Τρίτη, 19 Δεκεμβρίου 2017

O griko derentino la lingua greca salentina/ Η ελληνική γλώσσα του Σαλέντο



O griko derentino la lingua greca salentina/ Η ελληνική γλώσσα του Σαλέντο


O griko derentino la lingua greca salentina
Η ελληνική γλώσσα του Σαλέντο


Attòn epìlogo tu A. Karanastasi :
Γραμματική των Ελληνικών ιδιωμάτων
της Κάτω Ιταλίας
( metàfrasi* attò greko)
Περίληψη του επιλόγου του Α.Καραναστάση:
"Γραμματική των Ελληνικών ιδιωμάτων
της Κάτω Ιταλίας"
Tua ta pràmata ma pleo nòima tis glossa os grekòfono kharimmena apò tin Koinè ce kratemmena ros àrtena: to na 'rti* èrkete pimeno mo to àrtena*, to prama pu stei kànnonta ce kulusà èrkete pimeno ma steo (Puglia) - steko (Kalabria) ce o participio presente, emeni to infinito1, sto perìodo ipotetikò ekhannete to tha [ j.d. an den èvrekhe, (tha) to èkanna], ekratènnutte ta diplà [ j.d. fortò(n)no], ediminutivikharismeni atti koinè den khrizune jadiminutivi” [ j.d. lisari, ampari].
Ghennimeni sto VIII sèkulo p.K. atti glossa os dorikò kolono apù Tàranto, es tin Pùglia, ce apù Règgio Kalàbria e glossa os grekofono kratenni ankora kai dorikè lessikologikè mire pu e Koinè den ìsose guali: tue enghìzune i zoì os contadino ce os proataro ce e tes ekhi sto bizantino ce sto neogreko: tutta khrusafà* os idiomo greko tis Katu Italia, menune ettù manekhà ce mas dìfune posso griko ce grekàniko ine demena min glossa tu sèkulu VIII.
Addha dìgghia pu pèrnune cini pu kratènnune ti o griko èstase mu bizantinu ene ti en ene stammena vrimmena tìpoti pu mas sozi pi jalìssia pu stus feu apò Tàranto ce Règgio, ecì pu àrtena stene e grekòfoni, ezùane greci.
Èkhome manekhà ta khartìa tu Strabone (1° sèkulo p.K.) pu lene ti pleppi Tàranto, Règgio ce Nàpuli oli e addhi ìsane bàrbari ; milonta fse mbarbarimento èrkete sto pi ti o gheno atta khorìa apù essu ìkhane khàsonta tin glossa tto: ìkhane ghettonta bàrbari.
Ma, an mesa sto protinò sèkulo p.K. es te male khore tis akra emilìato greko, sòzome kratesi ka puru sta khorìa apò essu emilìato greko. Ta pràmata domena attin glossa apò os grekòfono apù sìmberi ine ta pleo storikà alisinà khartìa.
Ena attus problemu pu èmpose us grèku n’àrtune etturtèa ce na kàmune na ghennìstune e kolonìe ìone demeni stin demografia: o khoma greko è kani j’o fai ja olo to gheno. Ce ène ja tuo ti kampossi etaràssane j’in tàlassa na vrìkune akre filammene ce khoma kalò: pràmata vastomena attin Katu Italia ce attin Sicìlia. Iu e Eritresi ce e Kalcidesi kàmane na jenisì i khora pu ìgue Kuma. Tui epolemùsane o khoma ma ena àratro norimmeno apù Esìodo (VIII sèk. p.K.) ce sti deskriziuna ka tuo kanni evrìskutte j’in protinì forà ta lòja èlima ce jìis. Utta lòja e’ ta ekhi sto bizantino ce e’ ta ekhi sto neogreko, ezune ankora stin glossa os contadino attìn Kalàbria, pu kulusune na polemìsune to khoma ma to stesso àratro.
O fatto ka addha area ce palea lòja evrìskutte ankora sìmberi stin milìa os kontadino ce os proataro, mas difi ti o gheno epolemà pose epolemìato ston VIII sèkulo p.K. Tispo attus kolonu bizantinu o kolono plèo kukkia fse ma, ma ìsoze feri utta lòja dorikà ce addha pleon area, jatì aplà den ta ìkhan es tin glossa tto.
E glossa os grekòfono kratenni addha palea noìmata pu e glossa os neogreko en vastà: àtsalo (Kalàbria, aggettivo), ode (avverbio), jerro, sikonno, sozo-sonno, ekho, nomeno me to infinito, kratennune palea o ellenistikà noìmata.
Ja tus studiosu talianu, en ìane prama ti e romani den anarìsane na mpòsune alìe khijade kolonu greku na màsune o latino ce na fìkune i glossa tto, motti occe apà stes Ìsule Britànnike emilìato latino.
Akau stin okkupaziuna romana e glossa milimmeni ìane o latino, ma èrkatto milimmene camposse addhe glosse. E greci emilùsane o latino, sakundu t’addha gheni akauvalomena attus romanu, ma kulusìsane na kratèsune ce na milìsune i glossa tto, o greko.
Ola t’addha gheni akauvalomeni* attus rumanu (Celti, Iberi, Geti, Daci, Franki) enghìsane ma màsune ce na milìsune latino manekhà, ma tuo en èkhrise ja tus greku, pu sòzane kulusisi na milìsune o greko. Puru vàlonta ja alesinò o fatto ti e koloni ìane bizantini atto IX sekulo, tui, zonta ja èndeka sèkulu me to taliano, ekratènnune rosa sìmberi tin glòssa tto ma oli tin plentera glossològika ce m'in plasticità tti. Ma an olo tuo ene alìssia, pos kànnu cisi studiosi na mi pistèfsune ti e glossa os kolono atto VIII sèk. p. K. en ìsoze, ma pleon dìgghio, krateftì, fsèronta ti toa ìane oli mìa m'in Grècia ce ikhe pleon mealìo* piri o latino?
E glossa os grekòfono edànise lòja os latino ce eplusiànise me ta lòja fse tutu. Ja to Rohlfs, atta lòja mbemmena sto V – VI sèkulo, kanena on ekhi ankora, ma kampossa, ta pleo poddhà, ekhàsisa.
E religiùna eplùsiane to greko ma ta lòja tis agglisìa (jortè, ajii, ce iu)
O greko èbbike danisìe atto taliano. E greci ezùsane nomeni ma tus talianu ce poddhè forè emilùsane ole ce die es glosse ce en ìone dìskulo na smiftune ta lòja, ma e danisìe den ine tosse posse sòzamo mini ce motti tuo endenni o lòo èrkete grecizào, tuo èrkete sto pi ja difsi, ka ta loja ejènnutte deklinàbili (j.d. to animali, tu animalìu).
Apù motti e Turki akauvàlane ti Grècia (XV sek.) e glossa tu ellenòfonù mma èkhase ja pleo fse tèssaru sèkulu to dèsi* me ton kosmo greko. Ghiurèfsonta na plusiani m’es diname dikè ttu, eghènnise kampossa lòja m’i desinenza -sìa ce addhe forè àddhafse o topo atte mire (j. d. ampelòfillo > fiddhàmbelo {μπελόφυλλο > φυd-dάμbελο = foglia di vigna}).
Η γλώσσα των Ελληνοφώνων της Κάτω Ιταλίας, παρά τις κάποιες ομοιότητες που παρουσιάζει με τις νότιες νεοελληνικές διαλέκτους και ιδίως με τα Δωδεκάνησα, ιδιαίτερα στον τομέα της φωνητικής, έχει τον δικό της αυτόχθονα και ανεξάρτητο χαρακτήρα, ο οποίος δεν παρουσιάζει καμιά συγγένεια με τη γλώσσα Βυζαντινών αποίκων του 9ου-10ου αι., από τους οποίους προέρχεται κατά τους C.Battisti, G.Alessio και O.Parlangeli.

Οι επιστήμονες αυτοί στηρίζουν την άποψή τους στο ότι τα ελληνικά ιδιώματα της Κάτω Ιταλίας έχουν νεοελληνική μορφή. Ναι, αλλά η μορφή αυτή (όπως και όλων των νεοελληνικών ιδιωμάτων) ξεκινάει από τον 3ο π. Χ. αι., τότε που η Ελληνιστική Κοινή ισοπέδωσε όλες τις αρχαίες ελληνικές διαλέκτους και απλούστευσε τη μορφή της γλώσσας.

Παραθέτουμε τα κυριότερα στοιχεία, τα οποία παρέλαβε από την Κοινή η γλώσσα των Ελληνοφώνων και διατηρεί μέχρι σήμερα: ο χρόνος μέλλων εκφράζεται με τον ενεστώτα, η δήλωση διαρκείας μιας ενέργειας γίνεται με το ρήμα στέκω (στην Καλαβρία), στέω (στην Απουλία) και τη Μετοχή ενεστώτος, διατηρείται το απαρέμφατο, στην απόδοση του υποθετικού λόγου δεν υπάρχει ο δυνητικός σύνδεσμος αν > θα [αν dεν έβρεχε, (θα) το έκαννα], διατηρούνται τα διπλά σύμφωνα, τα υποκοριστικά που δημιούργησε η απλουστευτική τάση της Κοινής δεν έχουν υποκοριστική σημασία [αμπάρι<ιππάριον=ίππος, λισάρι<λιθάρι=λίθος].

Ξεκινώντας από τον 8ο π. Χ. αι., από τη γλώσσα των Δωριέων αποίκων του Τάραντα Απουλίας και του Ρηγίου Καλαβρίας, η γλώσσα των Ελληνοφώνων διατήρησε Δωρικά λεξιλογικά στοιχεία, τα οποία δεν μπόρεσε να διώξει η Κοινή· είναι λέξεις που αφορούν στη ζωή των γεωργών και των βοσκών και δεν υπάρχουν στη Βυζαντινή ούτε στη Ν. Ελληνική: αυτά τα αποκλειστικά αποκτήματα των Κατωϊταλικών Ελληνικών ιδιωμάτων αποτελούν τους αδιάψευστους μάρτυρες της συνέχειας της γλώσσας, από τον 8ο π. Χ. αι. μέχρι σήμερα.

Ένας άλλος λόγος τον οποίον προβάλλουν οι υποστηρίζοντες τη βυζαντινή προέλευση των Ελληνοφώνων είναι το ότι δεν υπάρχουν ιστορικά δεδομένα από τα οποία να προκύπτει ότι κατά τους αρχαίους χρόνους κατοικούσαν Έλληνες στην ενδοχώρα της περιοχής του Ρηγίου και του Τάραντα, εκεί που κατοικούν οι σημερινοί Ελληνόφωνοι.
Έχομε μόνο το πολυσυζητημένο χωρίο του Στράβωνος (1ο π.Χ. αι.): « [...] πλην Τάραντος και Ρηγίου και Νεαπόλεως, εκβαρβαρώσθε συμβέβηκεν άπαντα [...] Ρωμαίοι γεγόνασιν»· μιλώντας για εκβαρβάρωση, θέλει να πει ότι οι Έλληνες κάτοικοι της ενδοχώρας είχαν χάσει τη γλώσσα τους, είχαν εκβαρβαρωθεί.

Αλλά, αν τον 1ο π.Χ. αι. στις παράλιες μεγάλες πόλεις ομιλείτο η ελληνική, είναι πολύ φυσικό να ομιλείτο στα χωριά της ενδοχώρας. Τα στοιχεία που μας δίνει η σημερινή γλώσσα των Ελληνοφώνων, αποτελούν τα πιο αυθεντικά ιστορικά ντοκουμέντα.

Ένας από τους κυριότερους λόγους που συνέβαλαν για την ίδρυση των Ελληνικών αποικιών ήταν το δημογραφικό πρόβλημα. Η ελλαδική γη δεν μπορούσε να θρέψει τον πληθυσμό και οι ελληνικές τριήρεις έπλεαν στα παράλια του Εύξεινου Πόντου για να μεταφέρουν σιτάρι. Για τον λόγο αυτό οι οικιστές επεδίωκαν να ιδρύουν αποικίες σε παράλιες περιοχές με ασφαλή λιμένα και εύφορη ενδοχώρα, προσόντα που συνδύαζαν οι αποικίες της Κάτω Ιταλίας και της Σικελίας. Η αποικία της Κύμης που ίδρυσαν Ερετρειείς και Χαλκιδείς συνεδύαζε αυτά τα προσόντα.
Τη γη αυτή καλλιεργούσαν Ερετρειείς και Χαλκιδείς γεωργοί με το ησιόδειο άροτρο, τους όρους του οποίου έλυμα και γύης πρωτοβλέπουμε στον Ησίοδο (8ο π.Χ. αι.). Οι λέξεις αυτές δεν διασώθηκαν στην Βυζαντινή ούτε και στην Ν. Ελληνική, αλλά ζουν στη γλώσσα των γεωργών της Καλαβρίας, που οργώνουν τη γη με το ίδιο άροτρο.
Το ότι και άλλοι σπάνιοι γεωργικοί και ποιμενικοί όροι διατηρούνται μέχρι σήμερα, μας δείχνει ότι εκεί ο κόσμος εργαζόταν με τον ίδιο τρόπο από τον 8ο π. Χ. αι. μέχρι σήμερα.
Κανένας βυζαντινός ή νεώτερος μετανάστης δεν μπορούσε να μεταφέρει Δωρικά και άλλα σπάνια λεξικολογικά στοιχεία, διότι απλούστατα δεν υπήρχαν στην γλώσσα τους.

Τον συντηρητικό χαρακτήρα της γλώσσας των Ελληνοφώνων της Κάτω Ιταλίας μαρτυρούν επίσης αρχαία σημασιολογικά στοιχεία, τα οποία δεν έχει η Ν. Ελληνική: το επίθετο άτσαλο < έξαλλος, το αρχαίο επίρρημα ώδε, τα ρήματα γέρ-ρω < γέρνω, σηκών-νω < σηκώνω, σώdζω < σώζω = δύναμαι (Απουλία), σών-νω < σώζω = δύναμαι (Καλαβρία), έχω με τελικό απαρέμφατο ή με τελική προταση διατήρησαν την αρχαία ή Ελληνιστική σημασία.

Για τους Ιταλούς επιστήμονες, δεν ήταν δυνατό να μην αφομοιωθούν γλωσσικώς οι ολίγες χιλιάδες Ελλήνων αποίκων κατά την διάρκεια της ρωμαϊκής κατοχής, όταν έφτασε να ομιλείται η λατινική ακόμα και στις Βρετανικές Νήσους.
Κατά τους χρόνους της ρωμαϊκής κατοχής επίσημη γλώσσα ήταν η Λατινική, αλλά υπήρχε πολυγλωσσία. Οι Έλληνες μιλούσαν την Λατινική, όπως και οι άλλοι υπόδουλοι λαοί, αλλά παράλληλα διατηρούσαν τη μητρική τους γλώσσα.

Οι Ρωμαίοι επέβαλαν τη γλώσσα τους στους Κέλτες, Ιβηρίους, Δάκες, Γετίους και Γάλλους, αλλά όχι στους Έλληνες. Και το ότι οι υποτιθέμενοι Βυζαντινοί άποικοι του 9ου αι. (αν δεχθούμε την άποψή τους) σε συμβίωση με την Ιταλική επί ένδεκα ολόκληρους αιώνες κράτησαν μέχρι σήμερα τη μητρική τους γλώσσα με τον λεξιλογικό της πλούτο και την πλαστικότητα της, δεν πείθει τους επιστήμονες αυτούς ότι κατά μείζονα λόγο θα μπορούσε να διατηρηθεί η γλώσσα των αποίκων του 8ου π. Χ. αι. που ήταν πιο κοντά στην πηγή της και που διέθεται γόητρο ασύγκριτα ανώτερο από εκείνο της Λατινικής;

Φυσικά, η γλώσσα των Ελληνοφώνων αντάλλαξε λεξιλογικά δάνεια με την Λατινική. Μερικά (από εκείνα που εισήλθαν κατά τον Rohlfs πριν από τον 5ο-6ο αι.) διατηρήθηκαν, αλλά πολλά λατινικά δάνεια που εισήλθαν κατά τη μακρά συμβίωση των δύο λαών υποχώρησαν. Με τη διάδοση του Χριστιανισμού η γλώσσα των Ελληνοφώνων της Κάτω Ιταλίας πλουτίστηκε με λέξεις προερχόμενες από τη γλώσσα της Εκκλησίας.
Τα Ιταλικά δάνεια που πήρε η Ελληνική δεν είναι όσα θα ανέμενε κανείς, έχοντας υπόψη τη μακραίωνη συμβίωση των δύο γλωσσών και το ότι οι ίδιοι άνθρωποι μιλώντας τις δύο γλώσσες, μετέφεραν λέξεις από τη μία γλώσσα στην άλλη. Η αφομοιωτική ικανότητα της Ελληνικής έδωσε στα ιταλικά δάνεια ελληνική μορφή, τα πολιτογράφησε. Έτσι ιταλικά ουσιαστικά έγιναν κλιτά (π.χ. το ανιμάλε του ανιμαλίου).

Από τότε που οι Τούρκοι ολοκλήρωσαν την κατάκτηση της Ελλάδος, η γλώσσα των Ελληνοφώνων μας έχασε επί τέσσερις και πλέον αιώνες κάθε επαφή με τον ελλαδικό κόσμο. Προσπαθώντας να πλουτίζεται στηριζόμενη στις δικές της δυνάμεις, έπλασε μια σειρά ουσιαστικών με την κατάληξη -σία και σε μερικά σύνθετα άλλαξε την θέση των συνθετικών (π.χ. αμπελόφυλλο > φυd-dάμbελο).

***

Παρουσιάσαμε τη μορφή και την εξέλιξη αυτής της γλώσσας, τις επιδράσεις που δέχτηκε και το ότι η ίδια με στοιχεία δικά της αδιαμφισβήτητης αποδεικτικής αξίας καταρρίπτει την θέση της Βυζαντινής προέλευσης.
Η συγκέντρωση γλωσσικού υλικού από τα ιδιώματα των δύο Ελληνοφώνων νησίδων της Κάτω Ιταλίας μας έδωσε την ευκαιρία να διαπιστώσουμε ότι, παρά το δημοσιευμένο από τους Morosi και Rohlfs άφθονο γλωσσικό υλικό, παρέμενε αθησαύριστο αρκετό, το οποίο θα μπορούσε να συμβάλλει στη λύση του προβλήματος της καταγωγής, και πήραμε την απόφαση να συντάξουμε το Λεξικό της.

Βρήκαμε σε όλα τα Ελληνόφωνα χωριά αξιόπιστους πληροφοριοδότες. Άνθρωποι του λαού, γεωργοί, βοσκοί και εργάτες που διατηρούν ακέραιη τη μητρική τους γλώσσα. Ο γηραιότερος, ο Ρωμαίος Δομένικος Αντώνιος (απέθανε 101 ετών) από το Βουνί της Καλαβρίας, μας έλεγε:

"γ σ λ-λέω τ λ-λόγο γι̬ο κα τους χετε ν τν gράσπειτε"
(Εγώ σας λέω ακέραιο (υγιή) το λόγο και έτσι (ούτως) οφείλετε να τον γράψετε.)

Αναστάσιος Καραναστάσης,
Γραμματική των Ελληνικών ιδιωμάτων της Κάτω Ιταλίας
Ακαδημία Αθηνών
Αθήνα 1997

1. Ο Rohlfs, Vocabolario dei Dialetti Salentini, αναφέρει ότι το απαρέμφατο χάθηκε στην ελληνική αλλά σημειώνει (σελ. XVII) ότι διατηρήθηκε στην Ιταλία (μολονότι σε ωρισμένες περιστάσεις) και στον Πόντο, στα δύο άκρα του ελληνικού κόσμου.

http://pirforosellin.blogspot.gr/   -  Επιτρέπεται η αναδημοσίευση του περιεχομένου της ιστοσελίδας εφόσον αναφέρεται ευκρινώς η πηγή του και υπάρχει ενεργός σύνδεσμος(link ). Νόμος 2121/1993 και κανόνες Διεθνούς Δικαίου που ισχύουν στην Ελλάδα.3400. 
ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ
Ορισμένα αναρτώμενα από το διαδίκτυο κείμενα ή εικόνες (με σχετική σημείωση της πηγής), θεωρούμε ότι είναι δημόσια. Αν υπάρχουν δικαιώματα συγγραφέων, παρακαλούμε ενημερώστε μας για να τα αφαιρέσουμε. Επίσης σημειώνεται ότι οι απόψεις του ιστολόγιου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου. Για τα άρθρα που δημοσιεύονται εδώ, ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρουμε καθώς απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των συντακτών τους και δεν δεσμεύουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο το ιστολόγιο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου