Πέμπτη, 8 Ιουνίου 2017

Από πού ξεκινούν οι Μεγανησιώτικοι μύθοι



Από πού ξεκινούν οι Μεγανησιώτικοι μύθοι:
  Η πίστη των Ελλήνων σε κοντινές προς αυτούς υπάρξεις έξω από τους υλικούς τύπους της δημιουργίας έρχεται από πολύ παλιά. Αρκεί να θυμηθούμε πως περιγράφει ο Όμηρος στην Οδύσσεια την άφιξη του Οδυσσέα στην Ιθάκη. 


Ο βασιλιάς ξυπνάει και κουβαλάει τα δώρα των Φαιάκων σε μια κοντινή σπηλιά. Εκεί αναθυμάται εικόνες λατρείας του ίδιου και της οικογένειας του προς τις θεότητες της σπηλιάς, τις νύμφες, τις κόρες του Δία και προσεύχεται ταπεινά σ’ αυτές. Αν κι έχει δίπλα του τη φοβερή θεά την Αθηνά, μπορούμε να πούμε ότι προσβλέπει και ελπίζει άμεσα και στη δική τους βοήθεια.
    Αυτή ακριβώς είναι η ειδοποιός διαφορά του άλλοτε με το τώρα. Αν θέλετε πάλι η διαφορά της έννοιας του πιστεύω από την έννοια του λατρεύω. Αυτή η δημώδης πίστη προς τις νεράιδες, τα ξωτικά και τα εκτοπλάσματα του λόγγου δεν συμβαδίζει πλέον με τη λατρεία. Δεν προσκομίζουμε πλέον αναθήματα και προσευχές, ούτε κρεμάμε ελπίδες απ’ το έλεος αυτών των φανταστικών πλασμάτων. Κι αυτό γιατί αξιολογικά έχει πέσει από πάνω τους ένας ολόκληρος και βαρύς κόσμος άλλων θεών, όπως οι άγιοι και οι άγγελοι και πάνω απ’ όλους αυτούς το τριαδικό όντως ον. Κι όπως οι αρχαίες γενιές δεν άπλωναν τα χέρια ικετευτικά στους Τιτάνες, στους κύκλωπες ή στους κενταύρους, έτσι και η γενιά των πατεράδων μας ζητούσε την καθ’ υπέρβαση βοήθεια όχι απ’ τους κατώτερους, αλλά απ’ τους ανώτερους και ισχυρότερους. Παρ’ όλα αυτά όμως αυτή η άνευ προσφοράς πίστη δεν ξέκοψε τελείως από άλλα δυο στοιχεία που συνάδουν με τη λατρεία. Το φόβο και το σεβασμό.
    Ας πάρουμε όμως τα πράγματα διεξοδικά. Ενταγμένα σε μια ισορροπία ευστάθειας και αρμονίας άλλες ''υπάρξεις'' είναι καλές και αγαθές και άλλες κακές και πονηρές. Όχι απολύτως διατεταγμένες όπως κατατάσσει τα πνεύματα ο χριστιανισμός, λαϊκός και θεολογικός, αλλά πάντα μέσα σ’ ένα πεδίο σχετικότητας.
    Έτσι οι λάμιες μπορεί να καλούν τους ανθρώπους στους βάλτους ή στα λασκάρια της ακτής, ακόμα και να τους οδηγούν με πλάνα λόγια στους γκρεμούς, αλλά δε τους αρπάζουν απ’ τα σπίτια τους, μήτε εφαρμόζουν πάνω τους τη βία των υλικών πραγμάτων. Κι από την άλλη οι νεράιδες των ήρεμων χωραφιών, των λιβαδιών και των αμπελιών δεν επιζητούν να καταστρέψουν τους ανθρώπους, όμως δεν λένε όχι στα πειράγματα, στις φάρσες που στήνουν το χάραμα στους βοσκούς ή τη νύχτα στους θεριστάδες δίπλα στις θημωνιές.
    Κι ενώ νεράιδες, ξωτικά, αερικά έχουν ως ζωτικό κρίκο επικοινωνίας με την υλική πλάση τους αλαφροΐσκιωτους, οι λάμιες και τα λαμπάσματα των λαγκαδιών χρησιμοποιούν τις μάγισσες και τους μάγους, ανίερα άτομα που προσπαθούν να αλλοιώσουν τις συντεταγμένες της πραγματικότητας προς χάριν του ιδιοτελούς και του ευτελούς. Και στη μια περίπτωση και στην άλλη ο άνθρωπος είναι πάντα αυτός που μεσολαβεί, που έλκει θα
    λέγαμε την απροσπέλαστη ύπαρξη στη δική του υλική και χειροπιαστή καθημερινότητα.
    Αλλά ποιοι ήταν οι ’’αλαφροΐσκιωτοι'';
    «Αλαφροΐσκιωτε καλέ για πες απόψε τ’ είδες;
    Νύχτα γεμάτη θάματα, νύχτα γεμάτη μάγια.»
    Διονύσιος Σολωμός : Ελεύθεροι πολιορκημένοι.
    Αυτά τα θάματα και τα μάγια δε μπορούσαν να τα δουν όλοι, ακόμα κι αν ήθελαν να τα δουν και να τα πιστέψουν. Οι αλαφροΐσκιωτοι δεν ήταν από συνηθισμένοι πάστα. Κουβαλούσαν μέσα τους σπλάχνα οικτιρμών όχι μόνο για τους ανθρώπους, αλλά για όλη την πλάση. Κι ενώ η συναισθηματική τους νοημοσύνη άγγιζε τα όρια της τελείωσης, αυτοί παρέμεναν οι αφελείς, οι ‘‘αγαθοί’’, οι τρελοί του χωριού. Δε μιλούσαν, δεν ανταπόδιδαν το κουτοπόνηρο πείραγμα, τηρούσαν άκρατη τη μέγιστη σοφία της σιωπής και σαγήνευαν χωρίς να το επιδιώκουν ανθρώπους και ξωτικά. Ήταν οι άγιοι της παλιότερης πίστης, άγιοι που η ταπεινότητα της ευτυχίας τους δεν τους επέτρεπε ν’ ανεμίζουν ως λάβαρο τη γνώση τάχα μιας απόλυτης και δογματικής αλήθειας. Μέσω αυτής ακριβώς της ταπεινότητας μπορούσαν να επικοινωνήσουν με το μεταφυσικό και υπερβατικό.
    Εδώ να σταθούμε λίγο και να πούμε πως αυτό ακριβώς το μεταφυσικό και υπερβατικό μικρή αντιστοιχία έχει με τον κόσμο των πνευμάτων που επέβαλλε η νέα θρησκεία. Τα πλάσματα των λαϊκών μας μύθων και παραδόσεων δεν είναι απόλυτα πνευματικά. Αποτελούνται όπως οτιδήποτε στον κόσμο από ύλη. Μόνο που αυτή η ύλη στη φαντασία του λαού μας είναι κάτι διαφορετικό. Μια ύλη λεπτή και απόλυτα ελέγξιμη από τη βούληση εκείνου τον οποίον απαρτίζει. Τα χέρια από τις λάμιες μπορούν και μακραίνουν για να αρπάξουν τον κάθε άφρονα που ξεγελούν και να τον φέρουν πιο κοντά στο χαμό. Τα αερικά απαρτίζονται από ακόμα πιο λεπτή ύλη, αφού φορέας αυτής της δύναμης, είναι ο άνεμος και η πρωινή δροσιά που περνάει πάνω απ’ τ’ ακρογιάλια και τους λόγγους. Δυνάμεις που αλλάζουν σχήματα και μορφές, ανάλογα με τις επιδιώξεις τους και τα δικαιώματα που τους δίνει ο άνθρωπος.
    Σε πιο γήινες μορφές έρχονται οι «υπάρξεις» στο βασίλειο των νεραϊδών σε τύπους στέρεους κι ανθρωπομορφικούς. Ωστόσο αντίθετα από τη κοινή μοίρα των θνητών, αυτές οι κυρίες που χορεύουνε μαζί με τους αλαφροΐσκιωτους στ’ αλώνια, παραμένουν στη φαντασία των ανθρώπων αγέραστες κι αθάνατες.
    Εκτός των προαναφερθέντων και κατά την περίοδο του δωδεκαημέρου κι εδώ όπως και στην υπόλοιπη Ελλάδα έχουμε τις γνωστές μυθοπλαστικές αναφορές για τα παγανά και τους καλικάντζαρους. Αυτά όμως προέρχονται κυρίως από τη συνάφεια των κατοίκων αυτού του τόπου με άλλους ανθρώπους, ακόμα και από την επιρροή σχολικών αναγνωσμάτων.
πηγή: Meganisi Times
Από το μέλος juniper
http://pirforosellin.blogspot.gr/ - Επιτρέπεται η αναδημοσίευση του περιεχομένου της ιστοσελίδας εφόσον αναφέρεται ευκρινώς η πηγή του και υπάρχει ενεργός σύνδεσμος(link ). Νόμος 2121/1993 και κανόνες Διεθνούς Δικαίου που ισχύουν στην Ελλάδα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου