Τρίτη, 4 Ιουλίου 2017

η Πέρδικα ή [λαϊκή ονομασία] ή η Perdix graeca μέσα από την μυθολογία και την λαογραφία -του Όμηρου Ερμείδης - Perdika or [popular name] or Perdix graeca through mythology and folklore - Homer Ermedis - there is a translator on the website




[η φωτογραφία προέρχεται από την ακόλουθο ιστοσελίδα : ]
Άλλες ονομασίες : η Πέρδικα ή [λαϊκή ονομασία] ή η Πέρδιξ η ελληνίς ή ορεινή [ονομασία παρ’ αρχαίοις] ή η Πέρδικα η βουνίσια ή Πετροπέρδικα [λαϊκή ονομασία] ή η Perdix graeca [λατινική ονομασία ] ή η Caccabis graeca 


[λατινική ονομασία ] ή η Caccabis saxtilis [λατινική ονομασία ] ή η Alectoris graeca-graeca [λατινική ονομασία ][είδος 1ον εν Ελλάδι],
ο Πήριξ [ονομασία παρ’ αρχαίοις εις την κρητική διάλεκτο κατά τον Ησύχιον]η η Πέρδιξ ή η Perdix cinerea [λατινική ονομασία ] ή η Πέρδικα η πεδινή ή η Πέρδιξ η φαιά ή η Πέρδιξ η αγροδίαιτος ή η Λιβαδοπέρδικα [λαϊκή ονομασία] ή η Πέρδικα η καμπήσια [λαϊκή ονομασία] ή η Γκριζοπέρδικα  [λαϊκή ονομασία] ή η του Κάμπου πέρδικα ή η Καμπίσια  πέρδικα [λαϊκή ονομασία] ή η Perdix Cinerea [λατινική ονομασία ] [είδος 2ον εν Ελλάδι]
 η Πέρδικα ή το Περδίκι ή ο Ατταγάς ή ο Ατταγήν ή το Ατταγανάρι [λαϊκή ονομασία] ή το Ταγηνάρι [λαϊκή ονομασία] [είδος εν Ελλάδι] η Νησιώτικη πέρδικα [λαϊκή ονομασία] ή η Alectoris chukar [λατινική ονομασία ][είδος 3ον εν Ελλάδι]
Αναφέρεται εις αυτήν ο Αρχίλοχος ο ιαμβογράφος εις το 106, ο Επίχαρμος ο κωμικός εις το .., ο Αριστοφάνης εις το έργο του «Όρνιθες» εις τον στίχο … : «πέρδιξ γενέσθω του πατρός νεοττίον», και ο Ξενοφώντας ο ιστορικός εις το έργο του «Απομνημονεύματα» εις το .,.,. : «οι όρτυγες και οι πέρδικες».
  Ο μύθος μας αναφέρει ότι μεταμορφώθηκε από τους θεούς σε πέρδικα, κάποιος ονόματι  Πέρδιξ από την Αθήνα.
  Στην αρχαιότητα η Πέρδικα ή η Πέρδιξ ήτο η αδελφή του Δαίδαλου και μητέρα του Τάλω ή Κάλω.
  Ο Αριστοφάνης αναφέρεται σε αυτήν εις τα σχόλια του έργο του «Σφήκκαι» εις τον στίχο  … όπου λέγει : «ατταγάς ορνέον εστί τερπόμενο εν έλεσι και πηλώδεσι τόποις και τέλμασιν, όν ημείς φαμέν ατταγήναι ». Επίσης ο Αριστοφάνης αναφέρεται και εις το έργο του «Όρνιθαι» και εις τον στίχο 248 «όρνις τε πτεροποίκιλος ατταγάς». Σε αυτήν κάμει αναφορά και ο Αριστοτέλης  εις το έργο του «Περί ζώων ιστορίαι» εις τον στίχο 9,50 «των ορνίθων όσοι μεν πτητικοί αλλ’ επίγειοι, κονιστικοί οίον αλεκτορίς, πέρδιξ, ατταγήν».
 Ο Ατταγάς και ο Ατταγήν είναι είδος πέρδικας, είναι η λεγόμενη πέρδικα του κάμπου ή λιβαδοπέρδικα.
  Η Πέρδικα είναι πτηνό μονογαμικό, δηλαδή αν σκοτωθεί το ταίρι του δεν ζευγαρώνει με άλλο  ταίρι. Τρέφεται με έντομα, ακρίδες μερμήγκια, σπόρους, φύλλα και καρπούς. Οι πέρδικες ζουν κατά σμήνη μικρά ή μεγάλα  υπό την οδηγία αρσενικού, του μεγαλυτέρου εις την ηλικία. Συντίθενται κατά ζεύγη κατά τον μήνα Φεβρουάριο σε αυστηρά και πιστή μονογαμία, όπως οι περιστερές.
Γεννά κατά τους μήνες Απρίλιο με Μάϊο, περίπου 10-15 αυγά, καμμιά φορά και περισσότερα, εντός άτεχνης φωλιάς εις το έδαφος και πάντοτε απόκρυφο, εντός οπών ή κοιλωμάτων, εντός θάμνων ή σχισμών βράχων. Η επώαση τους διαρκεί 3 εβδομάδες, την οποία την κάμει μόνο το θηλυκό, και όλο αυτό το διάστημα το αρσενικό παραμένει πλησίον της φωλιάς, εποπτεύοντας και ερευνώντας  για τυχόν κίνδυνο. Εάν υπάρξει κίνδυνος η μητέρα με μια κραυγή προειδοποιητική με την οποίαν  μόλις την ακούσουν τα μικρά τρέχουν προς αυτήν, η οποία τα σπεύδει ταχέως εις καταφύγιο, εντός θάμνων, σχισμών βράχων ή του εδάφους. Όταν διαπιστώσει ότι ευρίσκονται σε ασφάλεια, τόσο αυτή όσο και ο σύντροφός της, φροντίζουν μετ’ αυτοθυσίας δια την εξουδετέρωση και απομάκρυνση του κινδύνου. Οι δυο γονείς εμφανίζονται θαρραλέοι προ του εχθρού. Έχοντας μάλλον συνείδηση της αδυναμίας των να επιτίθενται εις τον κίνδυνο, επιζητούν να παρασύρουν αυτόν μακριά από τα μικρά. Όταν πιστεύσουν ότι ο κίνδυνος παρήλθε, τότε πρώτη η μητέρα πετάει και σπεύδει προς συνάντηση των νεοσσσών, τους οποίους οδηγεί σε νέο μέρος πιο ασφαλές. Ο δε αρσενικός μόλις αντιληφθεί ότι οι δικοί του ευρίσκονται σε ασφάλεια, πετάει και απομακρύνεται και αυτός με την σειρά του. Μετά από λίγο ακούγεται η προσκλητήριος κραυγή του, εις την οποία απαντάει η θηλυκιά και αμέσως η οικογένεια συγκεντρώνεται πάλι.
  Η φωνή της πέρδικος λέγεται από τους αρχαίους κακκάβισμα, κοινώς δε κακκάρισμα, είναι γοργή, διαυγής, καθαρή και κρυστάλλινη ή και μονότονος, αποβαίνει δε ευχάριστος. Κακκαρίζει προ της ανατολής του ηλίου και περί την εσπέρα μέχρι να επέλθει το λυκόφως. Η τροφή της πέρδικος αποτελείται από διάφορα χορταρικά, δημητριακούς καρπούς, κοχλιδίες σταφυλιών, άμμου ή μικρών πετραδίων για την χώνευση. Όπως οι όρνιθες [κόττες] κυλιέται εις το χώμα προς αποφθειρίαση.
  Από τα 8 είδη που υπάρχουν εις την Ελλάδα, τα κυριότερα είναι : η Πέρδιξ ή πέρδικα η πεδινή ή φαιά ή αγροδίαιτος (perdix cinerea), η πέρδικα η καμπήσια, η λιβαδοπέρδικα και η πέρδικα η ελληνίς ή ορεινή, η βουνίσια πέρδικα ή πετροπέρδικα.
  α) η Πέρδιξ ή πέρδικα η πεδινή ή φαιά ή αγροδίαιτος (perdix cinerea), η πέρδικα η καμπήσια, η λιβαδοπέρδικα . Η πέρδικα η πεδινή είναι μικροτέρα της ορεινής πέρδικος η οποία έχει μήκος από 0,26 – 0,30 εκατοστά του μέτρου και πλάτος μετά των ανοικτών πτερυγίων της 0,52-0,55 εκατοστά του μέτρου. Το σώμα της είναι βραχύ, η κεφαλή της ευρυμέτωπος, μικρά και χαρίεσσα, το ράμφος της βραχύ και σκληρό. Η άνω σιαγόνα της είναι κυρτή εις το άκρο και γυμνή εις την βάση, οι πτέρυγές της είναι βραχείες και στρογγυλοί, κατά δε την πτήση τους προκαλούν ισχυρό θόρυβο, σε συνεχές πτερύγισμα και το οποίο δεν διαρκεί μεγάλη απόσταση. Η ουρά της είναι βραχεία 0,07 του μέτρου, στρογγυλή και η οποία έχει κλίσει προς τα κάτω. Εις τους πόδας της έχει τρεις δακτύλους εμπρός και έναν οπίσω. Αντί πλήκτρου τα αρσενικά φέρουν εις τους πόδας των εξόγκωση δίκην κρεατοελιάς.το χρώμα του πτερώματός της ποικίλλει κατά τόπους και εδάφη διαμονής, το οποίο είναι και το ποιο εξαιρετικό ως προς την κάλυψη και προφύλαξή της από εχθρούς. Το χρώμα της κεφαλής της είναι χρώματος καστανού προς το κεραμοειδές, τα πλάγια της κεφαλής και ο λαιμός είναι χρώματος ανοικτού σκωριόχροο, η δε ράχη της είναι φαιόχροου  ή σκωριόχοου με πλάγιες γραμμώσεις χρώματος. Η κοιλία της είναι λευκωπή, όπως και το κάτω μέρος των πτερύγων, το στήθος είναι μελανών κυμάτων προς το σκοτεινό ερυθρωπό, τα δε ουραία πτερά της είναι σκωριόχροα με πρασινωπές και μεάνωπές γραμμώσεις. Η φωνή της είναι μονότονος.
  Η τροφή της αποτελείται από δημητριακούς καρπούς, σπόρους, λαχανικά, έντομα, σκουλήκια από την γη, τα οποία τα εξάγουν κατόπιν σκαλίσματός της.
 Αρέσκεται εις τόπους ούτε πολύ ψυχρούς αλλ’ ούτε πολύ θερμούς, εγκαταλείπει δε τον τόπο της διαμονής της μόνον εάν εκλείψει η τροφή της ή αν διωχθεί βιαίως και επανέρχεται εφ’ όσον σταματήσει η δίωξη της. Διαμένει εις πεδιάδες, με αραιή βλάστηση, κατά προτίμηση εις αγρούς λαχανικών, πλησίον φρακτών ή εις υγρά εδάφη. Η κάθε μια από τις πεδινές οικογένειες των περδικών συνενούνται και αποτελούν μικρά ή μεγάλη πλήθη ή σμήνη (κοπάδια) κάτω από την φρούρηση αρσενικού, ο οποίος πάντα ευρίσκεται εις περίοπτο θέση ώστε να εποπτέυει τον κίνδυνο. Ζουν μεταξύ τους εις ζηλευτή ομόνοια ή σε έχθρα και αντιστέκονται σε κάθε περίπτωση όπου μια ξένη πέρδικα προσπαθήσει να εισέλθει εις το σμήνος τους. Εξαίρεση αποτελεί, άμα η πέρδικα η οποία προσπαθεί να εισέλθει εις το σμήνος είναι ορφανή ή γριά. Εκτίθονται ευχάριστα εις τον ήλιο λιαζόμενες, όπου κυλιούνται εις το χώμα ή  την άμμο δια την αποφθειρίαση (αποψείρωση) τους. Το μεσημέρι εφησυχάζουν. Οι πέρδικες είναι ωφέλιμα πτηνά, τα οποία όμως φέρουν εύγεστο, τρυφερό και υγιεινό κρέας, αλλά και διότι εξολοθρεύουν σκουλήκια και έντομα επιβλαβή εις την γεωργία, είναι δε ασήμαντος η ζημία η οποία προκαλούν από το σκάλισμα που κάμουν εις τους αγρούς.
  Περί τα τέλη Φεβρουαρίου ή τις αρχές Μαρτίου διαλύονται τα σμήνη τους και γίνονται ζευγάρια αρσενικών και θηλυκών δια να ζευγαρώσουν σε αυστηρή μονογαμία, όταν απομακρύνωνται δια την κατασκευή της φωλιά των ή την ωοτοκία – ζευγάρωμα. Κατασκευάζουν την φωλιά τους εις τους αγρούς, εις θαμνώδης παρυφές, εις αγρούς με χλόη, σπανίως δε σε αγρούς με σιτηρά.
  Η φωλιά τους είναι απλούστατη, την οποίαν την κατασκευάζουν δια σκαλίσματος κοίλη, ή χρησιμοποιούν επίτηδες κοιλώματα του εδάφους προς τούτο.
  Το θηλυκό γεννά 12-20 αυγά σχήματος αχλαδιού, τα οποία τα επωάζουν νύκτα και ημέρα, όπου δεν απομακρύνονται από αυτά μόνο σε περίπτωση μεγάλης πείνας. Επωάζει με τέτοια ζέστη και αφοσοίωση ώστε μπορεί να μην αντιληφθεί το δρέπανο του θεριστού και να θανατωθεί, ιδίως εις τις περιοχές όπου ακόμη και σήμερα γίνεται ο θερισμός με το δρεπάνι. Όταν ειδοποιείται από το αρσενικό δια τον επικείμενο κίνδυνο δεν εξορμά εις τα ύψη από την φωλιά του αμέσως, αλλά τρέχει πρώτον επί του εδάφους για κάποιο διάστημα ώστε να εξαπατήσει τον εχθρό και να αποκρύψει εις την ουσία τον δρόμο του προς την φωλιά. Αμφότεροι οι γονείς μεριμνούν με εξαιρετική στοργή και τρυφερότητα τους νεοσσούς των. Τρέφουν αυτούς κατά πρώτον με μερμήγκια και τις νύμφες αυτών και με άλλα μαλακά έντομα. Σε καιρό δε κινδύνου υπερασπίζονται αυτούς με πάσει αυτοθυσία, στρέφοντας την προσοχή των εχθρούς των επάνω τους δια την σωτηρία τους.
  Εις την πατρίδα μας απαντάται ως επιδημητικό πτηνό.
  Το κυνήγι της πεδινής πέρδικος είναι εύκολο, όχι μόνο διότι ευρίσκεται εις ομαλά εδάφη, αλλά και διότι η πτήση της είναι ομαλή όπως της όρτυγος – τρυγονιού. Διεξάγεται δια ανιχνεύσεως με την βοήθεια ιχνηλάτου (κυνηγητικού) σκύλου όπου οι πέρδικες πριν την εμφάνιση του περπατούν και λουφάζουν και έπειτα πετούν ξαφνικά με ηχηρό και θορυβώδες κρότημα των πτερύγων τους. Βάλλονται κυρίως με σκάγια των 7. Το κυνήγι τους επιτρέπεται από 1ης Οκτωβρίου μέχρι τέλους Ιανουαρίου του επομένου έτους. Δια να προστατευθούν από μείωση του πληθυσμού των ή τον κίνδυνο αφανίσεώς των αλλάζουν από περιοχή σε περιοχή η περίοδος του κυνηγίου των. Μαγειρεύεται κατά τον κυνηγητικό τρόπο ή ως ψητή όπως ο οβελίας.
  β)η Πέρδιξ η ελληνίς ή η ορεινή (Perdix graeca ή Caccabis graeca ή Caccabis saxtilis), κοινώς πετροπέρδικα βουνήσια πέρδικα, εν αντιθέσει προς την καμπήσια. Είναι επιδημητικό πτηνό της πατρίδος μας και ευρίσκεται εις τους υπωρείους λόφους και τα όρη της Ελλάδος, η οποία δεν ανέρχεται ποτέ εις τις υψηλές κορυφές των υψηλοτέρων ορέων, αλλά σταθμεύει εις τα μέσα αυτών, προτιμά εξαιρετικά ακατοίκητους νήσους με ολίγους θάμνους ή και βραχώδους νήσους με ολίγους κατοίκους, η οποία απαντάται ακόμη και εις την ανατολική περιοχή των Ελβετικών άλπεων και από την Μικρά Ασία μέχρι της Κίνας, διότι αποτελεί ίδιο τύπο διαφέρει από τις υπόλοιπες υπάρχουσες πέρδικες κατά τον χρωματισμό, το μέγεθος και την χάρη. Ποια διαφορά παρατηρείται μεταξύ των εν Ελλάδι υπαρχουσών ειδών, είναι ως προς τον όγκο, και το χρωματισμό και δυσκόλως διακρίνεται ως προς την φωνή. Το χρώμα αυτού του είδος της πέρδικος είναι εις την ράχη στακτερό και αποκλίνει προς το κυανό με μελανές ραβδώσεις εις τα πλάγια. Η ελαφρά απόχρωσή της εις τα πτερά της προσδίδει εις τον χρωματισμό της μια απαλή ερυθρωπή ανταύγεια, ζωηρότερη ή εξαφανισμένη αναλόγως της θέσεως από την οποία γίνεται η παρατήρηση της. Εις τον λαιμό φέρει περιλαίμιο μελανό (κοινώς ζουρτάνι ή γαϊτάνι) το οποίο φαίνεται κατά την ενηλικίωσή της. Το ράμφος της είναι στιλβό  ερυθρό όπως και οι πόδες  της ερυθροί. Ο συνδυασμός των χρωμάτων και η αρμονία του κάθε εκάστου μέρους του σώματος της πέρδικος το οποίο καθιστά την πέρδικα από τα ωραιότερα πτηνά της πατρίδος μας. Το οποίο προσδίδει εις αυτήν χαριτωμένη και θελκτική εμφάνιση, την οποία επαυξάνουν οι ωραίοι σπινθηροβόλοι και εκφραστικοί οφθαλμοί της. Τα υπέροχα χαρίσματα της ορεινής πέρδικος δεν άφησαν ανεπηρέαστο το ελληνικό πνεύμα και την ελληνική ψυχή, η οποία δημιούργησε δια αυτήν τιμητική θέση εις την ποίηση, η οποία εξύμνησε και εξύψωσε αυτήν ως αυτή που εκπροσωπεί το ιδανικό και τέλειο του ωραίου όπου συμβολίζει με όλα αυτά τα χαρίσματα της γυναικός και την οποία καλεί περδικομάνα, περδικόστηθη, περδικοπερπατούσα, γραμμένη (ζωγραφιστή) πέρδικα. Η φωνή της πέρδικος λέγεται παρ’ δε τοις αρχαίοις κακκάβισμα, κοινώς δε κακκάρισμα. Η πέρδικα κακκαρίζει προ της ανατολής του ηλίου και την εσπέρα μέχρι να επέλθει το λυκόφως, του συνθήματος από τον αρσενικό συνοδό και το οποίο μεταδίδεται μετ’ ολίγο και εις τις υπόλοιπες πέρδικες. Η πέρδικα αυτή απαντάται εις την πατρίδα μας ασχέτως προς το ύψος από της επιφανείας της θαλάσσης, κατά την κυνηγετική έκφραση «τοπακιασμένη» εις πετρώδη οροπέδια, εις θαμνόφυτα τοπία, εις αραιούς σχοίνους και πρίνους, εις θυμάρια, εις ρωγμές ή βραχώδεις σχισμές, εις σκιερές χαράδρες, εις πλαγιές ορέων, εις τις οποίες κατέρχεται προς βοσκή από τα υψηλότερα μέρη. Η τροφή της πέρδικος συνίσταται από διάφορα χορταρικά, δημητριακούς καρπούς, χαλκίδια, σταφύλια, άμμο ή μικρά πετράδια τα οποία συντελλούν εις την χώνευση. Ζουν κατά σμήνη μικρά ή μεγάλα  υπό την οδηγία αρσενικού, του μεγαλυτέρου εις την ηλικία. Συντίθενται κατά ζεύγη κατά τον μήνα Φεβρουάριο σε αυστηρά και πιστή μονογαμία, όπως οι περιστερές.  Ο Αριστοτέλης χαρακτηρίζει «αφροδιασιακόν το των περδίκων γένος», όπως και ο Αιλιανός. Η θηλυκιά γεννά 12-15 αυγά εντός άτεχνης φωλιάς από πέτρα ή θάμνη ή εντός βραχώδους ρωγμής, κατασκευασμένη εις μέρη ασφαλή. Τα οποία επωάζει επί 20 ημέρες. Περί τα μέσα ή το τέλος Απριλίου εκκολάπτονται οι νεοσσοί. Τον Ιούλιο είναι κυνηγήσιμοι. Τα αυγά έχουν λεπτότατο φλοιό και είναι χρώματος ωχροκιτρινολευκού, με πολύ λεπτά ωχροκαστανόχροα στίγματα. Τα αυγά της πέρδικος επωάζονται και εκκολάπτονται και από την όρνιθα (κόττα). Αν κατά την διάρκεια της επωάσεως τα αυγά υποστούν βλάβη τότε η πέρδικα ζευγαρώνει και δεύτερη φορά. Τα αυγά της πέρδικος είναι εύγεστα και περιζήτητα από τους ανθρώπους, η συλλογή των οποία γίνεται κατά το Πάσχα, όταν συμπίπτει με την ωοτοκία αυτό είναι ολέθριο για τον πολλαπλασιασμό της ορεινής πέρδικος. Οι αρσενικοί νεοσσοί είναι χρώματος κιτρινωπού ανυ στιγμάτων ή μετά στιγμάτων ή μετά κηλίδων που καταλαμβάνουν μέρος της όλης επιφανείας του πετρώματος. Περιβάλλει η πέρδιξ τους νεοσσούς της δια μεγίστης στοργής και τρυφερότητος. Οι αρσενικοί των περδικών καλούνται κώτσοι, και διακρίνονται από το μικρό σπιρουνοειδές εξογκώματος, δίκην πλήκτρου, ως εις τον αλέκτορα (πετεινός), το οποίο φέρει εις το εσωτερικό αριστερό μέρος.                    
  Μετά την απελευθέρωση της Ελλάδος το 1821, η πέρδικα υπήρχε εν αφθονία εις ολόκληρο την χώρα, αλλά λόγω ελλείψεως νόμων και διαταγμάτων μέχρι το 1923 περί θηράματος, υπέστη μεγάλη μείωση του πληθυσμού της. Σήμερα δε απαντάται εις την Πελοπόννησο, την Στερεά Ελλάδα, την Ήπειρο, την δυτική Μακεδονία, την Θράκη, την Κρήτη και εις τας νήσους με μικρότερους πληθυσμούς. Το κυνήγι της ξεκινά την 1η Οκτωβρίου μέχρι το τέλος του Ιανουαρίου του νέου έτους.
  Το κυνήγι της ορεινής πέρδικος είναι δυσκολότερο της πεδινής διότι ο κυνηγός πρέπει να ανέρχεται εις βραχώδη και τραχέα εδάφη και αντοχή. Το κρέας της ορεινής είναι λείαν εύγεστο και τρυφερό, δια τούτο είναι και περιζήτητο, καθότι αποτελεί και όγκο θηράματος. Μαγειρεύεται ποικιλοτρόπως ψητή εις την σούβλα, τεμαχισμένη  και βυθισμένη εντός σάλτσας από χυμ.ο λεμονιού, ελαίου και ρίγανος. Βραστή με ζωμό με αυγολέμονο ή σούπα, ομοίως με ρύζι, κοκκινιστή με τομάτα, της σάλτσας χρησιμοποιουμένης εις να περιχυθεί μακαρονλαδα λη πιλάφι. Ψητή εις την  κατσαρόλα με βούτυρο ή έλαιο και σβησμένη με λευκό κρασί,με ρυτινήνη, και τέλος κατά τον τύπο του φρικασέ, με τον οποίον καθίσταται χυμώδης και νοστιμωτάτη.
 Το παραδοσιακό μας τραγούδι ύμνησε την πέρδικα, όπως ένα κλέφτικο [δημοτικό τραγούδι του 21] με τον τίτλο «Μωρ' περδικούλα του Μωριά του 1821» που λέγει :
Ωρέ, μωρ' περδικούλα, μωρ' περδικούλα του Μωριά
Μωρ' περδικούλα του Μωριά κοσμοπερπατημένη
Αυτού ψηλά, γειά σου, πέρδικα, αυτού ψηλάνα που πέτεσαι
Αυτού ψηλά που πέτεσαι και χαμηλά 'γναντεύεις
Μην είδες κλέ, γεια σου, πέρδικα, μην είδες κλένεφτες πουθενά
Μην είδες κλέφτες πουθενά, τους Κολοκοτρωναίους;
Τα δημοτικά τραγούδια για την πέρδικα και τα περισσότερα αναλογικά με τα άλλα ζώα, μερικά εξ αυτών είναι τα ακόλουθα :
Πέρδικα
Πέντε πέρδικες πιτούσαν
και στον κάμπο 'λογυρνούσαν,
για τα μας τα δυο ρωτούσαν,
γιατ' ισένα, γιατ' ιμένα,
για τα δικά σου μαύρα ματιά,
κάνω μαύρα μονοπάτια.
θα σι πάρω, δε σ' αφήνω,
και στην Πόλη θα σι πάγω,
πέντε ντούμπλες θα σι βάλω
κι φλουρί θα σ' αρματώσω.
Ξύπνα Περδικομάτα
Ξύπνα περδικομάτα μου μωρέ,
κι 'ρθα στο μαχαλά σου.
Χρυσά στολίδια σου 'φερα μωρέ,
να πλέξεις στα μαλλιά σου.
Κι αν ήρθες καλοσώρισες μωρέ,
ας έκανες και κόπο.
Ήρθες και μας ομόρφυνες μωρέ,
τον άσχημο τον τόπο.
Δεν το 'ξερα λεβέντη μου μωρέ ,
πως ήρθε η αφεντιά σου.
Να πεταχτώ σαν πέρδικα μωρέ,
να 'ρθω στην αγκαλιά σου.
Νάζια σου κάνω μάτια μου,
και να με συμπαθήσεις.
Το ακρινό παράθυρο,
απόψε μην το κλείσεις.
Κι αλλη μια χάρη σου ζητώ,
θα σε παρακαλέσω.
Ώρε στο στρώμα που κοιμάσαι εσυ,
να 'ρθω κι εγω να πέσω.
Να πεταχτώ σαν πέρδικα...»:
Να γίνω γης να με πατάς,
γιοφύρι να περάσεις
Να γίνω κι ασημόκουπα,
να σε κερνώ να πίνεις
Εσυ να πίνεις το κρασί,
κι εγώ να λάμπω μέσα
Ρίξε νερό στην πόρτα σου,
να μπω να ξαγλυστρίσ
Να μπω στην αγκαλιά,
να 'ρθω να σε φιλήσω
Μια πέρδικα παινεύτηκε
Μια πέρδικα παινεύτηκε σ' ανατολή και δύση,
πως δεν τη βρίσκει κυνηγός να την εκυνηγήσει
κι ο κυνηγός που τ' άκουσε πολύ του κακοφάνη,
παίρνει τα ζαγαράκια του να πάει να κυνηγήσει
την περδικούλα για να βρει και να την εσκοτώσει.
Μια πέρδικα παινεύτηκε [Παραλλαγή]
Μια πέρδικα παινεύτηκε
σ' ανατολή και δύση
πως δεν ευρέθη κυνηγός
για να την τουφεκίσει.
Κι ο κυνηγός σαν τ' άκουσε
πολύ του βαρυοφάνη
στήνει τα βρόχια στα βουνά,
τα ξώβεργα στις βρύσες.
Όταν ασπρίσει ο κόρακας
Παλιά μου χρόνια και καιροί
που είσαστε περασμένα,
άραγες θα ξανάρθουνε
τα νιάτα τα καημένα;
Όταν ανθίσει ο τσέρακας
και βγάλει νιο κλωνάρι,
τότες θα γίνω και γω νιος
θα γίνω παλικάρι.
Όταν ασπρίσει ο κόρακας
να γίνει περιστέρι,
τότες θα γίνω κι εγώ νιος
να βρω καινούριο ταίρι.
Που ήσουν πέρδικα
Πού ήσουν πέρδικα καημένη
κι ήρθες το πρωί βρεγμένη;
Ήμουνα πέρα στα πλάγια
στις δροσιές και στα χορτάρια.
Τι έτρωγες πέρα στα πλάγια
στις δροσιές και στα χορτάρια;
Έτρωγα το Μάη τριφύλλι
κι είμαι όμορφη στα χείλη
και τον Αύγουστο ρογούλα
κι είμαι ροδοκοκκινούλα.
Τρεις περδικούλες κάθονταν
Τρεις περδικούλες κάθονταν
στον Όλυμπο στη ράχη
μοιρολογούσαν κι έκλαιγαν,
μοιρολογάν και λένε.
Εσείς πουλιά πετούμενα
που πάτε στον αέρα
να πάτε και στη Τζόρτζαινα,
Ναούμη τη γυναίκα.
Να μην τα πλέξει τα μαλλιά,
κοσί να μην τα φτιάξει.
Να μην τα βάλει τα φλουριά,
να μην τα καμαρώνει.
Ναούμη τον βαρέσανε
στου Διάκου το νταβούρι.
Ξύπνησε πετροπέρδικα – δημοτικό τραγούδι του ανατολικού βορείου Αιγαίου
Ξύπνησε πετροπέρδικα
τίναξε τα φτερά σου
Τρεις ελιές και μια βαμμένη
την καρδιά μου έχεις καμένη
Χρυσή κορδέλα σου ‘φερα
να πλέξεις τα μαλλιά σου
Τρεις ελιές και μια βαμμένη
την καρδιά μου έχεις καμένη.
Πέρδικα
Εδώ σ' αυτή την γειτονιά στην παρακάτω ρούγα
τη φωλιά της έχτισε μια πέρδικα μικρούλα
[πώς ηθελά πολύ να την παινέψω
με λουλούδια του Μαιού στεφάνια να της πλέξω] *2
Μα αυτή είναι παινεμένη και ξακουστή
όπου πάει όπου γυρίσει και όπου σταθεί
πέρδικα μικρή πέρδικά μου ζηλεμένη
μέσα στο νησί είσαι η μόνη ξακουσμένη
[έλα εδώ για να σου πω γλυκά
πόσο εγώ σε αγαπώ τρελά] *2
Η πέρδικα και το κοράσο
Κοράσο δώδεκα χρονώ και χωστοβαρεμένο
αμοναχό ντου εθέριζε, δεμάθια εκουβαλιούσε.
Έρχετ' η μέρα του παιδιού, που 'θελε να το κάμει,
δραπάνι βάνει αντίς σκαμνί, δεμάτι αντίς για κλίνη.
Κι απήτις και το γέννησε γκι εβωλοκόπησέ ντο
εις τη μποδιά τζη το βαλε να πα το καταλύσει.
Στη στράτα τζη συναπαντά πέρδικα πλουμισμένη:
«Πού πας, μικρή, πού πας, φτωχή, πού πας, δυστυχισμένη;
Εγώ 'χω δώδεκα παιδιά και λέω να 'χα κι άλλα
κι εσύ 'χεις ένα μοναχό και πα να το σκοτώσεις;»
Παίρνει τη ντο παράπονο, στο σπίτι τζη γιαέρνει
και πιάνει και βαφτίζει το και βγάνει το Λευτέρη
κι ετάιζέ ντο ζάχαρη, κουλούρια με το μέλι.
«Φάε και πιε, πουλάκι μου, να γοργομεγαλώσεις,
κι ανέ γενείς και κυνηγός και βγαίνεις στο κυνήγι
ούλα ντά έχνη σκότωνε, κατάλυε ό,τι βρίχνεις,
τη μπέρδικα τη μπλουμιστή μη ντήνε καταλύσεις,
μα κείνηνά 'ναι η μάνα σου κι εγώ 'μαι η μητρυγιά σου.
Μιά πέρδικα παινεύτηκε
Μιά πέρδικα παινεύτηκε σ' ανατολή και δύση,
πως δεν τη βρίσκει κυνηγός να τηνε κυνηγήσει
κι ο κυνηγός που τ' άκουσε πολύ του κακοφάνει,
παίρνει τα ζαγαράκια του να πάει να κυνηγήσει
την περδικούλα για να βρει και να τηνε σκοτώσει.
Μωρ' περδικούλα του Μωριά
Μωρ' περδικούλα του Μωριά κοσμοπερπατημένη
σ’ όλον τον κόσμο ήμερη, σε μένα στέκεις άγρια.
Χαμήλωσ’ την αγριότη σου κι έλα κοντά με μένα,
να σε ταΐζω ζάχαρη, να σε ποτίζω μόσχο,
να σε βαστώ τριαντάφυλλο, μήλο να σε μυρίζω.
Περδικούλα ημέρωνα
Περδικούλα ημέρωνα
κι όλο μ' αγριευότανε
στο φτερό στεκότανε.
Πείσμωσα την έδειρα,
στα βουνά την έστειλα,.
στα βουνά τα πετρωτά,
τα βολυμοσκεπαστά.
Μιά Λαμπρή, μία Κυριακή,
πέρασα κι εγώ από κει,
την ακώ να κελαηδεί.
την ακώ να κελαηδεί.
Πέτα περδικούλα μου
κι έλα στα χερούλια μου
κι αν σου κάνω εγώ κακό.
σ' εκκλησιά να μην εμπώ.
Που ήσουν πέρδικα
Που ήσουν πέρδικα καημένη κι ήρθες το πρωί βρεγμένη;
Ήμουνα πέρα στα πλάγια στις δροσιές και στα χορτάρια.
Τι έτρωγες πέρα στα πλάγια στις δροσιές και στα χορτάρια;
Έτρωγα το Μάη τριφύλλι κι είμαι όμορφη στα χείλη  
και το Θεριστή σιτάρι κι είμαι όμορφη στα καλή
και τον Αύγουστο ρογούλα κι είμαι ροδοκοκκινούλα.
[www.m.rio…….gr
  Η λαϊκή παράδοση έχει αφιερώσει και τραγούδια και για την Πετροπέρδικα [είδος πέρδικκας], όπως το κάτωθι με τον τίτλο «Γραμπουσιάνη Πετροπέρδικα την ώρα που κακαρίζει» :
Αητός περδίκιν έπιασε κ’ύστερα τ’αναρώτα,
-Πέ μου, να ζήσης, πέρδικα
[είπεν αητός τσή πέρδικας],
Πού χτίζεις τη φωλιά σου
[Και κάνεις και τ’αυγά σου
Και βγάνεις τα πουλιά σου]΄
-Αχαμνοπιάσ’ με, σταυραητέ
[Είπεν η πέρδικα τ’αητού],
Να σου το μολοήσω
[Να σε καλοκαρδίσω].
Θωρείς εκείνο το βουνό
[Γαρεφαλάκι μ’ κόκκινο]
Και τ’άλλο το παρέκει
[Χρουσό μου περιστέρι];
Ανάμεσα ‘ς τα δυό βουνά είν’ένα χαρακάκι,
‘Σ τη ρίζα του χαρακακιού
[Είπεν η πέρδικα τ’αητού]
Τη χτίζω τη φωλιά μου
[Και κάνω και τ’αυγά μου
Και βγάνω τα πουλιά μου],
Μα ξεπουλιάσανε τ’αυγά κ’εξεπετάξαν κιόλας.
Ειπά σου γώ, πέ μου κ’εσύ
[Είπεν η πέρδικα τ’αητού].
[ αναπαραγωγή μέρους εκ της ακολούθου ιστοσελίδος  :
  Κατά την λαϊκή παράδοση μας πληροφορεί όταν η πέρδικα πετά σταυρωτά εις τον δρόμο προς την διεύθυνση ενός οδοιπόρου, θεωρείται κακός οιωνός «κόβει τον καλό δρόμο».
  Η λαϊκή παράδοση για την μετεωρολογία μας αναφέρει ότι : όταν μια πέρδικα λαλεί νερό και η κουκουβάγια καλοκαιρία. Όταν λαλεί από βραδύς λαλεί, τότε θα βρέξει.
 Η βιβλιογραφία αποκρύπτεται μέχρι κυκλοφορίας του βιβλίου, επειδή αναπαράχθηκαν άρθρα του συγγραφέως άνευ αναφοράς του ονόματός του, της ιστοσελίδος αλλά και του βιβλίου μέρος α που αναφέρεται κάτωθι.
Απόσπασμα από το βιβλίο του συγγραφέως Ομήρου Ερμείδη : «Η Μυθολογία και η λαϊκή παράδοση εις την πανίδα της πατρίδος μας» υπό έκδοσιν
http://pirforosellin.blogspot.gr/ - Επιτρέπεται η αναδημοσίευση του περιεχομένου της ιστοσελίδας εφόσον αναφέρεται ευκρινώς η πηγή του και υπάρχει ενεργός σύνδεσμος (link ). Νόμος 2121/1993 και κανόνες Διεθνούς Δικαίου που ισχύουν στην Ελλάδα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου