θεματολόγιο και την τεχνοτροπία στην παράδοση των μινωικών τοιχογραφιών, όντας παράλληλα εντελώς ξένες σε σύγκριση με τις αντίστοιχες αιγυπτιακές. Εδώ χρησιμοποιήθηκε το τυπικό στο Αιγαίο ασβεστολιθικό κονίαμα, σε αντίθεση με το κονίαμα γύψου ή λάσπης των αιγυπτιακών τοιχογραφιών. Μινωικά χαρακτηριστικά αποτελούν επίσης η χρήση σπάγκων ως μαρτύρων για τη αχάραξη των περιθωρίων της εικόνας αλλά και το έγχρωμο βάθος.



Το πιο σημαντικό ωστόσο στοιχείο της Μινωικής καταγωγής τους είναι ότι πρόκειται για νωπογραφίες (fresco). Οι παραστάσεις εκτελούνταν πάνω στο νωπό ακόμα ασβεστολιθικό κονίαμα, με αποτέλεσμα τα χρώματά τους να παραμένουν ανεξίτηλα. Οι αιγυπτιακές τοιχογραφίες αντίθετα εκτελούνταν με την τεχνική secco, πάνω δηλαδή σε ένα στεγνό υπόστρωμα. Ένα τεχνικό χαρακτηριστικό που διαφοροποιεί τις τοιχογραφίες της Αυάριδος από τις αιγαιακές είναι το μέγεθός τους.

Είναι σαφώς μικρότερες από τις αντίστοιχες κρητικές ή θηραϊκές, χωρίς ωστόσο να φθάνουν στην κλίμακα των "μικρογραφικών τοιχογραφιών". Υπάρχουν επίσης κάποιες ελαφρές τεχνοτροπικές διαφορές σε σύγκριση με τις τοιχογραφίες της Κνωσού, ωστόσο μια ανάλογη διαφορά παρατηρείται και μεταξύ των τοιχογραφιών της Κνωσού και της Θήρας. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι στις τοιχογραφίες της Αυάριδος το Μινωικό ρεπερτόριο εμφανίζεται πλήρως εξελιγμένο και σε ένα εντυπωσιακό θεματικό πλούτο που δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από αντίστοιχες τοιχογραφίες στην Κρήτη και τη Θήρα.

Οι πρώτες εικονιστικές τοιχογραφίες στην Κρήτη εμφανίζονται στη Μεσομινωική ΙΙΙ / Υστερομινωική Ι Α περίοδο, δηλαδή λίγο πριν από αυτές της Αυάριδος, με πρωιμότερο θεωρούμενο παράδειγμα τον "Κροκοσυλλέκτη". Αξίζει να σημειωθεί τέλος ότι νωπογραφίες Μινωικής τεχνοτροπίας εκτός των Αιγαιακών συνόρων έχουν βρεθεί όχι μόνο στην Αύαρι αλλά και στις Συροπαλαιστινιακές θέσεις Tell Kabri, Qatna και Alalah, κάνοντας έτσι πιθανή την ύπαρξη "πλανόδιων" Μινωικών συνεργείων στην ανατολική Μεσόγειο. Συνοψίζοντας, οι τοιχογραφίες της Αυάριδος αποτελούν την πιο σαφή μαρτυρία για την επίδραση ή καλύτερα απήχηση της αιγαιακής τέχνης στην Αίγυπτο.

Σε μια προσπάθεια αναπαράστασης του ιστορικού τους πλαισίου, είναι σαφές ότι κάποια κτήρια ενός σημαντικού Αιγυπτιακού λιμανιού και διοικητικού κέντρου στο Δέλτα του Νείλου -που μέχρι πριν από λίγα χρόνια αποτελούσε την πρωτεύουσα των ξενόφερτων ηγεμόνων- διακοσμήθηκαν με ένα πλούσιο πρόγραμμα Μινωικών τοιχογραφιών, που ως προς την εικονογραφία, την τεχνοτροπία και την τεχνική τους ήταν ισότιμες με τα σύγχρονά τους έργα στο ανάκτορο της Κνωσού. Δίχως άλλο το μοναδικό αυτό εύρημα μαρτυρά την αναγνώριση από αιγυπτιακής πλευράς, έστω και σε αυτή τη μοναδική περίπτωση, της αισθητικής και ίσως της συμβολικής αξίας της μινωικής τέχνης.

Ο Θησαυρός της Εt-Tod
Αποτελείται συνολικά από 153 αργυρά κύπελλα και φιάλες, τοποθετημένα σε τέσσερα χάλκινα κιβώτια, τα οποία βρέθηκαν στα θεμέλια του ναού του Mont στην Εt-Tod. Δύο από τα χάλκινα κιβώτια έφεραν τη δέλτο του Αμενεμχέτ Β', του τρίτου Φαραώ της 12ης Δυναστείας (1914 - 1879 / 1876 π.Χ.). H συντριπτική πλειονότητα των αγγείων αυτών ήταν ακατάλληλη για χρήση, καθώς είχαν πιεστεί έτσι ώστε να σχηματίζουν ένα επίπεδο έλασμα.

Μαζί τους βρέθηκε ένα μόνο χρυσό αγγείο αλλά και τάλαντα, σφραγιδοκύλινδροι της Αρχαίας Βαβυλωνιακής Περιόδου, κομμάτια κυάνου, περιδέραια, ψήφοι και περίαπτα. Ως πιθανοί τόποι προέλευσης των αργυρών αυτών αγγείων έχουν προταθεί κατά καιρούς η Κρήτη, η ηπειρωτική Ελλάδα και η Μικρά Ασία. Το σχήμα τους και η έκτυπη διακόσμησή τους από ρόδακες, σπείρες ή κάθετα τόξα έχουν στενά παράλληλα στη Μεσομινωική Ι Β - ΙΙ κεραμική, αλλά και σε μεταλλικά αγγεία της πρώιμης Μυκηναϊκής περιόδου από την Πελοπόννησο.

Πιθανότερη είναι ωστόσο η σύνδεσή τους με τα Μινωικά έργα, κάτι που επιβεβαιώνεται και από τη χρονολόγηση της Αιγυπτιακής τους αρχαιολογικής συνάφειας. Ορισμένα από τα αργυρά κοσμήματα και τα τάλαντα που βρέθηκαν με την ομάδα των αργυρών αγγείων είναι πιθανόν ότι προέρχονται από το βόρειο Αιγαίο, όπως υπέδειξαν εργαστηριακές αναλύσεις. Η ανάλυση ωστόσο δύο κυπέλλων του θησαυρού έδειξε ότι ο τόπος προέλευσης του αργύρου δεν ήταν κάποια γνωστή πηγή στο Αιγαίο.

Μινωικά Εισηγμένα από την Αύαρι
Σε διάφορα στρώματα της Αυάριδος βρέθηκε Μινωική κεραμική. Προς το παρόν έχουν δημοσιευτεί δύο μόνο Μεσομινωικά όστρακα, το τμήμα ενός Μεσομινωικού ΙΙ Β "Καμαραϊκού" κυπέλλου από ένα σύνολο της 13ης Δυναστείας και ένα Μεσομινωικό ΙΙΙ όστρακο από ένα διαταραγμένο σύνολο. Από την περιοχή της ακρόπολης αναφέρθηκε πρόσφατα η εύρεση Μεσομινωικής ΙΙΙ - Υστερομινωικής Ι Α κεραμικής αλλά και Υστερομινωικών Ι Α ρυτών που κατασκευάστηκαν στην Αύαρι από Μινωίτες τεχνίτες.

Ένα χρυσό περίαπτο με παράσταση δύο αντιθετικών ζώων, που θυμίζει ένα αντίστοιχο κόσμημα από το "θησαυρό της Αίγινας", θεωρείται από μια μερίδα αρχαιολόγων έργο μινωικής τεχνοτροπίας. Πιθανότερο είναι ωστόσο ότι προέρχεται από την περιοχή της Συροπαλαιστίνης.



ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ
Οι τακτικές εμπορικές και διπλωματικές επαφές μεταξύ Αιγαίου και Αιγύπτου ήταν αναμενόμενο να οδηγήσουν και σε πολυσχιδείς πολιτιστικές επιδράσεις στον τομέα της τέχνης (εικονογραφία, τεχνική) αλλά και των κοινωνικών δομών (διοίκηση, πολιτική οργάνωση και θρησκεία). Οι πολιτιστικές αυτές ανταλλαγές ήταν αμφίδρομες, αν και στις περισσότερες περιπτώσεις η Αίγυπτος, η ισχυρότερη πολιτική δύναμη στην ανατολική Μεσόγειο κατά τη 18η Δυναστεία, υπήρξε πηγή και όχι αποδέκτης. Οι Αιγυπτιακές επιδράσεις στην Αιγαιακή εικονογραφία είναι συχνές.

Η υιοθέτηση ενός Αιγυπτιακού εικονογραφικού θέματος είναι πολύ πιθανόν ότι συνοδευόταν και από την υιοθέτηση του συμβολικού του περιεχομένου. Οι πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις είναι η θεά - ιπποπόταμος Ταούρτ, από την οποία εξελίσσεται η μορφή του "Μινωικού Δαίμονα", η σφίγγα, το θέμα του τριπλού παπύρου και ο κρίνος τύπου waz.

Στην αντίστροφη κατεύθυνση ορισμένα Αιγυπτιακά έργα τέχνης προδίδουν Μινωική επίδραση, όπως το εγχειρίδιο της Αχότεπ με την παράσταση του γρύπα και ο πέλεκυς το Άχμωσι με τη σκηνή ενός λιονταριού που καταδιώκει σε ιπτάμενο καλπασμό έναν ταύρο. Ωστόσο, εδώ πρόκειται για μεμονωμένες περιπτώσεις και όχι για θέματα που καθιερώθηκαν στην αιγυπτιακή εικονογραφία.

Αιγυπτιακές Επιδράσεις στο Αιγαίο
Σκαραβαίοι
Οι δύο πιο αγαπητές κατηγορίες Αιγυπτιακών αντικειμένων στη Μινωική Κρήτη, οι σκαραβαίοι και τα λίθινα αγγεία, έγιναν αντικείμενο μίμησης από τους ντόπιους καλλιτέχνες. Ο τύπος του περιάπτου σε σχήμα σκαραβαίου με διακοσμημένη βάση απαντά στην Αίγυπτο στο τέλος του Αρχαίου Βασιλείου ή στην πρώιμη Πρώτη Μεταβατική Περίοδο. Σκαραβαίοι χωρίς διακόσμηση στη βάση τους εμφανίζονται ωστόσο και νωρίτερα, στο Αρχαίο Βασίλειο.

Στη συντριπτική τους πλειονότητα κατασκευάζονται από μαλακά, εύκολα στην κατεργασία τους υλικά -κυρίως ειδικά επεξεργασμένο στεατίτη με επικάλυψη υάλωσης (τα λεγόμενα white pieces)- και σπανιότερα από κόκαλο, όστρακο ή ελεφαντόδοντο. Από την εποχή της 12ης Δυναστείας οι σκαραβαίοι χρησιμοποιούνται και σαν σφραγίδες. Οι πρώτοι αιγυπτιακοί σκαραβαίοι εισάγονται στην Κρήτη ήδη κατά τη διάρκεια της Πρώτης Μεταβατικής Περιόδου, την εποχή δηλαδή της εμφάνισής τους στην Αίγυπτο.

Η εισαγωγή τους συνεχίζεται μέχρι και τα Υστερομινωικά χρόνια, η ντόπια παραγωγή σκαραβαίων ωστόσο φαίνεται πως παύει στο τέλος της Μεσομινωικής περιόδου. Η Μινωική παραγωγή σκαραβαίων έχει πρότυπο το Αιγυπτιακό και όχι το ντόπιο Κρητικό σκαθάρι, το οποίο ανήκει σε ένα εύκολα διακρινόμενο, κερασφόρο είδος. Το ντόπιο σκαθάρι απεικονίζουν μόνο οι μεγάλοι πήλινοι σκαραβαίοι που βρέθηκαν σε πολλά Μεσομινωικά ιερά κορυφής. Το ίδιο κερασφόρο είδος σκαραβαίου απαντά και ως επίθετη πλαστική διακόσμηση στη Μεσομινωική κεραμική. Εδώ πρόκειται για ένα καθαρά Μινωικό θέμα.

Ωστόσο, μια Αιγυπτιακή επίδραση θα μπορούσε ίσως να ανιχνευθεί στη συμβολική σημασία του σκαθαριού. Οι Μινωικοί σκαραβαίοι διακρίνονται εύκολα από τα Αιγυπτιακά πρωτότυπα, μόνο στην περίπτωση που η βάση τους (σφραγιστική επιφάνεια) διακοσμείται με ένα τυπικό Μινωικό μοτίβο. Η καταγωγή των υπόλοιπων παραδειγμάτων μπορεί να διακριβωθεί μόνο με βάση μια τεχνική λεπτομέρεια, και πιο συγκεκριμένα με την αυλάκωση που περιτρέχει την περιφέρεια της βάσης.

Η οποία -όπως έδειξαν οι έρευνες του Ingo Pini- στα αιγυπτιακά παραδείγματα είναι ορθογώνιας διατομής ενώ στα Μινωικά λοξής, τριγωνικής διατομής. Και ο τρόπος κατασκευής αυτών των σκαραβαίων ακολουθεί επίσης τα Αιγυπτιακά πρότυπα, καθώς αποτελούνται από καμένο ή κονιορτοποιημένο στεατίτη με επικάλυψη υάλωσης.

Ταούρτ
Η Ταούρτ, "η Μεγάλη (Θεά)", όπως δηλώνει το όνομά της ήταν η προστάτιδα θεότητα των εγκύων και των νεογέννητων, αποτελώντας έτσι το ανάλογο της Ελληνικής Ειλείθυιας. Το όνομά της αναφέρεται για πρώτη φορά στη 18η Δυναστεία. Στην εικονογραφία, ωστόσο, τα ίχνη της μπορούν να ανιχνευτούν και σε πρωιμότερες περιόδους. Η μορφή του όρθιου ιπποπόταμου απαντά ήδη κατά τη διάρκεια της 6ης Δυναστείας ως φυλακτό, ενώ από την Πρώτη Μεταβατική Περίοδο ή το πρώιμο Μέσο Βασίλειο ως διακόσμηση της βάσης σκαραβαίων.

Ο όρθιος ιπποπόταμος προστάτευε κατά την Αιγυπτιακή αντίληψη τη γέννηση αλλά και την αναγέννηση των νεκρών και για αυτό το λόγο αποτελούσε ένα συχνό ταφικό κτέρισμα ή έπαιζε ένα συγκεκριμένο ρόλο σε ταφικές τελετουργίες. Το πιο τυπικό προσδιοριστικό του στοιχείο αποτελούσε ένα μακρύ μαχαίρι. Με βάση εικονογραφικά και επιγραφικά δεδομένα μπορούν να διακριθούν δύο τύποι, ένας εκδικητικός ανδρικός και ένας ευεργετικός γυναικείος, από τους οποίους μόνο ο δεύτερος επιβιώνει μετά το τέλος της 12ης Δυναστείας.



Από αυτό το χρονικό σημείο η Ταούρτ συνδυάζεται με έναν κροκόδειλο στην πλάτη της. Ο νέος αυτός εικονογραφικός τύπος στη 18η Δυναστεία γίνεται το σύμβολο ενός αστερισμού και εικονίζεται συχνά στους αιγυπτιακούς "Αστρονομικούς Πίνακες". Η πρώτη εμφάνιση του εμπνευσμένου από την Ταούρτ "Μινωικού δαίμονα" χρονολογείται στην Παλαιοανακτορική περίοδο. Πρόκειται για τρία σφραγίσματα από τη Φαιστό και την Κνωσό που απεικονίζουν μία υβριδική μορφή λέαινας-ιπποπόταμου που κρατά μία τελετουργική πρόχου.

Στη Νεοανακτορική περίοδο οι παραστάσεις του "Μινωικού δαίμονα" σε σφραγίδες ή σε σφραγίσματα πληθαίνουν. Σπάνια απαντά το συγκεκριμένο θέμα σε κάποια άλλη κατηγορία αντικειμένων. Μια από τις πιο αξιοσημείωτες αυτές εξαιρέσεις αποτελεί ένα Υστερομινωικό Ι λίθινο ρυτό σε σχήμα τρίτωνα από τα Μάλια, με την παράσταση δύο τυπικών "δαιμόνων" που κρατούν τελετουργικές πρόχους και εκτελούν σπονδές. Από την Υστεροελλαδική ΙΙ Α περίοδο ο "δαίμονας" εμφανίζεται για πρώτη φορά και στη Μυκηναϊκή εικονογραφία.

Από εδώ και στο εξής εικονίζεται ως κυνηγός ή ως "επίκουρη" θεότητα του κυνηγιού αλλά και ως λατρευτής ή ακόλουθος θεοτήτων. Σε άλλες παραστάσεις μεταφέρει κατατροπωμένα ή νεκρά ζώα στον ώμο του, σε μία μάλιστα περίπτωση και μία ανθρώπινη μορφή. Στο τέλος της Υστερομινωικής ΙΙΙ Α 1 περιόδου ο "δαίμονας" εξαφανίζεται από τη μινωική εικονογραφία. Υπάρχει μια μοναδική εξαίρεση που χρονολογείται στην επόμενη, Υστερομινωική ΙΙΙ Α 2, περίοδο.

Η αφομοίωση της Αιγυπτιακής αυτής θεότητας στη Μινωική εικονογραφία και θρησκεία συνδέθηκε με κάποιες αλλαγές στην εμφάνισή της, στα αντικείμενα που αυτή έφερε και προφανώς στο χαρακτήρα της. Ο ιπποπόταμος αποδίδεται συνήθως ως γάιδαρος ή άλλο ζώο και το μαχαίρι που αυτός κρατά στις αιγυπτιακές παραστάσεις αντικαθίσταται με την τελετουργική πρόχου. Η πιο σημαντική λειτουργία του "Μινωικού δαίμονα" φαίνεται να είναι η συμμετοχή του σε τελετές εξαγνισμού, μια ιδιότητα την οποία κατείχε και η Αιγυπτιακή Ταούρτ.

Ο Πίθηκος
Ο πίθηκος αποτελούσε στην Αίγυπτο σύμβολο ευφυίας, απεικονιζόταν σε μια πληθώρα ανθρώπινων δραστηριοτήτων (στο χορό, τη μουσική, τις χειρωνακτικές εργασίες, ως συνοδός στο κυνήγι ή στον καλλωπισμό των γυναικών) και ήταν πρωταγωνιστής σε ιστορίες ζώων. Στην Αιγυπτιακή εικονογραφία κυριαρχούν δύο είδη πιθήκων: ο "κυνοκέφαλος" (baboon) και ο "κερκοπίθηκος" (monkey).

O "κυνοκέφαλος" συνδεόταν στενά με το θεό της σοφίας και προστάτη των γραφέων Θωτ, αποτελώντας μια από τις πιο συνηθισμένες ζωόμορφες εκφάνσεις του. Θεωρούνταν ήδη από την εποχή της Αιγυπτιακής Προϊστορίας ως ο "Μεγάλος Σοφός" και ήταν αντικείμενο λατρείας. Ο "κερκοπίθηκος", αντίθετα, εμφανίζεται σπάνια σε ένα τελετουργικό / λατρευτικό σύνολο. Είναι ωστόσο πολύ συνηθισμένος ως σχήμα φυλακτού, μια ένδειξη ότι κατείχε και αυτός κάποιες θρησκευτικές, μαγικές ή συμβολικές ιδιότητες.

Ως διακοσμητικό θέμα ήταν κυρίως δημοφιλής σε σκεύη καλλωπισμού ή κοσμήματα, έχοντας έτσι μια στενότερη σχέση με τις γυναίκες. Ο πίθηκος εμφανίζεται στη Μινωική εικονογραφία και τέχνη από την Προανακτορική περίοδο, προφανώς κάτω από Αιγυπτιακή επίδραση. Αρχικά απαντούν και οι δύο τύποι πιθήκων, βαθμιαία ωστόσο ο τύπος του "κυνοκέφαλου" εξομοιώνεται με τον "κερκοπίθηκο".

Στην Ύστερη εποχή του Χαλκού κυριαρχεί ο τύπος του "κυνοκέφαλου", που απεικονίζεται σε τοιχογραφίες ή σφραγίδες / σφραγίσματα σε μια ποικιλία στάσεων και δραστηριοτήτων: ως λατρευτής των θεοτήτων, μεσολαβητής μεταξύ θεών και ανθρώπων, δέκτης λατρείας ή σε ρόλο φύλακα / προστάτη. Η πιστή απόδοση των ανατομικών λεπτομερειών και στάσεων των πιθήκων στις Μινωικές και Θηραϊκές τοιχογραφίες υποδηλώνει ότι οι αιγαίοι καλλιτέχνες είχαν τη δυνατότητα άμεσης παρατήρησης του ζώου κάνοντας πολύ πιθανή την εισαγωγή πιθήκων από την Αίγυπτο. Το μοναδικό ωστόσο σχετικό ζωολογικό εύρημα αποτελεί ένα απολιθωμένο κρανίο πιθήκου από το Ακρωτήρι.



Κροκόδειλος
Οι παραστάσεις κροκόδειλου στο Αιγαίο προδίδουν αναμφίβολα Αιγυπτιακή επίδραση. Οι διαφορές στην απόδοση των Αιγυπτιακών και αιγαιακών κροκοδείλων πρέπει να οφείλονται στις ελλιπείς γνώσεις των κατοίκων του Αιγαίου για τα ανατομικά χαρακτηριστικά αυτού του ζώου. Στην Αίγυπτο ο κροκόδειλος αποτελούσε σύμβολο της Φαραωνικής δύναμης, καθώς αντιπροσώπευε το στοιχείο της αιφνιδιαστικής επίθεσης που είχε πάντα επιτυχές αποτέλεσμα. Σε σχέση με τα άλλα ζώα της Αιγυπτιακής συμβολικής εικονογραφίας έπαιζε αμέσως μετά το φίδι το σημαντικότερο ρόλο.

Ήταν επίσης και η ζωόμορφη έκφανση του Σόμπεκ, θεού των υδάτων, της βλάστησης και της γονιμότητας. Τα Αιγαιακά παραδείγματα του εικονογραφικού θέματος του κροκόδειλου χρονολογούνται με μία μόνο εξαίρεση στην Υστερομινωική / Υστεροελλαδική ΙΙΙ περίοδο, όταν περιέργως εμφανίζεται σπάνια στην αιγυπτιακή τέχνη. Τη μοναδική εξαίρεση αποτελεί η διακόσμηση μιας Μεσομινωικής σφραγίδας από τον Τσούτσουρο. Ο κροκόδειλος θα μπορούσε να αποτελεί ένα εξωτικό διακοσμητικό θέμα. Αβέβαιο είναι ωστόσο αν κατείχε κάποιο συμβολικό περιεχόμενο, όπως ο καταγόμενος από την Αιγυπτιακή Ταούρτ "Μινωικός Δαίμονας".

Η Γάτα
Η γάτα εξημερώθηκε στην Αίγυπτο το αργότερο κατά τη διάρκεια της 12ης Δυναστείας. Την ίδια περίοδο απαντά στην Αιγυπτιακή εικονογραφία και σαν προσωποποίηση των θεών Ρα και Ατούμ κατέχοντας προστατευτικές ιδιότητες. Περίαπτα σε σχήμα γάτας είναι ωστόσο γνωστά ήδη από το ύστερο Αρχαίο Βασίλειο ή την Πρώτη Μεταβατική Περίοδο. Η εξημέρωση της γάτας στη μινωική Κρήτη είναι αβέβαιη, χωρίς ωστόσο να μπορεί να αποκλειστεί. Η γάτα εμφανίζεται στη Μινωική εικονογραφία σε τρεις κυρίως τύπους:

α) Καθιστή, β) Σε κυνήγι, γ) Ως ζωόμορφη κεφαλή.
Οι πρωιμότερες παραστάσεις απαντούν στην Παλαιοανακτορική περίοδο. Στα Μάλια είναι ένα συχνό θέμα ως επίθετη πλαστική διακόσμηση στην κεραμική. Επίσης από τα Μάλια, αλλά και άλλες κρητικές θέσεις, είναι γνωστά Μεσομινωικά και Υστερομινωικά Ι πήλινα ομοιώματα κεφαλών γάτας. Η γάτα απαντά συχνά και σαν σφραγιστικό θέμα. Ο εικονογραφικός τύπος της καθιστής γάτας περιορίζεται στην Κρήτη στη Μεσομινωική περίοδο (Μεσομινωική Ι Β - Μεσομινωική ΙΙΙ). Στην Υστερομινωική περίοδο οι γάτες απεικονίζονται αποκλειστικά εν κινήσει, σε δυναμικές στάσεις.

Όπως και στην περίπτωση των πιθήκων, κανένα από τα αντικείμενα που φέρουν παραστάσεις γάτας στο Αιγαίο δεν μπορεί να θεωρηθεί Αιγυπτιακή εισαγωγή. Τα ντόπια έργα ωστόσο είναι πιθανόν να δέχθηκαν επίδραση από τη σημασία που κατείχε η γάτα στην αιγυπτιακή εικονογραφία, χωρίς αυτό ωστόσο να μπορεί να αποδειχθεί με ασφάλεια.

Υπάρχουν πάντως πολλές ενδείξεις ότι η γάτα κατείχε στη μινωική εικονογραφία ένα θρησκευτικό συμβολισμό, όπως τα πήλινα ομοιώματα γάτας από το ιερό κορυφής του Πρινιά, ένα γατόμορφο ρυτό από το Παλαίκαστρο, οι επίθετες πλαστικές γάτες ως διακόσμηση αγγείων από την αποθήκη του "οικιακού ιερού" του Βαθυπέτρου αλλά και η εμφάνισή της σε συνδυασμό με μία θεότητα, για παράδειγμα τη θεά των Όφεων, πιθανότατα και με άλλη θεότητα σε τοιχογραφία της Αγίας Τριάδας.

Gravidenflaschen
Η ονομασία αυτή δόθηκε από την Αιγυπτιολόγο Emma Brunner-Traut σε έναν τύπο Αιγυπτιακών αγγείων στη μορφή μιας οκλάζουσας γυναίκας με σφαιρική κοιλιά, κρεμάμενα στήθη και χέρια που ακουμπούν στην περιοχή της βουβωνικής χώρας, ο οποίος λειτουργούσε ως δοχείο φαρμακευτικών ουσιών. Ένα μοναδικό εισηγμένο από την Αίγυπτο αγγείο αυτού του τύπου βρέθηκε στον Κατσαμπά σε υστερομινωικό ΙΙΙ context.

Ένας ανάλογος τύπος αγγείου εμφανίζεται στα Γουρνιά, την Αγία Τριάδα, και την Κεφάλα Χόνδρου μεταξύ της Υστερομινωικής ΙΙΙ Α 2 / Β και Υστερομινωικής ΙΙΙ Γ ήΥπομινωικής περιόδου. Ωστόσο είναι αμφίβολο αν αυτά τα παραδείγματα ακολουθούν ένα Αιγυπτιακό πρότυπο. Η μορφή της οκλάζουσας γυναίκας με σφαιρικό σώμα και κρεμαστά στήθη απαντά στην Κρήτη ήδη από τα μεσομινωικά χρόνια ως ειδώλιο ή επίθετη πλαστική διακόσμηση στην κεραμική και είναι πιθανόν ότι αποτελεί εγχώριο εικονογραφικό θέμα.

Αιγαιακές Επιδράσεις στην Αιγυπτιακή Εικονογραφία
Έντονη επίδραση φαίνεται πως άσκησε στην Αιγυπτιακή τέχνη ο διακοσμητικός πλούτος των Μινωικών υφαντών, ενδυμάτων ή ταπήτων που έφθασαν στην Αίγυπτο στο πλαίσιο των εμπορικών επαφών ή της ανταλλαγής διπλωματικών δώρων. Τα περίτεχνα αυτά μοτίβα αντέγραφαν οι αιγύπτιοι ζωγράφοι, συχνά κατά τη διακόσμηση των οροφών των τάφων των ευγενών στα νεκροταφεία των Θηβών την εποχή της 18ης Δυναστείας.



Επρόκειτο για γεωμετρικά θέματα που αποτελούνταν κατά κύριο λόγο από σπειροειδείς ρόμβους, ρόδακες και καρδιόσχημες σπείρες σε ατέρμονη διάταξη. Ίσως δεν είναι τυχαίο ότι μερικοί από τους τάφους στους οποίους αυτά απαντούν σώζουν και μια σκηνή προσφοράς διπλωματικών δώρων από αιγαιακές πρεσβείες. Αυτό ισχύει για τους τάφους των Menchepereseneb, Amenemhet και Intef.

Μια ακόμα πιο εντυπωσιακή μαρτυρία των Αιγαιακών επιδράσεων στην Αιγυπτιακή εικονογραφία αποτελεί η διακόσμηση μιας οροφής του ανακτόρου του Αμένωφι Γ' στη Μαλκάτα (Δυτικές Θήβες) με ταυροκεφαλές που φέρουν ένα ρόδακα μεταξύ των κεράτων και εναλλάσσονται με σπείρες, οι οποίες έχουν επίσης ένα ρόδακα στο κέντρο τους. Και εδώ πιθανός τρόπος μεταφοράς των διακοσμητικών αυτών θεμάτων στην Αίγυπτο θα μπορούσε να είναι η εισαγωγή στη χώρα διακοσμημένων υφαντών ή ταπήτων από το Αιγαίο.

Σποραδικά απαντούν τέλος στην Αίγυπτο -αν εξαιρέσει φυσικά κανείς τη μοναδική περίπτωση της Αυάριδος- τα εικονογραφικά θέματα του ταύρου, των ταυροκαθαψίων και των ακροβατών. Πρόκειται για μεμονωμένες επιδράσεις της μινωικής τέχνης στην αιγυπτιακή, οι οποίες ωστόσο δε βρήκαν ευρεία απήχηση.

ΧΑΡΤΕΣ 








ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΥΛΙΚΟ 



























(Κάντε κλικ στις φωτογραφίες για μεγέθυνση)



(ΜΕΡΟΣ Β')



* ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ : ΜΕΡΟΣ Α'

http://pirforosellin.blogspot.gr/2015/02/blog-post_89.html
ΠΗΓΕΣ :

(1) :
http://www.ime.gr/projects/cooperations/egypt/gr/index.html
(2) :
http://www.namuseum.gr/collections/egypt/e_culture-gr.html
(3) :
http://www.artofwise.gr/filosofia-k-thriskeia/175-arxaia-aigyptiaka-mystiria.html

ΠΗΓΗ =  http://greekworldhistory.blogspot.gr/2014/07/2.html

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου