Τετάρτη, 5 Ιουλίου 2017

ο Λύκος ο κοινός μέσα από την μυθολογία και την λαογραφία - του Ομήρου Ερμείδης - Lykos the common through mythology and folklore - Homer Ermedes - there is a translator on the website



Αναφέρεται εις  τον λύκο ο Όμηρος εις την «Ιλιάδα» εις το κεφάλαιο Κ και εις τον στίχο … : «έσσατο δ’ έκτοσθεν ρινόν πολιοίο λύκοιο κρατί δ’ επί κτιδέην κυνέην», επίσης και το κεφάλαιο . και εις τον στίχο 1.. όπως και την «Οδύσσεια» εις το κεφάλαιο . και εις τονς στίχο .. : «ως τους αμφί λύκοι 


κρατερώνυχες ηδέ λέοντες σαίνον». Ο Αισχύλος εις το έργο του «Επτά επί Θήβαις» και εις τον στίχο …. : «ουδέ κοιλογάστορες λύκοι πάσονται». Ο Ηρόδοτος εις το .,.. : «τας δε άρκτους σπανίας και τους λύκους ου πολλώ τεω εόντας αλωπέκων μείζονας αυτού θάπτουσι τη αν ευρεθέωσι κείμενοι».  Και τέλος ο Οππιανός εις το έργο του «Κυνηγετικά» εις τον στίχο .,… όπου λέγει ότι υπάρχουν πολλά είδη λύκων.
   Ο Λύκος στην αρχαιότητα,  ήτο Θεότητα που προήλθε από την Θράκη. Εταυτίζετο ο Δίας και ο Απόλλωνας, ο οποίος επίσης είχε το επίθετο Λυκοκτόνος, ή Λύκειος.
  Επίσης οι Αιγύπτιοι ετιμούσαν τον λύκο, επειδή ο Έλληνας θεός Όσιρις είχε μεταμορφωθεί κάποτε σε λύκο.
  Ο λύκος ήτο ιερό ζώο του Άρη αλλά και του Απόλλωνος, σύμβολο αφ’ ενός της αιματηρής εκδικήσεως και αφ’ ετέρου του φωτός. Όπως μας πληροφορεί ο Οβίδιος εις το βιβλίο του «Μεταμορφώσεις», διότι η λέξη λύγξ – λούγξ – λυκς  η αρχαία ρίζα που σημαίνει φως, γίδα, ελάφι, κριός, κριάρι, δελφίνι, σαύρα, ακρίδα κ.ά..
  Ο βασιλέας των Αρκάδων Λυκάων [υιός του Πελασγού και της Ωκεανίδος Μελιβοίας  ή της νύμφης Κυλλήνης], ήτο ο ιδρυτής επί κορυφής του Λυκαίου όρους της Λυκόσουρας, της πρώτης πόλεως που είδε το φως του κόσμου! Αυτός ονόμασε δε τον Δία Λυκαίο [δηλ. θεό του φωτός και του αιθέρος], και οργάνωσε προς τιμήν του αγώνες και εορτές, τα Λύκαια! Κάποτε ο βασιλεύς αυτός αποφάσισε να θυσιάσει στον βωμό του Διός ένα βρέφος! Ο Δίας θύμωσε τόσο πολύ μ' αυτήν την ενέργεια, που μεταμόρφωσε τον βασιλιά σε άγριο ζώο, το οποίο έκτοτε φέρει το όνομά του: Λύκος! Εις ανάμνησιν αυτής της ανόμου πράξεως, αργότερα, στην επί του Λυκαίου όρους μυστική θυσία [«εν απορρήτω»], ένας άνθρωπος μεταμορφωνόταν σε λύκο. Κι αυτό θα κρατούσε για τα επόμενα δέκα χρόνια της ζωής του. Σ' αυτό το διάστημα, δεν έπρεπε να ξεγελασθεί και να δοκιμάσει ανθρώπινο κρέας, γιατί τότε θα παρέμενε σ' όλην του την ζωή θηρίο! Άλλοι αναφέρουν πως μαζί με το κρέας των ζώων, ήταν αναμεμειγμένο κι ανθρώπινο. Γι' αυτό όποιος έτρωγε απ' αυτήν την θυσία, έμενε για τα επόμενα 9 έτη της ζωής του λύκος. Αυτή είναι και η απαρχή της ιστορίας των λυκανθρώπων, που έχει την ρίζα της στην αρχαία ελληνική μυθολογία και όχι στα μεσαιωνικά κείμενα και τις παραδόσεις των Βαλκανίων.   Κατά παραλλαγή, στην Αρκαδία και πάλι, υπήρχε η γενιά του Άντου, στην οποία υπήρχε η εξής παράδοση: Διάλεγαν με κλήρο κάποιον από τους απογόνους του, τον οποίο και οδηγούσαν σε μια λίμνη της περιοχής. Εκεί τον γύμνωναν και κρεμούσαν τα ρούχα του σε μια βελανιδιά. Και τον άφηναν γυμνό να φύγει. Αυτός έπρεπε να διασχίσει κολυμβώντας την λίμνη και να φύγει για τις κατέναντι ερημιές, όπου θα μεταμορφωθεί σε λύκο και θα συναντήσει τ' αδέλφια του, τους λοιπούς λύκους της περιοχής. Μαζί τους θα μείνει 9 χρόνια. Εάν σε αυτό το διάστημα δεν φάει ανθρώπινο κρέας, θα μπορέσει να επανέλθει, να διασχίσει την λίμνη και να πάρει την προηγούμενή του ανθρώπινη μορφή, αν και θα είναι 9 χρόνια γηραιότερος  βλ. σχ. Ευάνθη.   Στα αρχαία κείμενα έχουμε κι άλλες αναφορές για μεταμορφώσεις ανθρώπων σε λύκους, όπως λ.χ. αυτή του Δαμάρχου [ή Δημαινέτου, του υιού του Δανύττα, εκ της Παρρασίας], ο οποίος μεταμορφωθείς σε λύκο και έπειτα ξανά σε άνθρωπο, αγωνίσθηκε στην Ολυμπία και αναδείχθηκε μάλιστα και ολυμπιονίκης!  βλ. σχ. Παυσανίας ..,.,., Πλίνιος Φυσ. Ιστ. …..,...   Στην χερσόνησο της Αδριατικής Ιστρία, μεταξύ Λιβυρνίας και Ιλλυρίας, ζούσε ένας λαός, ο οποίος κάθ' έτος, για κάποιες ημέρες, εγίνοντο λύκοι και έπειτα πάλι άνθρωποι [βλ. σχ. Σολίνο]. Αλλά και στην Νευρίδα, χώρα της Σκυθίας, οι κάτοικοί της, οι Νευροί, κάθ' έτος, για κάποιες ημέρες, εγίνοντο λύκοι και έπειτα πάλι άνθρωποι  βλ. σχ. Ηρόδοτος ..,….
  Εις την αρχαιότητα υπήρξαν λύκοι όπου συμμετείχαν εις την απόφαση ιδρύσεως πόλεων. Όπως ο βασιλέας Αθάμας της Βοιωτίας, όπου ζήτησε να μάθει πού να τοποθετήσει την νέα του πρωτεύουσα και έλαβε χρησμό από το μαντείο, εκεί που οι λύκοι θα του δώσουν να φάει.    Έπειτα οι Σαβίνοι, λαός των Απεννίνων της κεντρικής Ιταλίας, αφιέρωναν μια τάξη νέων τους στον θεό Άρη. [Ο Άρης και ο Ζευς ήτο οι κύριοι θεοί των Σαβίνων]. Ο θεός Άρης, μεταμορφωμένος σε λύκο, οδηγούσε τους νέους αυτούς εκτός της πόλεως, με σκοπό να ιδρύσουν νέες πόλεις. Αυτή ήταν η ρωμαϊκή παράδοση «της ιεράς ανοίξεως».[δηλαδή η παράδοση αυτή επέρασε και στους Ρωμαίους  αντιγραφείς των Ελλήνων]   Ο λυκοτραφείς κρητικός ήρωας Μίλητος, ο γνωστός ιδρυτής της περίφημης Μιλάτου ή Μιλήτου της Μικράς Ασίας, ήτο καρπός μιας μυστικής σχέσεως, κατά μια εκδοχή, του θεού Απόλλωνος και της νύμφης Αρέας ή Αρείας. Όταν εκείνη εκ της σχέσεως αυτής έτεκε τον Μίλητο, τον άφησε στο δάσος, όπου αρχικώς τον θήλασε μια λύκαινα. Μετά, το παιδί βρέθηκε και ανατράφηκε από κάποιους βοσκούς. Όταν μεγάλωσε ο λυκοτραφείς νέος, όμως, έγινε ένα τόσο όμορφο νέος,  που ο Μίνωας τον ζήλεψε και πίστεψε ότι θα του πάρει τον θρόνο. Ο Μίλητος ίνα μην πάθει κανένα κακό, από την μήνη του βασιλιά, αναγκάσθηκε και έφυγε από την Κρήτη, πήγε στην Μικρά Ασία, όπου και ίδρυσε μια πόλη, που έκτοτε από Λελεγίς, που λεγόταν, φέρει το όνομά του, Μίλητος.
[απόσπασμα από άρθρο του λαογράφου Γ.Λεκάκη εις την ιστοσελίδα ΧΡΟΝΟΤΟΠΙΑ http://www.xronos.gr/detail.php?ID=61260  ].
   Λύκαινα ήτο η Λητώ, που έτεκε δίδυμα, τον Απόλλωνα και την Αρτέμιδα [βλ. Αριστοτ.]. Κάποτε ένας λύκος καταβρόχθισε έναν άνθρωπο. Τότε ο λύκος, άρχισε να προφητεύει και από το στόμα του έβγαιναν χρησμοί [βλ. Φλέγων, 140 μ.Χ.]. Εξ αυτού έλεγαν πως ο λαιμός του λύκου είναι συγχρόνως Πύλη του Κάτω Κόσμου και Νεκρομαντείο. Γι' αυτό και ο λαός μας πιστεύει πως ο λύκος δεν μπορεί να στρέψει τον λαιμό του. Διότι αυτά δεν [αντι]στρέφονται.   Στην Αλεξάνδρεια, υπήρχε ένα άγαλμα του Σεράπιδος, όπου ο Χρόνος απεικονιζόταν με τρία κεφάλια: Μια λεοντοκεφαλή, μεταξύ κεφαλής σκύλου και λύκου. Δηλ. το παρών, μεταξύ μέλλοντος και παρελθόντος, αντίστοιχα [βλ. Μακρόβιου «Σατουρνάλια» εορτή του Κρόνου]. Αποκωδικοποιώντας το, ο λύκος, ως σαρκοβόρο, κατατρώγει τις σάρκες του χθες και αφήνει για το μέλλον μόνον τα κόκκαλα, που είναι οι αναμνήσεις. ΠΗΓΕΣ: Audin A. «Les Cultes solaires» [«Οι ηλιακές λατρείες»]. [απόσπασμα από άρθρο του λαογράφου Γ. Λεκάκη εις την ιστοσελίδα http://www.xronos.gr/detail.php?ID=60969  ].   Με το φαινόμενο της λυκανθρωπίας καταπιάσθηκε πρώτος επιστημονικώς ο περικλειτός ιατρός του Μάρκου Αντωνίου, Μάρκελλος ο Σιδήτης, ένας Έλληνας ιατρός από την Σίδη Παμφυλίας. Έγραψε σύγγραμμα σε στίχους με τίτλο «Ιατρικά» [αποτελούμενο από 42 βιβλία!] αλλά απ’ αυτό σώθηκε μόνο ένα κεφάλαιο, που ήταν μια μελέτη περί λυκανθρωπίας. Ο ιατρός είχε καταλήξει στο συμπέρασμα πως «οι λυκάνθρωποι ήσαν μελαγχολικοί άνθρωποι, οι οποίοι βγαίνουν τις νύκτες του Φεβρουαρίου από τα σπίτια τους και περιφέρονται στα μνήματα, μιμούμενοι λύκους ή σκύλους». [Πηγές: Γ. Λεκάκη «Σίδη» από το βιβλίο του «Η Άγνωστη Μ. Ασία», εκδ. Κάδμος. Και «Ολυμπιακοί Αγώνες», εκδ. «Ερωδιός».21/09/2010 Χρονοτόπια
  Επίσης ο Ρέμος ή Ρώμος [κατά τους Έλληνες] και Ρωμύλος δίδυμα τέκνα της ιέρειας της Εστίας Συλβίας, θυγατέρος του βασιλέως της Άλβας Νουμίτωρος και του Άρεως. Ο μύθος μας λέγει ότι ο αδερφός του ο Αμούλιος εκδίωξε τον αδερφό του από τον θρόνο και επιθυμούσε να εξαφανίσει το γένος του αδερφού του, όπου και φόνευσε τον υιό του, την δε θυγατέρα του Ρέα Συλβία την κατέστησε Εστιάδα. Παρά τούτο η ιέρεια, μιγείσα μετά του Άρεως, εγέννησε τον Ρώμο και τον Ρωμύλο. Ο Αμούλιος διέταξε τα παιδιά να πεταχθούν εις τον Τίβερη ποταμό, ο οποίος επειδή ξεχείλισε, απέθεσε το λίκνο που ήτο τοποθετημένα τα παιδία, εις τις όχθες του. Αυτά διασώθηκαν και επέζησαν τρεφόμενα από το γάλα λύκαινας, η οποία προσήρχετο καθημερινώς και τα εθήλαζε.
   Η παράδοση λέγει ότι υπήρχε κάποτε μια νεανίδα ονόματι Θεοφάνη, η οποία μεταξύ άλλων ερωτεύθηκε ο Ποσειδώνας, δια να σώσει αυτή από τους άλλους τους μνηστήρες την άρπαξε  και την μετέφερε εις την νήσο Κρομμυούσα. Μετά από λίγο κατέφθασαν οι καταδιώκοντες αυτούς μνηστήρες, και τότε ο Ποσειδώνας, δια να μην δυνηθούν να τους βρουν, μεταμόρφωσε αυτή σε αμνάδα, τον εαυτόν του εις κριό και τους λοιπούς κατοίκους της Κρομμυούσης εις πρόβατα, τους δε μνηστήρες σε λύκους. Η Θεοφάνη κατόπιν γέννησε τον χρυσόμμαλο κριό, το οποίον έδωσε η Νεφέλη εις τα τέκνα της Φρίξο και Έλλη και επί του οποίου επιβιβασθέντες έφυγαν εις την Κολχίδα.    
   Μια παράδοση μας μιλάει για την Φιλονόμη την θυγατέρα του Νυκτίμου και της Αρκαδίας, ακόλουθος της Αρτέμιδος, η οποία γέννησε από τον Άρη τους διδύμους Λύκαστο και Παρράσιο. Φοβούμενη όμως τον πατέρα της έρριψε αυτούς εις τον Ερύμανθο ποταμό εναποθέτοντας τους μέσα σε μια κοίλη δρυ. Όπου λύκαινα ερχόμενη θήλαζε αυτούς, μέχρι ότου τους  βρήκε και παρέλαβε ο ποιμένας Τήλεφος.
  Επίσης μετά τον κατακλυσμό του Δευκαλίωνος, λύκοι υπό τις οδηγίες του Απόλλωνος οδήγησαν τους διασωθέντες εις τις κλύτεις του Παρνασσού όπου ίδρυσαν την πόλη Λυκώρεια. Λύκος επίσης οδήγησε τους κατοίκους των Δελφών εις την ανεύρεση του κλαπέντος χρυσού του θεού, οδηγήσας αυτούς εις ένα φαράγγι όπου τον είχε κατασπαράξει. Δια τούτο και ο χαλκός λύκος ήτο φρουρός του ιερού θησαυρού των Δελφών, όπως μας πληροφορεί ο Παυσανίας εις το .,..,.
   Ο μύθος μας λέγει ότι η Ακακαλλίδα η θυγατέρα του Μίνωος με τον κρυφό έρωτά της με τον θεό Απόλλωνα έμεινε έγκυος, στις κρυφές συναντήσεις με τον θεό εις το σπίτι του Καρμάνορος, και φοβούμενη τον πανίσχυρο πατέρα της εξαφανίστηκε. Πήγε σε ένα δάσος κάπου εις την Κρήτη και κάτω από ένα σμίλακα γέννησε το βρέφος, όπου και το εγκατέλειψε εκεί. Αγέλη λύκων έστειλε να τον φυλάνε Ο Απόλλωνας δεν μπορούσε να μην προστατεύσει το παιδί του και μια λύκαινα τον θήλαζε και το βρέφος μεγάλωσε, όπως μας πληροφορεί ο Αντωνίνος Λιβεράλις εις το 40 : «Και αυτόν επιφοιτώντες λύκοι βουλή Απόλλωνος εφύλαττον και ώρεγον παρά μέρος γάλα…».
   Μια παραλλαγή του προαναφερθέντος μύθου λέγει ότι η Ακακαλίδα ερωμένη του Απόλλωνος και του Ερμού, γέννησε δυο παιδιά με τους θεούς αλλά φοβόταν τον πατέρα της τον Μίνωα, ο οποίος τελικά την εξόρισε εις την Λιβύη. Στο τρίτο το παιδί τον Μίλητο , εξιστορούν ότι έφυγε με το νεογνό σε ένα άλσος και το απέθεσε εκεί, ο Απόλλωνας ο πατέρας του παιδιού φώναξε τότε τις λύκαινες του δάσους για να θρέψουν το παιδί του.
   Τέλος εις μνήμη της μάχης του αποσταλέντος λύκου του Απόλλωνος με τον ταύρο εις το Άργος ανεγέρθηκε ναός εις τον Λύκειο Απόλλωνα εις το Άργος.  
  Η αρχαία γραμματεία βεβαιώνει ότι στην Ελλάδα και κυρίως στην Ήπειρο ζούσαν πολλά άγρια ζώα, όπως ελάφια, λύγκοι, αρκούδες, λεοπαρδάλεις, πάνθηρες και λιοντάρια, όπως μας πληροφορεί ο Ξενοφώντας εις το έργο του «Κυνηγετικός» εις το ..,..1 και ο Καλλίμαχος εις το έργο «Ύμνος στον Δία» εις το 6.,.. 
   Ένας μπρούτζινος λύκος υπήρχε σε ένα από τα πιο φημισμένα ιερά του Απόλλωνος, το μαντείο των Δελφών, πιθανότατα σε ανάμνηση του λύκου που σκότωσε ένα ληστή του ναού σε μικρή απόσταση από το ιερό και ύστερα οδήγησε σε αυτόν τους προσκυνητές. Στο νότιο άκρο της Ακροπόλεως υπάρχουν τα ερείπια του Λυκείου, ενός κτιρίου που χρησιμοποιούνταν ως χώρος λατρείας του θεού Απόλλωνος.    Στον ίδιο χώρο δίδαξε και ο Αριστοτέλης, την εποχή που έγραφε το «Περί ζώων ιστορίαι». Το κεφάλαιο που αφιερώνει στους λύκους συμπεριλαμβάνει τον μύθο της γεννήσεως του Απόλλωνος στη νήσο Δήλο. Σύμφωνα με το μύθο η μητέρα του Απόλλωνος, Λητώ, μεταμορφωμένη σε λύκο και συνοδευομένη από μια αγέλη λύκων, ταξιδέψε από τη γη των Υπερβορείων για να έρθει ως την Δήλο.   Σε άλλο μύθο ο Δίας μεταμορφώνει σε λύκους τον Λυκάονα, βασιλέα της Αρκαδίας και τους υιούς του μετά από ένα ανόσιο γεύμα που του προσφέρουν. Από το μύθο αυτόν, μένει στους αιώνες η ονομασία του όρους Λυκαίο στην Αρκαδία. Ο Σωκράτης στην «Πολιτεία» του Πλάτωνος χρησιμοποιεί το μύθο του Λυκάονος για να αποτρέψει πολιτική συμπεριφορά που οδηγεί στην τυραννία.   Λύκος ονομάζεται και ο βασιλέας που υποδέχθηκε φιλόξενα τους Αργοναύτες, στον βασιλέα Λύκο αναφέρει στα έργα του «Ηρακλής» και «Αντιόπη», ο Ευριπίδης.  
   Μια νεοελληνική παράδοση από την Κορινθία μας λέει : Κάποτε ένας βουκόλος έχασε μια αγελάδα και βγήκε να την αναζητήσει. Στο δρόμο τον πλάκωσε η νύχτα και βρέθηκε σε ένα άγριο δάσος. Άκουσε από μακριά ουρλιάσματα λύκων, φοβήθηκε και ανέβηκε πάνω σε ένα δένδρο που ήταν κοντά σε ένα ξωκλήσι του Αϊ Βλάση. Εκεί που ήταν στο δένδρο ακούει μια φωνή να φωνάζει τους λύκους, όπως φωνάζει ένας τσομπάνης τα σκυλιά του, και σε λίγο μαζευτήκαν οι λύκοι. Άκουσε και την φωνή να τους διατάζει : «Εσύ να πας στο Αγινόρι να φας το άλογο του Παύλου. Εσύ στο Στεφάνι να φας το πρόβατο του Πέτρου. Εσύ στην Κλένια να φας το βόδι του Βασίλη». Και άλλα τέτοια, και καθένας από τους  λύκους, μόλις τον άκουγε έφευγε σαν αστραπή.
  Στο τέλος έφθασε εκεί και ένας κουτσός λύκος, και ζήτησε και αυτός να τον διατάξει να πάει κάπου. Τότε η φωνή του είπε : «Που ήσουνα όταν διέταζα τους άλλους ; τώρα δόθηκαν όλα τα προστάγματα – είμαι κουτσός λέει ο λύκος, και δεν μπόρεσα νάρθω με τους άλλους – αϊ θα σου δώσω και σένα πρόσταγμα, είπε η φωνή. Εσύ να φας αυτόν που είναι κρυμμένος στο δένδρο».
   Ο κακομοίρης ο βουκόλος όταν άκουσε τέτοια παραγγελία τα έχασε από το φόβο του. Κάθισε εκεί ζαρωμένος στο δένδρο  και ο λύκος από κάτω και τον περίμενε να κατέβει να τον φάει. Έτσι ως το πρωί όπου είδε μερικούς διαβάτες, έβαλε μια δυνατή φωνή, και αυτοί και τα σκυλιά τους έτρεξαν και έδιωξαν τον λύκο και τον γλύτωσαν. Ξεκίνησε τότε λοιπόν να πάει στο σπίτι του κατατρομαγμένος για όσα άκουσε, και στο δρόμο ρωτούσε πότε τον ένα πότε τον άλλο, τι γίνεται ο δείνα στο Αγινόρι:, τι κάνει ο δείνα στο Στεφάνι ; πως περνάει ο τάδε στην Κλένια ;
  Ο λύκος είναι ένα από τα ζώα που στην πατρίδα μας τείνει προς εξαφάνιση.  Αν πεθάνει ο λύκος,  ή η λύκαινα,  δεν ζευγαρώνουν με άλλο ταίρι μέχρι να πεθάνουν, είναι ζώο μονογαμικό. Το θηλυκό γεννά ένα και πολύ σπάνια πάνω από ένα. Στην πατρίδα μας φιλότιμη προσπάθεια για όλη την άγρια πανίδα μας κάνει ο «Αρκτούρος», η «Καλλιστώ» και άλλες μη κυβερνητικές οργανώσεις. Είναι γνωστό ότι όταν ο λύκος  επιτεθεί  σε κοπάδι από πρόβατα,  πάντα «χτυπά» τα άρρωστα και σχεδόν ποτέ τα υγιή, μόνο σε σπάνιες περιπτώσεις μακρών περιόδων χιονοπτώσεων κτυπά τα αδύναμα.
  Η θρησκεία, εμφανίζει συχνά τον λύκο σε αρκετά εδάφια της Παλαιάς και Καινής Διαθήκης, σε εικόνες, αγιογραφίες. Μπορώ να σας αναφέρω πολλά σημεία ιδιαίτερα των γραφών. Δηλαδή: στην Παλαιά Διαθήκη, στη «Γένεσις» [49,27] λέει «Βενιαμίν λύκος άρπαξ το πρωινόν έδεται έτι και εις το εσπέρας διδώσι τροφήν», ο Ιερεμίας [5,6] αναφέρει «λύκος έως των οικιών ωλόθρευσεν αυτούς» και ο Ιεζεκήλ «οι άρχοντες αυτής εν μέσω αυτής ως λύκοι αρπάζοντες αρπάγματα του εκχέαι αίμα, όπως πλεονεξία πλεονεκτώσι». Στην Καινή Διαθήκη τώρα, στο Κατά Ματθαίου ευαγγέλιο [10,16] γράφει «Ιδού εγώ αποστέλλω υμάς ως πρόβατα εν μέσω λύκων» και στο Κατά Ιωάννην «Και ο λύκος αρπάζει και σκορπίζει τα πρόβατα».
  Στη χριστιανική ορθόδοξη θρησκεία, εδώ και πολλά χρόνια ο λύκος αντιμετωπίζεται από τους ανθρώπους και μαζί από το θρησκευτικό δόγμα ως μορφή κακού. Συμβολίζει ένα φάσμα αρνητικών καταστάσεων, διάφορες και διαφορετικές μορφές του σατανά, για παράδειγμα ο λύκος μπορεί να συμβολίζει τον ίδιο τον διάβολο, κάποιο σατανικό πνεύμα, τη δολοφονική τάση, την καταστροφή, κάποιο δυσάρεστο οιωνό, τη λαιμαργία και γενικά φοβικές καταστάσεις, αμαρτήματα και την κακή πνευματικότητα. Μέχρι και σήμερα λέμε «πεινάω σα λύκος», πράγμα το οποίο προέρχεται από παλιά γεγονότα, όταν οι λύκοι, ακολουθώντας, βέβαια, τη φυσική τους επιταγή και ορμή, έκαναν επίθεση σε κοπάδια και έτρωγαν τα ζώα των βοσκών. Τότε, βέβαια, οι άνθρωποι βιάστηκαν να κακοχαρακτηρίσουν τον λύκο, δίχως να αναλογιστούν τη φύση του, η οποία φυσικά τον δικαιολογεί για τις πράξεις του
  Η Εκκλησία κήρυττε ενάντια στον λύκο. Όμως κυρίως έμμεσα, μέσα από τις παραβολές, τις παρομοιώσεις των γραφών της, όπου ο λύκος, όπως είπαμε, συμβολίζει το κακό, τον διάβολο κτλ. Βέβαια, στις γραφές ο λύκος παρουσιάζεται και ως αμαρτωλός, όπως εις την Σοφία Σειράχ εις τους στίχους ..,.. : «τι κοινωνήσει λύκος αμνω. Ούτως αμαρτωλός προς ευσεβή», δηλαδή, «σχέση μεταξύ λύκου και αμνού». Τέτοια όπως και μεταξύ και ευσεβούς με τους αιρετικούς, όπως φαίνεται μέσα εις τις «Πράξεις Αποστόλων» εις τους στίχους ..,.. : «εγώ γαρ οίδα τούτο, ότι εισελεύσονται μετά την άφιξιν μου λύκοι βαρείς εις υμάς μη φειδόμενοι του ποιμνίου», δηλαδή, «εγώ γνωρίζω αυτό∙ ότι μετά την έλευσή μου αυτή και την αναχώρηση θα εισέλθουν μεταξύ σας ψευδοδιδάσκαλοι και αιρετικοί, σαν άγριοι λύκοι, οι οποίοι δεν θα λογαριάζουν καθόλου τα λογικά πρόβατα του Χριστού, αλλά θα προσπαθούν να τα παρασύρουν στις πλάνες τους και να κατασπαράξουν ψυχικώς»]. Η επίθεση αυτή κατά του λύκου πραγματοποιούνταν και μέσα από τις παραδοσιακές λαϊκές δοξασίες και ιστορίες, με τις οποίες συμπορεύεται συνήθως και η Εκκλησία.
  Αλλά εδώ θα δούμε ότι εις τα αρχαία χρόνια ο λύκος λογιζόταν καταστροφεύς, όταν συνδεόταν με τον θεό Άρη. Αλλά είχε και ηλιακό ρόλο, όταν συνδεόταν με τον Απόλλωνα. Πράγματι, εκτός από τον κύκνο, τον αλεκτρύωνα, τον ιέρακα, και τον γύπα, και ο λύκος ήταν ιερό ζώο του θεού του φωτός. Το ιερό άλσος του Απόλλωνος εν Αθήναις βρισκόταν στις όχθες του Ιλισσού, όπου και ο ναός του Λυκείου Απόλλωνος, και εκαλείτο Λυκαίο και εθεωρείτο βασίλειο των λύκων. Σ' αυτό το άλσος παρέδιδε ο Αριστοτέλης τα μαθήματά του και έτσι εξ αυτού εξήχθη η λέξη Λύκειο. Γι' αυτό οι Περιπατητικοί εκαλούντο και Λύκειοι. Μάλιστα στην Σικυώνα ο Απόλλων εκαλείτο Λύκειος Λυκαίος επειδή απάλλαξε την χώρα από τους λύκους. Με το ίδιο επίθετο ο Απόλλων λατρευόταν και στο Άργος [Λύκειος λεγόταν και η Αγορά του Άργους], τα Μέγαρα, την Λακωνία, την Επίδαυρο, την Λέρνη, την Επίδαυρο Λιμηρά, σε πολλά μέρη της Στερεάς, σε πολλά νησιά, στην Θεσσαλία. Στην τελευταία υπήρχε Γυμνάσιο και δημοσία παλαίστρα με το όνομα Λύκειο, πλάι στον ναό του Λυκείου Απόλλωνος. Στους βωμούς αυτών των ναών εθύοντο λύκοι.   Αλλά και στην Τροιζήνα λάτρευαν την Λυκεία Αρτέμιδα. Σχετικός ναός της υπήρχε παρά το θέατρο της της θεάς. Τον ίδρυσε ο Ιππόλυτος [ο υιός του Θησέως]. Ονομάσθηκε έτσι επειδή απελευθέρωσε την Τροιζήνα από τους λύκους που την λυμαίνονταν ή από των Αμαζόνων [«παρ' ων τα προς μητρός ην»  βλ. σχ. Παυσ.]. Ναός της Λυκοάτιδος Αρτέμιδος υπήρχε και στην Λυκόα, στους πρόποδες του Μαινάλου. [28/09/2010 Χρονοτόπια http://www.xronos.gr/detail.php?ID=60116   απόσπασμα από άρθρο του Γεωργίου Λεκάκη λαογράφου].
  Γενική ονομασία ωρισμένων σαρκοφάγων θηλαστικών του γένους των σκύλων. Των οποίων το κυριότερο είναι ο κύων ο λύκος, γνωστός ως λύκος ο κοινός ή ο ευρωπαϊκός. Ο λύκος ομοιάζει προς τον σκύλο, με τον οποίο διαφέρει διότι έχει μεγαλύτερο ανάστημα, ισχνότερα πλευρά, περισσότερο συνεσταλμένη κοιλιά, μεγαλύτερη δύναμη και οδοντοστοιχία περισσότερο προσαρμοσμένη με την σαρκοφαγία. Η κεφαλή του λύκου είναι ογκώδης και συνδέεται με τον κορμό δια χονδρού τραχήλου, καταλήγει δε σε ισχυρό ρύγχος με ισχυρές επίσης σιαγόνες. Το μήκος η πυκνότητα και το χρώμα του τριχώματός του, ποικίλλει αναλόγως της περιοχής όπου ζει.
  Το μήκος του σώματός του φθάνει εις τον ενήλικα το 1,60 μαζί με την ουρά του που είναι περίπου 0,45 εκατοστά. Το ύψος του μετρώμενο από το ακρώμιό του  φθάνει εις το αρσενικό τα 0,80 εκατοστά. Ο λύκος πίνει νερό ρουφώντας το, ενώ ο σκύλος το πίνει με το άκρο της γλώσσας του.
  Ο λύκος φτάνει σε αναπαραγωγική ηλικία μετά τους 22 μήνες. Η λύκαινα γεννά μία φορά το χρόνο, την άνοιξη, μετά από κύηση 63 συνήθως ημερών, κατά μέσο όρο 3 έως 7 μικρά τυφλά και κουφά στην αρχή, που τα φροντίζει η ίδια, αλλά και τα υπόλοιπα ενήλικα της αγέλης. Μέχρι τους 22 μήνες παραμένουν στην αγέλη, μετά όμως είναι σωματικά και αναπαραγωγικά έτοιμα να δημιουργήσουν τη δική τους ομάδα. [http://arcturos.wordpress.com/2009/04/22/o%CE%BB%CF%8D%CE%BA%CE%BF%CF%82%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%B8%CF%81%CE%B7%CF%83%CE%BA%CE%B5%CE%AF%CE%../  
  Διαθέτει καλή νυκτερινή όραση αλλά και όσφρηση. Η ακοή του είναι ισχυρότατη: αντιλαμβάνεται ήχους από 250 Hz έως 30.000 Hz. Επικοινωνεί με την αγέλη με ποικιλία ήχων αλλά και με εκφράσεις του προσώπου και συγκεκριμένες στάσεις του σώματος. Η θέση της ουράς δείχνει τις διαθέσεις του λύκου [όπως ακριβώς και του σκύλου]
  Εις την πατρίδα μας αν και το κυνήγι του λύκου απαγορεύεται ήδη σε όλη τη χώρα από το 1991 και το είδος θεωρείται αυστηρά προστατευόμενο στη Στερεά Ελλάδα σύμφωνα με ευρωπαϊκή οδηγία, ο αριθμός των ζώων που θανατώνονται από ανθρώπους κάθε χρόνο παραμένει σε υψηλά επίπεδα.   Σύμφωνα με τα στοιχεία της «Καλλιστούς»[μη κυβερνητική οργάνωση], εκτιμάται ότι τουλάχιστον ο ένας στους τέσσερις λύκους που πεθαίνουν κάθε χρόνο, πεθαίνει από άνθρωπο. Και μολονότι ο λύκος είναι πιο «ανθεκτικό» είδος σε σχέση με άλλα προστατευόμενα, ο πληθυσμός του μπορεί να κινδυνεύσει εφόσον η λαθροθηρία συνδυαστεί με άλλους παράγοντες, όπως είναι η μείωση της διαθεσιμότητας τροφής και ο κατακερματισμός των βιοτόπων του.   Η περαιτέρω βελτίωση του συστήματος αποζημιώσεων και η ενίσχυση των κτηνοτρόφων για την εφαρμογή προληπτικών μέτρων, όπως η χρήση κατάλληλων ποιμενικών σκύλων, η αποτελεσματικότερη φύλαξη ή η τοποθέτηση ηλεκτροφόρων περιφράξεων αποτελούν, σύμφωνα με την «Καλλιστώ», [http://www.callisto.gr/callisto.php] προϋποθέσεις ομαλής συνύπαρξης των ανθρώπων με τα άγρια ζώα.   Και βέβαια, όπως αναφέρουν τα μέλη της, η διατήρηση του είδους δεν μπορεί να αποτελεί ευθύνη μόνο των κτηνοτρόφων, αλλά προϋποθέτει τη συμμετοχή και βοήθεια της Πολιτείας [http://www.biodiversity.gr/newsdetails.php?recordID=.. εφημερίδα ΝΕΑ 22 Οκτωβρίου 2009].
 Υπάρχει και σχετική νομοθετική προστασία, όπως αναφέρεται από την μη κυβερνητική οργάνωση ιστοσελίδα Καλλιστώ, η οποία αναφέρει τα εξής :
α] στα αυστηρά προστατευόμενα είδη στο ANNEX II της σύμβασης της Βέρνης, που έχει υπογραφεί το 1979 από όλες τις χώρες της Ε.Ε. και
β] στην οδηγία 92/43/Ε.Ε., όπου χαρακτηρίζεται ως πρωτεύον για προστασία είδος κάτω από τον 39ο παράλληλο.
Σε εθνικό επίπεδο τα νομοθετικά μέτρα προστασίας που έχουν θεσπισθεί περιλαμβάνουν:
α] την κατάργηση αμοιβής για το φόνο λύκου [1980]
β] την εξαίρεσή του από τη λίστα των «επιβλαβών» [1991]
γ] την απαγόρευση χρήσης δηλητηριασμένων δολωμάτων [1980]
δ] την απαγόρευση της κατοχής λύκων από ιδιώτες [1969]
Επιπλέον, ο λύκος περιλαμβάνεται επίσης και στο «Κόκκινο βιβλίο» για τα απειλούμενα είδη της Ελλάδος.
Μη κυβερνητικές οργανώσεις στη χώρα μας που δραστηριοποιούνται στην προστασία του λύκου είναι ο Αρκτούρος και η Καλλιστώ.
  Η πραγματικότητα όμως μάλλον είναι διαφορετική όσο αφορά τις ζημιές που κάμει ο λύκος εις την κτηνοτροφία που όπως θα δούμε από τα γεγονότα μάλλον είναι υπερβολική η θέση των οικολόγων.
  Σήμερα, πρόβλημα με τους λύκους αντιμετωπίζει όλη η Ήπειρος, αλλά ιδιαίτερα η Θεσπρωτία, όπου κατασπαράζουν κοπάδια ολάκερα. Εκατοντάδες αιγοπρόβατα, αλλά και βοοειδή, έχουν κατασπαραχθεί εκεί, από αγέλες λύκων, μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα. Οι λύκοι έχουν. αποθρασυνθεί, λένε οι κτηνοτρόφοι της περιοχής, και επιτίθενται σε κοπάδια ακόμη κι όταν αυτά είναι μέσα σε σταύλους, ακόμηακόμη κι όταν υπάρχουν άνθρωποι εκεί.   Οι κτηνοτρόφοι της Θεσπρωτίας είναι  και γι' αυτό  σε απόγνωση. Υπολογίζουν πως το 3% του ζωικού κεφαλαίου των Θεσπρωτών κτηνοτρόφων έχει κατασπαραχθεί από λύκους! Παρόμοιο πρόβλημα αντιμετωπίζουν και οι κτηνοτρόφοι της όμορης Β. Ηπείρου.   Οι κτηνοτρόφοι της περιοχής θεωρούν ως ηθικούς αυτουργούς κάποιες οικολογικές οργανώσεις, που απελευθερώνουν λύκους στα βουνά της Ηπείρου.   Το  ήδη πενιχρό  οικογενειακό εισόδημα των λιγοστών πια κτηνοτρόφων της Ηπείρου εξανεμίζεται και η  ήδη ερημωθείσα  ελληνική ύπαιθρος θα ερημωθεί κι άλλο, εάν συνεχισθεί αυτή η κατάσταση και δεν μπει φραγμός και ευδιάκριτο όριο, μεταξύ οικολογίας και επιβίωσης. [http://www.xronos.gr/detail.php?ID=63442 άρθρο του λαογράφου Γεωργίου Λεκάκη εις την ηλεκτρονική εφημερίδα ΧΡΟΝΟΤΟΠΙΑ].
  Η λαϊκή παράδοση λέγει ότι η λυκοπροβιά που είναι το τομάρι του λύκου, από τον λαό μας, πιστεύεται, πως έχει μαγικές ιδιότητες, πως μεταγγίζει την δύναμη του σκοτωμένου λύκου στον φέροντα αυτήν ή σ’ αυτόν που την φορά… διότι Λυκοπροβιά φορούσε ο Εύθυμος, νικήσας τρις στους Ολυμπιακούς Αγώνες [στην 74η, 76η και 77η Ολυμπιάδα], ο οποίος ανάγκασε τους Έλληνες να στήσουν τον ανδριάντα του στον τόπο της νίκης του, έργο του διάσημου γλύπτη Πυθαγόρα του Σάμιου! Εικονιζόταν «χρόαν τε δεινώς μέλας και το είδος άπαν ες τα μάλιστα φοβερός, λύκου δεν αμπίσχετο δέρμα εσθήτα».   Στα παλαιότερα χρόνια, στα χωριά του Ραδοβυζίου Άρτης όποιος σκότωνε λύκο, περιέφερε το λυκοτόμαρο από καφενείο σε καφενείο και εισέπραττε αμοιβή…
[05/10/2010 Χρονοτόπια  http://www.xronos.gr/detail.php?ID=60405  απόσπασμα από άρθρο του Γεωργίου Λεκάκη λαογράφου].
  Η λαϊκή παράδοση λέγει ότι αν δει κάποιος λύκο πριν αυτός τον δει πιστεύεται ότι δια το ομόηχο προς την λέξη λυγξ και σε συνδυασμό προς τις άλλες δοξασίες που προλαμβάνει ο άνθρωπος το ζώο, αυτός θα καταστεί βραχνός. Ο λαός μας από τομάρι λύκου έκανε το ιαματικό λαϊκό δρώμενο της λυκοχαβιάς [= χαλινάρι σε λαιμό λύκου]. Από το στόμα του λυκοτόμαρου ή από ένα στεφάνι με δέρμα λύκου, πέρναγαν το άρρωστο παιδί, προς αποτροπήν κακού, για να μεταδοθεί η ισχύς του ζώου στον ασθενή: «Πολλά και δεν της έζησε, τόσα παιδιά, κανένα». «Του κάκου πήε σε γιάτρισσες και σε γιατρούς κοιτάχτη». «Λυκοχαβιές και χαϊμαλιά, δαιμονικό συντέλειο».
[Γ. Αθάνας 14/09/2010 Χρονοτόπια http://www.xronos.gr/detail.php?ID=59562  απόσπασμα από άρθρο του Γεωργίου Λεκάκη λαογράφου].
  Η δε λαϊκή μετεωρολογία μας λέγει ότι : όταν οι λύκοι ουρλιάζουν, έρχεται κακοκαιρία. Όταν το ουρλιαχτό του λύκου είναι μακρόσυρτο έρχεται καταγίδα, σε 3 ημέρες, ενώ την ίδια ή την επομένη έρχεται αέρας ή βροχή. Άμα ο λύκος πλησιάζει εις τα σπίτια, τότε μετά από 3 ημέρες έρχεται καταγίδα πάλι, ενώ την ίδια ή την επομένη έρχεται αέρας ή βροχή.  Ο λαός έχει τον τρόπο του να δηλώνει τις περιοχές που έχουν παρουσία λύκων, με το να δίνει ονομασίες χωριών, όπως : το Λυκοτρίχι και το Λυκοστάνη Δωδώνης, το Λυκόστομο Καβάλας, ο Λύκος Φιλιατών, οι Λύκοι Έδεσσας, το Λυκοδρόμι Ξάνθης, η Λυκόβρυση Αττικής, η Λυκοποριά Κορινθίας, η Λυκότραφος Μεσσηνίας, η Λύκισσα Πυλίας, η Λυκόσουρα Μεγαλόπολης και το Λυκοτρύπι Ναυπλίας.
  Εκτός από τον γνωστό μας πια λύκο, τα χαρακτηριστικά του είδε ο άνθρωπος και σε ζώα των ποταμών και των ουρανών. Έτσι ονόμασε «λύκο των ποταμών» την ενυδρίδα, ενώ «λύκο του αέρος» την καλιακούδα [βλ. σχ. Αριστοτέλης] και λυκόρνιο τον μοναχό γύπα. Λύκο επίσης ονόμασε και το μανταλόθυρο, τον «κόκκορα» του όπλου, κάθε τι που έχει σχήμα αγγίστρου, κ.ά.    Αυτά είναι «λύκου πτερά», έλεγαν οι αρχαίοι και εννοούσαν πως είναι πράγματα που δεν γίνονται! Οι αρχαίοι είχαν κι άλλες παροιμιώδεις φράσεις, σχετικές με τον λύκο: «Λύκος χανών» έλεγαν επί κάθε ματαίας προσδοκίας. «Λύκον ορώ» έλεγαν και εννοούσαν «μένω βουβός». «Λύκου βίον ζην» έλεγαν για όποιον ζούσε από την αρπαγή και την κλοπή. «Πρόβατα λελυκωμένα» έλεγαν τα πρόβατα τα πνιγμένα υπό λύκου. Ενώ και σήμερα εξακολουθούμε να λέμε για κάποιον που στάθηκε τυχερός «γλύτωσε απ' του λύκου το στόμα», θεωρώντας πως κάτι τέτοιο είναι σχεδόν αδύνατον. Λέμε «τρώει σαν λύκος» για τον αδηφάγο. Ενώ αστειευόμενοι λέμε «μπα, που να σε φάει ο λύκος», ξορκίζοντας το κακό, αφού εκ της ιδιότητος του λύκου φτιάξαμε και ρήμα, το λυκώ, που θα πει κατασπαράσσω ως ο λύκος.   Στην Μακεδονία, τον μοναχό τον άνθρωπο, που δεν κάνει εύκολα παρέες, τον λένε «μονόλυκο».   Η ομηρική λέξη που αναφέρεται στην «Οδύσσεια», ο «λυκάβας» σημαίνει το ξεκίνημα της νέας σελήνης [και όχι την τροχιά του Ηλίου, τον ενιαυτό]. Η επίσης ομηρική λέξη «αμφιλύκη νυξ», δηλαδή η νύχτα ανάμεσα στο λυκαυγές και το λυκόφως, περιγράφει άριστα τα πλάτη του Αιγαίου, όσο και να θέλουν κάποιοι Σκανδιναβοί μελετητές να λένε πως περιγράφει την νύχτα της Βόρειας Θάλασσας, όπου κατά κάποιους εξ αυτών, εκεί περιπλανήθηκε ο Οδυσσέας [γι' αυτό και ονομάσθηκε Odensee, δηλ. Θάλασσα του Οδυσσέως] και σ' αυτήν την θάλασσα αναφέρεται ο Όμηρος, λένε, όταν περιγράφει τις περιπέτειες του βασιλιά της Ιθάκης, στην «Οδύσσεια»[http://www.xronos.gr/detail.php?ID=63.38   άρθρο του Γεωργίου Λεκάκη λαογράφου].
  Τα ξενόφερτα παραμύθια που διέδιδαν ελαφρά τη καρδία οι γιαγιάδες στα παιδιά  και στα Ελληνόπουλα  χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του [κακού] λύκου και της συμπαθεστάτης ηρωίδος Κοκκινοσκουφίτσας, με την οποία ταυτιζόταν κάθε παιδίακροατής.   Ο λύκος αυτόματα γινόταν σύμβολο του κακού, του κλέφτου, του πανούργου και του δόλιου. Μεταμορφώνεται σε γυναίκα για να πετύχει τον σκοπό του, ο οποίος είναι να κλέψει την πίττα και το βούτυρο της Κοκκινοσκουφίτσας [εδέσματα που θεωρούνταν η «αμβροσία» των γερμανικών θεών].
   Η κοπέλλα είναι συμβολικώς ενδεδυμένη στα κόκκινα, άρα στην εφηβεία, άρα στον κύκλο της εμμήνου ρύσεως, άρα στην περίοδο εισόδου της στην σεξουαλική ζωή. Ο λύκος που της παρουσιάζεται έχει και την έννοια του καιροφυλακτούντος αρσενικού, που θέλει να κλέψει και την παρθενία της. Αυτή είναι η χριστιανική παρείσφρυση μέσα στον παιδικό κόσμο, όσον αφορά την σεξουαλική πράξη. Το κορίτσι διδάσκεται ότι ο έρωτας είναι κάτι κακό και ολέθριο. Εξ ου και η φράση «είδε τον λύκο», που λέγεται για μια κοπέλλα, όταν αποκτά ερωτική επαφή με άνδρα! Στην συνέχεια του «παραμυθιού για παιδιά» ο λύκος ζητά να κορέσει και τα καννιβαλιστικά του ένστικτα, αφού καταβροχθίζει την γιαγιά της! Η πράξη αυτή του λύκου παραπέμπει και στην λυκανθρωπία, αφού ο «κακός» φυλάει σ' ένα βάζο λίγα κομματάκια κρέατος με αίμα, για να ποτίσει μετά την μικρή!.. Σώζονται δηλαδή στο παραμύθι στοιχεία λυκανθρωπίας και μυητικών δοκιμασιών, αναμνήσεις μακρινών, ίσως πρωτόγονων εποχών [http://www.xronos.gr/detail.php?ID=62…   άρθρο του λαογράφου Γεωργίου Λεκάκη εις την ηλεκτρονική εφημερίδα ΧΡΟΝΟΤΟΠΙΑ  ΠΗΓΕΣ: Dumezil G. «Les Dieux des Germains» [«Οι θεοί των Γερμανών»]. Φρομ Ε. «Η ξεχασμένη διάλεκτος», 1958.]
  Οι Πόντιοι έχουν πολλές παροιμίες όπου χρησιμοποιούν τον λύκο, όπως κι οι υπόλοιποι Έλληνες, μερικές από αυτές είναι οι ακόλουθες :
  Οι Πόντιοι λένε «αιματώθεν άμον τον λύκον» [και εννοούν «κάτι έκλεψε»]. «Εγώ φαΐζω τον σκύλον κι εκείνος πάει με τον λύκον» [δηλ. «εγώ ταΐζω τον σκύλο κι αυτός συνεργάζεται με τον λύκο»]. «Είπαν τον λύκον θα εφτάμε σε τσοπάνον κι εκείνος χογκόρ χογκόρ έκλαιεν. Γιάτι κλαις; Ερώτεσαν ατόν. Και γιαμ εν ψέμαν» [δηλ. «είπαν του λύκου θα σε κάνουμε τσοπάνο και εκείνος άρχισε να κλαίει γοερώς. Γιατί κλαις; Tου είπαν. Κι απάντησε: «Κλαίω μήπως είναι ψέμα»]. «Έχω σκύλον και συρ με τον λύκον» [δηλ. «έχω σκύλο και συμμερίζεται τον λύκο»]. «Ο λύκον ερούξεν σο κοπάδ, ναοιλοί που εχ' το μοναχόν» ή «λύκος έρθεν σα πρόβατα, αϊλί που εχ' το έναν» [δηλ. «ο λύκος επιτέθηκε στο κοπάδι, αλίμονο σ' όποιον έχει ένα μοναχό ζώο»  παροιμία που είδαμε να λένε και στην λοιπή Ελλάδα]. Παρόμοιο και το «Ο λύκον εσέβεν σο μαντρίν, ναοιλοί το μοναχόν» [δηλ. Ο λύκος μπήκε στο μαντρί, αλλοίμονο στο μοναχικό»]. «Ο λύκον κι πιστεύ να γίνεται τσοπάνος» [το λένε για όποιον είναι δύσπιστος, δεν πιστεύει πως μπορεί να γίνει κάτι]. «Ο λύκον με το μένυγμαν κουζούμ κι τρώει» [δηλ. «ο λύκος με το μήνυμα φαγητό δεν τρώει»]. «Ο λύκον να εμέτρανεν τα πόδας ατ, ασόν τόπον ατ κι θα εσείουτον» [δηλ. «ο λύκος αν μετρούσε τα βήματά του, δεν θα κουνιόταν από την θέση του»]. «Ο λύκον πρόγατον κι ίνεται» [δηλ. «ο λύκος πρόβατο δεν γίνεται»]. «Ο λύκον σον αλεπόν παστουρμάν κι αφήν» [δηλ. «ο λύκος δεν αφήνει παστουρμά στην αλεπού»]. «Ο λύκον το μαλλίν ατ αλλάζ, το χούην ατ κι αλλάζ» [δηλ. «ο λύκος αλλάζει το μαλλί του, το χούι του όμως δεν αλλάζει», παροιμία που είδαμε να λένε και αλλαχού στην άλλη Ελλάδα]. «Ο λύκον τριυλίζ το μαντρίν» [δηλ. «ο λύκος περιτρέχει το μαντρί»]. «Σα σείλια πρόγατον και σην καρδίαν λύκος» [δηλ. «στα χείλη πρόβατο και στην καρδιά λύκος», λένε για διπρόσωπους ανθρώπους]. «Τον λύκον είπαν ατόν, η γούλα σ' γιάτι εν πασύν, με τα σέρια μ' τερώ την δουλεία μ' είπεν» [δηλ. «είπαν του λύκου, γιατί είναι παχύς ο λαιμός σου, κι απάντησε: Με τα χέρια μου κάνω την δουλειά μου»]. «Ο σκύλον που κι εξέρ' να υλάζ' φερ' τον λύκον σα πρόβατα» [δηλ. «ο σκύλος που δεν ξέρει να γαυγίζει φέρνει τον λύκο στα πρόβατα»]. «Τον λύκον ετραβαγγέλιζαν κι ατός ερώτανεν: Τη ποπά τα γίδια μερ είναι;» [δηλ. «στον λύκο διάβαζαν τα ευαγγέλια για συγχώρεση κι αυτός ρωτούσε, του παππά τα κατσίκια πού είναι;»  το λένε για να υπονοήσουν πως κάποια πράγματα δεν αλλάζουν, ούτε με την θεία επέμβαση]. Λέγεται και «λύκον ετραβαγγέλιζαν και ατός τ' αρνία ετέρνειν», «του λύκου διάβαζαν το ευαγγέλιο κι αυτός κοιτούσε τ' αρνιά».
Η παροιμιώδης φράση, που λέει όλος ο ελληνικός λαός σε κάθε άστοχη επιλογή φύλακα ή προστάτη «βάλαμε τον λύκο να φυλάει τα πρόβατα» είναι αρχαιοτάτη! Οι αρχαίοι Έλληνες έλεγαν: «λύκος ποιμήν: επί των μετά σχήματος φιλικού επιβουλευόντων τισί». Έτσι  και δια μέσου του λύκου  αποδεικνύεται για άλλη μια φορά η διαχρονικότητα της γλώσσης, της φυλής.  Επίσης και οι υπόλοιποι Έλληνες σε άλλες περιοχές λένε : «Αν πέσει ο λύκος στο μαντρί, αλί τον που 'χει το 'να». Λένε επίσης «απ' τα μετρημένα τρώει ο λύκος». «Ο λύκος πιστικός δεν γίνεται, κι ο σκύλος τυροκόμος». «Ο λύκος τρώει τα πρόβατα». «Κακό μαντρί γεμάτο λύκους». «Λύκος λύκον δεν τρώγει». «Περισσέυει απ' τον λύκο, να φάει και τ' αρνάκι;».   Στην Θεσπρωτία λένε: «Ο λύκος στην αντάρα χαίρεται», «ο λύκος την τρίχα αλλάζει, την γνώμη δεν την αλλάζει», «το πρόβατο που ξεκόβεται απ' το κοπάδι το τρώει ο λύκος». Λένε επίσης «Συνεταιρικό το βόι, ο λύκος το τρώει». Στην Αιτωλοακαρνανία την ίδια θέση έχουν για τις αντάμικες δουλειές: Λένε «τ' ανταμικό το γαϊδούρι το τρώει ο λύκος», δηλ. «μην περιμένεις καλό από τις συνεταιριστικές δουλειές [αυτές που γίνονται αντάμα]». Αλλαχού το λεν κι αλλιώς: «Τ' ανταμκό και το έρμο το τρώει ο λύκος». Και στην Λακωνία λένε «μαζικό γαϊδούρι ο λύκος το τρώει».   Στην Λακωνία λένε επίσης «Βάραε ο λύκος στο μαντρί, βάραγα 'γώ τα ντούμπανα!»  γι' αυτούς που διασκέδαζαν εν όσω ο εχθρός ήταν προ των πυλών. Οι Λάκωνες λένε και «έρημα μαντριά γιομάτα λύκους!». Λένε επίσης: «έτσι τα φέρνουν οι καιροί κι οι ζβουρλισμένοι χρόνοι, να παίζει ο λύκος με τ' αρνί κι ο μπούφος με τ' αηδόνι. Και τέλος, εν είδει διδακτικού παροιμιώδους τετράστιχου, ο ελληνικός λαός διδάσκει πως: Ο λύκος κι αν εγέρασε κι άλλαξε το μαλλί του, μήτε την γνώμη τ' άλλαξε, μήτε την κεφαλή του [ απόσπασμα από άρθρο του λαογράφου Γεωργίου Λεκάκη εις την ηλεκτρονική εφημερίδα ΧΡΟΝΟΤΟΠΙΑ  http://www.xronos.gr/detail.php?ID=62297 ].
  Εδώ θα πρέπει να μην ξεχνάμε ότι ο λύκος όταν του «φύγει» η θηλυκιά δεν την αφήνει να φύγει ζωντανή, διότι άμα πεθάνει δεν πάει με άλλη θηλυκιά, μονογαμικός και από την στιγμή που γεννά η θηλυκιά το πολύ δυο ο πληθυσμός αυξάνεται δύσκολα. Η θηλυκιά σπάνια «φεύγει» διότι γνωρίζει πια είναι η μοίρα της. Ο αρσενικός από την μπέσα του, μπορεί και να χάσει την ζωή του. Αυτά τα τελευταία είναι από έναν πανεπιστήμονα βοσκό από την ορεινή Κορινθία τον κυρ-Βασίλη.  Να είναι καλά όπου και νάναι.
Η βιβλιογραφία αποκρύπτεται μέχρι κυκλοφορίας του βιβλίου, επειδή αναπαράχθηκαν άρθρα του συγγραφέως άνευ αναφοράς του ονόματός του, της ιστοσελίδος αλλά και του βιβλίου μέρος α που αναφέρεται κάτωθι.630
Απόσπασμα από το βιβλίο του συγγραφέως Ομήρου Ερμείδη με τον τίτλο «Αναμνήσεις από το μέλλον του χθες» υπότιτλο «Ηρωολόγιον Αγιολόγιον», μέρος β,  [μέρος α, 1998 εκδόσεις Γεωργιάδης] υπό έκδοσιν
http://pirforosellin.blogspot.gr/ - Επιτρέπεται η αναδημοσίευση του περιεχομένου της ιστοσελίδας εφόσον αναφέρεται ευκρινώς η πηγή του και υπάρχει ενεργός σύνδεσμος(link ). Νόμος 2121/1993 και κανόνες Διεθνούς Δικαίου που ισχύουν στην Ελλάδα.1355

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου