Τετάρτη, 22 Οκτωβρίου 2014

Βίριος Νικόμαχος Φλαβιανός - (Virius Nicomachus Flavianus, 334 - 394) - του Βλάση Ρασσιά



Ρωμαίος διανοούμενος, ιστορικός και πολιτικός του 4ου αιώνα, ηγέτης της τελευταίας ένοπλης αντίστασης των εθνικών κατά του φανατικού χριστιανού αυτοκράτορα Θεοδοσίου του Α.





ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΚΑΙ ΑΞΙΩΜΑΤΑ

Γεννήθηκε το 334, υιός του Βολούσιου Βενούστου (Volusius Venustus), ο οποίος ανήκε στο ευγενές (συγκλητικό) γένος των Νικομάχων (Nicomachi) και είχε θητεύσει κορέκτορας Απουληϊας και Καλαβρίας («corrector Apuliae et Calabriae», από το 326 έως το 333), τοπικός κυβερνήτης Σικελίας («consularis Siciliae», προ του 362), συγκλητικός ληγάτος («legatus senatus») και βικάριος της Ισπανίας («vicarius Hispaniarum», επί αυτοκράτορος Ιουλιανού, από το 362 έως το 363).

Με την σειρά του ο Νικόμαχος Φλαβιανός θήτευσε σε μία σειρά από υψηλά αξιώματα, όπως τοπικός κυβερνήτης της Σικελίας («consularis Siciliae», το 365), βικάριος της Αφρικής («vicarius Africae», από το 376 έως το 377), επιθεωρητής («κοιαίστωρ») του ιερού ανακτόρου («quaestor sacri palatii», από το 381 έως το 383), έπαρχος των πραιτωρίων της Δύσης («praefectus praetorio», από το 389 έως το 392 και από το 393 έως το 394) και τακτικός ύπατος («consul ordinarius», το 394).


Από την, επίσης εθνική, σύζυγό του ο Φλαβιανός απέκτησε τουλάχιστον μία θυγατέρα και έναν ή δύο υιούς, με επιβεβαιωμένο τον Νικόμαχο Φλαβιανό τον Νεότερο.

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΕΡΓΟ

Ο Φλαβιανός, τον οποίο μία επιγραφή (CIL 6.1782) στην βάση ενός ανδριάντα που του είχε στήσει ο γαμβρός του Κόϊντος Φάβιος Μέμιος Σύμμαχος (Quintus Fabius Memmius Symmachus) αποκαλεί «περίφημο ιστορικό» («historicus disertissimus»), συνέγραψε με τον τίτλο «Annales» μια Ιστορία της Ρώμης, η οποία όμως δεν έχει διασωθεί. Μετέφρασε επίσης στα λατινικά από τα ελληνικά τον βίο του Απολλωνίου Τυανέως («Τα εις τον Τυανέα Απολλώνιον») του νεοπυθαγόρειου ρήτορα Φλάβιου Φιλόστρατου, ένα κείμενο που τον 3ο αιώνα είχε αποκτήσει, στην ανατολή τουλάχιστον, την φήμη του «ευαγγελίου» των εθνικών.

Η ΑΓΩΝΙΑ ΤΩΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΩΝ ΡΩΜΑΙΩΝ ΕΘΝΙΚΩΝ

Όταν κατά την δεκαετία του 350 οι χριστιανοί άρχισαν να επιτίθενται και κατά των εθνικών της ίδιας της Ρώμης, οι επιφανέστεροι από τους πρεσβεύοντες την Εθνική Θρησκεία συνασπίστηκαν γύρω από τον διανοούμενο, πολιτικό και ιερέα («pontifex» της Θεάς  Vesta και του Θεού Sol, «curialis» του Θεού Ηρακλέους, οιωνοσκόπο «augur», «tauroboliatus», ιερέα του Θεού Liber, κ.ά.) Βέττιο Αγόριο Πραιτεξτάτο (Vettius Agorius Praetextatus, περ. 315 – 384), ο οποίος μάλιστα το 367 αναστήλωσε, με δικά του έξοδα και παρά τις διαμαρτυρίες του χριστιανού επίσκοπου Ρώμης, το Ιερό των Δώδεκα Ολυμπίων Θεών. Σε εκείνον τον αντιστασιακό κύκλο, τμήμα του οποίου γνωρίζουμε σήμερα από τον Μακρόβιο (Ambrosius Theodosius Macrobius), συμμετείχαν τόσο ο Φλαβιανός όσο και ο πολιτικός και ρήτορας Κόϊντος Αυρήλιος Σύμμαχος (Quintus Aurelius Symmachus, περ. 340  – περ. 403), φίλος και αργότερα συμπέθερος του Φλαβιανού (το 394 ο υιός του Φλαβιανού νυμφεύθηκε την θυγατέρα του Σύμμαχου Galla). Στο γραμμένο μετά από μερικές δεκαετίες έργο του Μακρόβιου «Σατουρνάλια» («Saturnalia»), οι πιο πάνω παρουσιάζονται μαζί με άλλους εθνικούς διανοούμενους να συζητούν διάφορα φιλοσοφικά και θρησκευτικά ζητήματα σε κάποιο καλοκαιρινό συμπόσιο του 384.

Έχοντας θητεύσει έπαρχος των πραιτωρίων («praefectus praetorio») στην Ιταλία την περίοδο 389 – 392, ο Φλαβιανός μοιράστηκε με τους ομοθρήσκους του την μεγάλη τους απελπισία από τα διατάγματα του Θεοδοσίου, τα οποία όχι μόνον καθιστούσαν από το έτος 380 τον Χριστιανισμό μοναδική επιτρεπόμενη Θρησκεία σε όλη την αυτοκρατορία, αλλά τώρα απαγόρευαν κάθε μορφή άλλης λατρείας, ακόμη και ιδιωτικής (έδικτο της 8ης Νοεμβρίου 392: 

«Κανείς απολύτως, ασχέτως της κοινωνικής τάξεως που προέρχεται ή της ιεραρχικής βαθμίδος που κατέχει, ασχέτως αν κατέχει κάποιο αξίωμα ή έχει αποσυρθεί από αυτό, ασχέτως αν είναι ισχυρός λόγω της καταγωγής του ή ταπεινός ως προς την γενεά του, ασχέτως της οικονομικής του καταστάσεως και της νομικής του υποστάσεως, σε κανέναν τόπο και σε καμμία πόλη, δεν επιτρέπεται να θυσιάσει σε άψυχα αγάλματα. Ούτε και θα τιμήσει, διαπράττοντας κρυφίως στην οικία του αυτή την κακουργία, με πυρά τους Θεούς Λάρητες, με σπονδή οίνου την Θεά Τύχη ή με αρώματα τους Θεούς Πενάτες. Ούτε θα τους ανάψει λυχνάρια, ούτε θα τους κάψει λιβάνι, ούτε θ’ αναρτήσει προς τιμήν τους στεφάνους. Αν τολμήσει κανείς να κάνει άνομο θυσία και να συμβουλευθεί τα σπλάχνα του σφαγίου, προτρέπονται άπαντες να τον καταγγείλουν δημοσίως, όπως είθισται να γίνεται και με τους ενόχους εσχάτης προδοσίας, ώστε να τιμωρηθεί με την πρέπουσα σκληρή τιμωρία, παρ’ όλο που δεν έχει διαπράξει τίποτε ενάντιο ή σχετικό με την ασφάλεια του αυτοκράτορος. Διότι είναι από μόνο του κακούργημα το να θέλει κάποιος να παραβιάσει τους νόμους της φύσεως και να διερευνήσει απαγορευμένα ζητήματα, ν’ ανακαλύψει κρυμμένα μυστικά, ν’ αποτολμήσει απαράδεκτες ενέργειες, να επιδιώξει να μάθει πώς θα εξελιχθεί ο βίος κάποιου άλλου ή να προβλέψει τον θάνατο ενός τρίτου προσώπου. Και αν κανείς αποδώσει τιμές, ανάπτοντας εμπρός από αυτά λιβάνι, σε φθαρτά αγάλματα κατασκευασμένα από ανθρώπινο χέρι, και αν κατά τρόπο γελοίο νοιώσει σέβας για τα ομοιώματα που ο ίδιος έχει κατασκευάσει, ή αν τυλίξει με γιρλάντες κάποιο δένδρο ή αν υψώσει βωμό με υλικά που ο ίδιος έχει σηκώσει από την γη, ή αν προσπαθήσει να τιμήσει αγάλματα αφιερωμένα στην ματαιότητα με αναθήματα, έστω και ταπεινά αφού και τέτοια ακόμη αποτελούν προσβολή κατά της θρησκείας μας, θα τιμωρηθεί με κατάσχεση της οικίας ή του οικοπέδου στο οποίο απεδείχθη ότι τιμήθηκε η ειδωλολατρική δεισιδαιμονία», «Θεοδοσιανός Κώδιξ» 16. 10. 12).

Η ΑΝΤΑΡΣΙΑ ΤΟΥ ΑΡΒΟΓΚΑΣΤΗ

Καθώς λίγο μετά τον θάνατο του αυτοκράτορα της Δύσης Βαλεντιανιανού του Β (Flavius Valentinianus, 371 – 15 Μαϊου 392), ο εθνικός Φράγκος στρατηγός («magister militum») Αρβογκάστης (Flavius Arbogastes) είχε ήδη ανακηρύξει αυτοκράτορα στο Λούγδουνο, Lugdunum, την σημερινή Λυών, στις 22 Αυγούστου 392 τον φίλα διακείμενο προς τους εθνικούς ρήτορα Φλάβιο Ευγένιο (Flavius Eugenius), όλοι οι εθνικοί της Ρώμης, που ακόμη αποτελούσαν την πλειοψηφία των συγκλητικών, χαιρέτησαν στα τέλη του έτους ως προστάτη τους τον νέο αυτοκράτορα της Δύσης. Ανάμεσά τους και ο Φλαβιανός, ο οποίος τοποθετήθηκε ξανά έπαρχος των πραιτωρίων για την επικράτεια του Ευγενίου και τελικά το 394 έγινε μοναδικός «τακτικός ύπατος» («consul ordinarius»).

Η ΠΑΛΙΝΟΡΘΩΣΗ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ

Ενώ το καλοκαίρι του 393 ο νέος αυτοκράτορας έφθανε στην Ιταλία και όριζε ως έδρα του το Μεδιόλανο, ο Φλαβιανός, με την εξουσία του έπαρχου των πραιτωρίων και υποστηριζόμενος ψυχικά από την ευσεβή σύζυγό του, φρόντισε να ξαναστήσει στην αίθουσα της Συγκλήτου τον Βωμό της Θεάς Victoria - Νίκης (τον οποίο είχαν αποξηλώσει για πρώτη φορά οι χριστιανοί το 356, τον είχε επαναφέρει ο Ιουλιανός και τον είχε αποξηλώσει ξανά το 376 ο θρησκόληπτος αυτοκράτορας Γρατιανός) και επανέφερε την λατρεία των παραδοσιακών Θεών: ξανάνοιξε στην Όστια το Ιερό του Θεού Ηρακλέους και στις 27 Μαρτίου, 1 Απριλίου και 28 Απριλίου έως 3 Μαϊου 394 διοργάνωσε μεγαλοπρεπείς εορτασμούς για την Εορτή της Κυβέλης, την Εορτή της Βήνους Βερτικόρντια, τα Μεγαλήσια και τα Φλοράλια. Κατά χιλιάδες οι χριστιανοί της Δύσης επέστρεφαν τώρα στην Εθνική Θρησκεία, φοβούμενοι το οριστικό τέλος του Χριστιανισμού.

Τον Μάϊο του 394 ο αυτοκράτορας της Ανατολής Θεοδόσιος κινήθηκε τελικά ο ίδιος κατά των «ειδωλολατρών» και μετά από λίγο οι Ευγένιος, Αρβογκάστης και Φλαβιανός αναχώρησαν από το Μεδιόλανο προς αντιμετώπισή του, οι δύο τελευταίοι μάλιστα ορκίστηκαν ότι εάν γυρίσουν από την μάχη νικητές θα μετατρέψουν σε στάβλους τις εκκλησίες των χριστιανών και θα υποχρεώσουν τους κληρικούς τους σε στρατιωτική θητεία.


Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΦΡΙΓΙΔΟΥ

Στις 5 και 6 Σεπτεμβρίου 394 οι στρατοί των εθνικών (με πολλούς Φράγκους, αλλά και μισθοφόρους Αλαμανούς) και των χριστιανών (με πολλούς Γεωργιανούς, Σύριους και Βησιγότθους χριστιανούς φοιδεράτους, καθώς και Αλανούς και Ούννους υποτελείς) συγκρούστηκαν στην Ακηλυϊα (τμήμα της σημερινής Σλοβενίας), στην κοιλάδα του ποταμού Φρίγιδου, στα υψώματα της οποίας ο Φλαβιανός είχε υψώσει μετά από προτροπή των μάντεων δύο μεγάλα αγάλματα, των Θεών Διός και Ηρακλέους. Παρ’ όλο όμως που οι κατά πολύ ολιγότεροι εθνικοί νικούσαν την πρώτη ημέρα (και μάλιστα είχε χάσει την ζωή του ο επικεφαλής των Γεωργιανών Bacurios Hiberios), προδόθηκαν την δεύτερη ημέρα από τους βάρβαρους μισθοφόρους, τους οποίους είχε εξαγοράσει ο Θεοδόσιος, και τελικά ηττήθηκαν και κατασφάχθηκαν.

Ο Αρβογκάστης αυτοκτόνησε για να μην πέσει στα χέρια των χριστιανών, ο δε αυτοκράτορας Ευγένιος πιάστηκε ζωντανός, βασανίστηκε, αποκεφαλίστηκε, και το καρφωμένο σε παλούκι κεφάλι του στάλθηκε σε όλες τις πόλεις της Δυτικής Αυτοκρατορίας 

για παραδειγματισμό όλων όσων αμφισβητούσαν την εξουσία του Θεοδοσίου. Ο 60χρονος Φλαβιανός κατόρθωσε αρχικά να διαφύγει, αλλά, παγιδευμένος από τους χριστιανούς σε ένα πέρασμα των Ιουλιανών Άλπεων, αυτοκτόνησε και αυτός για να μην πιαστεί ζωντανός (ο συγγραφέας της «Εκκλησιαστικής Ιστορίας» Τυράννιος Ρουφίνος, Tyrannius Rufinus, προτίμησε πάντως την χριστιανικότερη εκδοχή ότι ο Φλαβιανός αυτοκτόνησε επειδή δήθεν συνειδητοποίησε ότι οι Θεοί του ήσαν… ανύπαρκτοι!).

«ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΜΝΗΜΗΣ»

Ακόμη και νεκρός όμως ο Φλαβιανός τιμωρήθηκε από τους νικητές χριστιανούς με «καταδίκη μνήμης» («damnatio memoriae», δηλαδή εξαφάνιση κάθε αναφοράς του ονόματός του, λες και ποτέ δεν υπήρξε), μεταθανάτια ποινή που έως τότε η Σύγκλητος επέβαλε μόνο στους προδότες της πατρίδας. Το όνομά του έμεινε ατιμασμένο επί 37 ολόκληρα χρόνια μέχρι που το έτος 431 ο αυτοκράτορας Βαλεντινιανός ο Γ ήρε την «καταδίκη μνήμης» και τότε ο ανεψιός του Άππιος Νικόμαχος Ντέξτερ (Appius Nicomachus Dexter) έστησε στο Φόρουμ του Τραϊανού έναν ανδριάντα του, στην βάση του οποίου χαράχθηκαν όλα τα αξιώματα του αυτόχειρα ήρωα του ρωμαϊκού Εθνισμού. Από την εν λόγω επιγραφή, που διασώθηκε μέχρι τις ημέρες μας (CIL 6.1783), καθώς και από την προγενέστερη που αναφέραμε (CIL 6.1782), έγινε δυνατή η ανασύσταση από τους ιστορικούς της πολυετούς πολιτικής καριέρας του Φλαβιανού.  

Βλάσης Γ. Ρασσιάς, 2007


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

Charles W. Hedrick Jr., «History and Silence: The Purge and Rehabilitation of Memory in Late Antiquity», Austin, 2000
Tony Honore, «Virius Nicomachus Flavianus», Konstanz, 1989. 
Neil B. MacLynn, «Ambrose of Milan. Church and Court in a Christian Capital», Berkeley, 1994
Βλάσης Γ. Ρασσιάς, «Μια… Ιστορία Αγάπης. Η Ιστορία της Χριστιανικής Επικρατήσεως», τς(έτη 0 – 400), Αθήνα, 2005


ΠΗΓΗ http://www.rassias.gr/1087FLAVIANUS.html

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου