Δευτέρα, 5 Ιουνίου 2017

Η βιβλιοθήκη της Αλεξανδρείας δεν κάηκε Ποτέ !! Είναι παραχάραξη της ιστορίας !! ΤΟΥ ΟΜΗΡΟΥ ΕΡΜΕΙΔΟΥ


Δεν κάηκε η βιβλιοθήκη της Αλεξανδρείας όπως αποδεικνύεται μέσα από ιστορικά στοιχεία. Ο Ιούλιος Καίσαρ έκτος από μεγάλος στρατηγός ήταν και συγγραφέας. Στα ιστορικά συγγράμματα του Commentarii de bello Gallico [Απομνημονεύματα του Γαλατικού Πολέμου] και De Bello civilli [Περί του Εμφυλίου Πολέμου], δεν αναφέρει ουδεμία πληροφορία για την υποτιθέμενη καύση της βιβλιοθήκης.



  Αντιθέτως μάλιστα εντυπωσιασμένος από την ωραιότητα του ρυμοτομικού σχεδίου και των κτηρίων της Αλεξανδρείας, αναφέρει, μεταξύ των άλλων οτι οι οικοδομές της Αλεξανδρείας είναι κατασκευασμένες κατά τέτοιο τρόπο, ώστε δεν εγίνοντο εύκολα παρανάλωμα του πυρός. Αλλά και ο Ρωμαίος ιστορικός Ίρτιος που συμπλήρωσε το σύγγραμμα του Καίσαρος δεν αναφέρει τίποτε σχετικό με την υποτιθέμενη καύση της βιβλιοθήκης. Ο πρώτος συγγραφεύς που αναφέρει την καύση της βιβλιοθήκης είναι ο Ρωμαίος ιστορικός Τίτος Λίβιος, ο όποιος μαζί με τον Τάκιτο και τον Σαλλούστιο αποτελούν την τριάδα των μεγάλων Ρωμαίων Ιστορικών, όταν ο Τίτος Λίβιος ανέλαβε μετά το 29 π.Χ. να συγγράψει την Ιστορία της Ρώμης μέχρι την εποχή του. Οπότε οι πληροφορίες του αφού ο ίδιος δεν ήλθε ποτέ στην Ελλάδα για συγκέντρωση πληροφοριών και στοιχείων, όπως συνήθιζαν μέχρι τότε να πράττουν οι λόγιοι Ρωμαίοι από που προήλθαν ;



  Πόσο αξιόπιστα είναι τα στοιχεία που παραθέτει στην Ιστορία του, μιας και οι κρίνοντες το έργο του άπεφάνθησαν ότι ο Τίτος Λίβιος «στην επιθυμία του να γράψει μία ιστορία δεν πρόσεξε ούτε έλαβε διόλου υπ' όψιν του την έρευνα των συγγραφέων της εποχής του και των παλαιότερων γενεών. Αλλά ούτε παρέλαβε ή έκρινε σοβαρά τις διάφορες ιστορίες που είχε στην διάθεση του, για να έπισημάνει τις αποκλίσεις τους». Εδώ θα πρέπει να επισημανθεί οτι η Ρώμη άρχισε να έχει δικούς της Ρωμαίους ιστορικούς προς το τέλος του 3ου π.Χ αιώνα, οι οποίοι έμειναν γνωστοί στους συγχρόνους ιστορικούς ώς χρονογράφοι.



  Οι μόνες αξιόπιστες πληροφορίες που διέθεταν για τα περί της παλαιοτέρας ιστορίας της Ρώμης ήτο κατάλογοι αρχόντων και συνθήκες συμμαχιών. Κατά τα άλλα έπρεπε να χρησιμοποιήσουν μυθολογία και προφορικές παραδόσεις. Ό Λίβιος βασίσθηκε στους χρονογράφους κι έτσι αν και τα έργα του είναι στο σύνολο τους αναξιόπιστα, περιπτωσιακά περιέχουν «ψήγματα» πληροφοριών που φαίνονται να αντανακλούν ακριβείς και γνήσιες παραδόσεις. Οπότε καθήκον του σύγχρονου ιστορικού είναι να ξεχωρίσει αυτά τα ψήγματα από τα θολά λασπόνερα εντός των οποίων κινούνται. Και εδώ συμβαίνει το εξής «παράδοξο». Όταν ο Τίτος Λίβιος γράφει για τον «εμπρησμό» της βιβλιοθήκης, ο Στράβων ο Έλληνας Γεωγράφος ευρίσκετο στην Αλεξάνδρεια και βλέπει την βιβλιοθήκη, εργάζεται σ' αυτήν και περιγράφει το μεγαλείο της! 
  Μετά από έναν αιώνα ο Ρωμαίος συγκλητικός Σενέκας στο έργο του «De tranquillitate animi ix» (Το ειρηνικό μυαλό, 9ον – ελεύθερη μετάφραση) αναφέρει την καύση της βιβλιοθήκης κάνοντας παραπομπή στην ιστορία του Τίτου Λίβιου. Αντιγράφει τα γραφόμενα του Λίβιου Τίτου χωρίς να εξετάσει την βασιμότητα των γραφομένων.



  Ο Έλλην ιστορικός ο Δίων Κάσσιος Κοκκηϊανός [155 μ.Χ -235 μ.Χ], και ο οποίος έγραψε την Ρωμαϊκή Ιστορία ως το 229 π.Χ στην Ελληνική γλώσσα, χρησιμοποιώντας ως πήγες τα απομνημονεύματα του Αύγουστου, του Αδριανού, του Τάκιτου και του Τίτου Λίβιου, αναφέρει ότι, όταν πυρπολήθηκε ο στόλος του Ιουλίου Καίσαρος στο λιμάνι της Αλεξανδρείας εκάησαν μόνον οι αποθήκες του λιμένος του σίτου και οι συλλογές των βιβλίων που υπήρχαν εκεί για εξαγωγή. Το γεγονός αυτό φαντάζει ως το πλέον αληθινό, μιας και όλοι γνωρίζουν ότι ή Αλεξάνδρεια προμήθευε εις όλον τον κόσμο βιβλία πάπυρους και αντίγραφα βιβλίων. [http://........html].



   Μεταξύ του 297 και 298 μ.Χ. ο παγανιστής αυτοκράτορας Διοκλητιανός κατέφθασε στην πόλη της Αλεξάνδρειας και διέταξε το σφαγιασμό πολλών μελών της πνευματικής κοινότητος. Πολλά βιβλία, κυρίως όσα είχαν σχέση με αλχημεία, συγκεντρώθηκαν σε κεντρικά σημεία της πόλεως και κάηκαν. [Ιωάννης Μαλάλας, Χρονογραφία ...-.. - Σουΐδας, λήμμα «Διοκλητιανός» Ιωάννης Αντιοχείας, E.... V...., σ. .... - M...P... G..., τ. .. = Muller, Frag. Hist. Graec., .., ....]



   Υπάρχουν και οι περιγραφές από Παγανιστές, όπως ο Ευνάπιος της Αντιόχειας, ο οποίος περιέγραψε το γεγονός στο έργο του «Βίοι Φιλοσόφων», Αντώνιος, ο οποίος, προτού πεθάνει το 390 μ.Χ., είχε προφητεύσει έτσι αναφέρει ο Ευνάπιος ότι όλοι οι εθνικοί ναοί της Αλεξάνδρειας θα καταστρέφοντο. Η διήγηση του Ευνάπιου είναι γεμάτη ειρωνεία και σαρκασμό για τον πατριάρχη Θεόφιλο και τους οπαδούς του, καθώς περιγράφει την κατάληψη του ναού ως μάχη χωρίς αντίπαλο. Το παράξενο με όλες τις περιγραφές είναι ότι κανένας συγγραφέας δεν κάνει την παραμικρή αναφορά για βιβλιοθήκη ή για βιβλία. Ακόμη κι ο Ευνάπιος, που ήτο λόγιος, με τα αιχμηρά αντιχριστιανικά του αισθήματα, παραμένει σιωπηλός σ’ αυτό το ζήτημα. Αν είχε αντιληφθεί κάποια μεγάλη απώλεια βιβλίων εξ αιτίας της καταστροφής του Σεράπειου, είναι πιθανόν ότι δε θα σιωπούσε, αλλά θα το ανέφερε, για να κατηγορήσει τους Χριστιανούς. Εννοείται ότι δεν υπάρχει η περίπτωση ο Ευνάπιος να έγραψε για κάψιμο βιβλίων, αλλά οι μεταγενέστεροι Χριστιανοί αντιγραφείς να παρέλειψαν το σημείο αυτό από ντροπή. Οι άνθρωποι εκείνων των εποχών δεν ντρέποντο για τέτοια γεγονότα. Άλλωστε οι Χριστιανοί ιστοριογράφοι συνεχώς αναφέρουν χριστιανικές βιαιότητες, τις οποίες και συχνά τις μεγαλοποιούν, πιστεύοντας πως έτσι δοξάζουν τους ήρωες των ιστοριών τους. Δεν θα δίσταζαν να αναφέρουν μία ακόμα. Αυτό φαίνεται να συμφωνεί με την περιγραφή του Ευνάπιου, ο οποίος γράφει ότι ο Θεόφιλος και οι οπαδοί του «κατέστρεψαν ολοσχερώς το ναό και μάχοντο μεταξύ τους για τα λάφυρα που αποκόμισαν από τη λεηλασία της περιουσίας του» [Η αρχαία βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας, Μουσταφά Ελ Αμπαντί, ιστορικού, εκδ. .... (σ. ...)] .



   Εφόσον ο ναός ήτο πέτρινος, θα ήτο δύσκολο ταυτόχρονα να καίγεται και οι οπαδοί του Θεόφιλου να τον λεηλατούν. Επομένως, αν συνέβησαν και τα δύο πράγματα, πρώτα τον λεηλάτησαν και ύστερα τον έκαψαν. Άλλωστε, ο ναός καταστράφηκε ολοσχερώς μέχρι τα θεμέλια, πράγμα που δεν γίνεται με εμπρησμό αλλά με γκρέμισμα. Οι Χριστιανοί λοιπόν, είτε κατέστρεψαν δια φωτιάς είτε δια γκρεμίσματος το Σεραπείο, πριν τον καταστρέψουν, λεηλάτησαν τους θησαυρούς του. Δηλαδή πήραν τα βιβλία που υπήρχαν στις βιβλιοθήκες του, ενώ αντίθετα, τα ξύλινα αγάλματα κάηκαν και τα πέτρινα αγάλματα συνετρίβησαν. Τον 6ο αιώνα έχουμε την μαρτυρία του παγανιστή Αμμωνίου, ο οποίος όχι μόνο αναφέρει την «μεγάλη βιβλιοθήκη» της Αλεξάνδρειας, αλλά ότι επί των ημερών του υπήρχαν 40 αντίγραφα των Αναλυτικών του Αριστοτέλη και 2 αντίγραφα των Κατηγοριών του. Πριν την ολοκληρωτική καταστροφή του Σεραπείου το κτίριο είχε δηωθεί για πρώτη φορά από τον Αρτέμιο, έπαρχο Αιγύπτου, με προτροπή του Αρειανού επισκόπου Αλεξάνδρειας Γεώργιου, περί το 360 μ.Χ. (Σωκράτη, Εκκλ. Ιστ. Γ 3).



  Μετά το φόνο του Γεώργιου από τους εθνικούς επί βασιλείας Ιουλιανού, ο Ιουλιανός γράφει στον Εκδίκιο, νέο έπαρχο της Αιγύπτου και ζητά να μεταφερθεί η μεγάλη ιδιωτική βιβλιοθήκη του Γεωργίου στην Κωνσταντινούπολη. Δεν αποκλείεται κατά την πρώτη δήωση του Σεραπείου, εφόσον αυτή έγινε με προτροπή του Γεώργιου, ο Αρειανός επίσκοπος να πήρε τα βιβλία που υπήρχαν στο ναό για την ιδιωτική του βιβλιοθήκη. Ο Ιουλιανός ήξερε ότι ο Γεώργιος είχε ιδιωτική βιβλιοθήκη, καθότι γνωρίζοντο από παλαιά μεταξύ τους και στην νεότητά του είχε διαβάσει τα βιβλία της βιβλιοθήκης αυτής. Δεν αποκλείεται δηλαδή ο Ιουλιανός να αναφέρεται απλώς στην βιβλιοθήκη που μελέτησε νέος, χωρίς να πρόσθεσε σε αυτήν τίποτε ο Γεώργιος. Ωστόσο, ο Ιουλιανός γράφει 6 μήνες αργότερα σε κάποιον Πορφύριο πως η συλλογή του Γεώργιου ήτο «πολύ μεγάλη και πλήρης και περιείχε φιλοσόφους κάθε σχολής και πολλούς ιστορικούς». Δηλαδή τα βιβλία της βιβλιοθήκης του Γεώργιου ήσαν περισσότερα από αυτά που ο Ιουλιανός περίμενε ή που θυμόταν πως είχε. Πράγμα που ενισχύει την πιθανότητα να πήρε από το Σεράπειο τα βιβλία ο Γεώργιος. Ο Βίκτωρ Nourisson επιμελητής της Δημαρχιακής βιβλιοθήκης Αλεξανδρείας σε διάλεξή του στις .... Μαρτίου του ..... είπε ότι «μετά την άλωση του Σεράπειου από τον Θεόφιλο, η βιβλιοθήκη λεηλατήθηκε μεθοδικά και τα βιβλία εστάλθηκαν στην Ρώμη και στην Κωνσταντινούπολη , όπου ο Θεοδόσιος ο Β καταγίνετο να καταρτίσει μεγάλη συλλογή βιβλίων» (bull. Ste Khed Geogr. VII serie ... .. p. ...)



  Εδώ δεν πρέπει να ξεχνάμε το Χρυσόστομο, τον οποίο στα σχολεία μας, το τιμούν [κακώς, κάκιστα], ήτο αυτός που προέτρεπε τους χριστιανούς να καταστρέψουν την βιβλιοθήκη της Αλε ξανδρείας. Έλεγε : Τι λοιπόν, άγιος έσται ο ναός του Σεράπιδος (Αλεξανδρινή βιβλιοθήκη) δια τα βιβλία; Μη γένοιτο!... αλλά δαίμονες οικούσι τον τόπον... μάλλον δε και αυτών (των Ελλήνων) όντων δαιμόνων... και παρ' αυτών βωμός στέκει απάτης αόρατος εις τον οποίον ψυχάς ανθρώπων θυσιάζουσι... κατάλαβε λοιπόν και φανέρωσε (διέδωσε!) ότι δαίμονες κατοικούν εκεί. Δαίμονες ήσαν λοιπόν, κατά τον «σοφό» ιεράρχη, τα βιβλία της Αλεξανδρινής Βιβλιοθήκης και δαιμονικά ψυχοθυσιαστήρια οι βιβλιοθήκες των Ελλήνων! [ Ι. Χρυσόστομος, Λόγοι Κατά Ιουδαίων 48.851.38 έως 852.35]



  Εδώ δεν θα πρέπει να ξεχνάμε και τις υπόλοιπες βιβλιοθήκες που υπήρχαν αλλά και που πήγαν και αυτών τα βιβλία τα οποία περιείχαν. Όταν από την εποχή των Ρωμαίων, οι Ρωμαίοι προσπαθούσαν να αντιγράφουν τα ελληνικά χειρόγραφα στα Ρωμαϊκά, ώστε να έχουν να διαβάζουν, αυτοί που δεν μιλούσαν Ελληνικά τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς. Μετά από αυτούς και άλλοι λαοί, κάθε λαός που κτυπούσε το κατώφλι της ιστορίας αυτομάτως βούλιαζε, βυθιζόταν στην γνώση. Διότι κάθε λαός ζητούσε ένας φανάρι, ένα λυχνάρι του Διογένους ώστε να περπατήσει μέσα στους Δαίδαλους μέσα στο σκοτάδι που του επιφύλασσε η ιστορία. Έτσι λοιπόν οι Άραβες πρώτα από όλους όπου όχι μόνο αγκάλισαν τους «άγιους πατέρες μας» αλλά τους προστάτευσαν και τους φύλαξαν, έχοντας έτσι μια απίστευτη έκρηξη των αραβικών γραμμάτων. Όπου ακόμη στην περιβόητη πολιορκία της Κωνσταντινουπόλεως ο Άραβας, και ο 7ος Χαλίφης της Βαγδάτης Αλ-Μαμούν απαίτησε από τον Βυζαντινό αυτοκράτορα ότι παπύρους αρχαιοελληνικούς είχε στην βιβλιοθήκη της Κωνσταντινουπόλεως, και όντως του εδόθησαν 7.500 πάπυροι. Έτσι λύθηκε η πολιορκία της Κωνσταντινουπόλεως, και δεν έγινε καμμία «επιφοίτηση του αγίου πνεύματος», ούτε βγήκαν κάποιοι «Άγιοι…. να τρομάξουν» τα αραβικά στίφη, διότι οι άραβες πήραν αυτό που ήθελαν, δηλαδή την γνώση που χρειάζοντο ώστε να οπλίσουν τις πνευματικές τους φαρέτρες. Ο Αλ- Μαμούν υπήρξε μέγας προστάτης των επιστημών και ιδία θιασώτης της αστρονομίας.



   Όταν τελείωσε ο πόλεμος μεταξύ Αράβων και Βυζαντινών, στην υπογραφείσα συνθήκη ειρήνης, ένας από τους όρους του Αλ-Μαμούν από τον αυτοκράτορα Μιχαήλ του Γ, ήτο να του δώσει αρχαία ελληνικά συγγράμματα και μεταξύ αυτών ένα χειρόγραφο της Μαθηματικής Συντάξεως του Πτολεμαίου, έτσι όλα τα αρχαία ελληνικά που συγκέντρωσε μετά από διαταγής του μεταφράσθηκαν στην αραβική.



   Μετά υπήρχε και ο διωγμός των δογματικών, των «αγρίων χρόνων» και περισσότερο από όλα της ρωμαϊκής εκκλησίας, η οποία επετίθετο παντού, βεβαίως εδώ δεν πρέπει να ξεχνάμε και τους βυζαντινούς που δεν πήγαιναν πίσω, οι αρχαίοι ημών συγγραφείς έζησαν μέσα από τις αγκαλιές των Αράβων. Οι οποίοι κυριολεκτικά μετέφεραν τους παπύρους στην Ισπανία και μέσω Ιβηρικής το αρχαίο ελληνικό πνεύμα αγκαλιάζει και πάλι την Ευρώπη μετά τον δογματικό μεσαίωνα. Μετά την εποχή του απηνούς διωγμού του. Αλήθεια τι απέγιναν με τις βιβλιοθήκες, τι έγιναν εκείνοι οι χώροι των 100ντάδων χιλιάδων συγγραμμάτων, εκείνες «οι βρυσομάνες του ανθρωπίνου πνεύματος», οι «Κασταλίες της σκέψεώς μας».



  Οι βιβλιοθήκες της κλασσικής και της ελληνιστικής εποχής, υπήρχαν στα διάφορα μαντεία όπου ήσαν και οι ιερότεροι χώροι, δυστυχώς η αρχαιολογική σκαπάνη δεν έχει ανεύρει τίποτα. Στην Αίγυπτο κάθε ιερό οικοδόμημα διέθετε λειτουργικά ιατρικά και γεωργικά βιβλία. Οι πραγματικές βιβλιοθήκες με όλη την σημασία του όρου δεν ανήκουν στην Αίγυπτο αλλά στην Ελλάδα όπου και αυτό μαρτυρεί τον χαρακτήρα του ελληνικού πολιτισμού. Παρόλο που η Αίγυπτο είναι η μοναδική χώρα όπου για μεγάλο χρονικό διάστημα προμήθευε την πρώτη γραφική ύλη σε συγγραφείς, δηλαδή τον πάπυρο, οι πραγματικές βιβλιοθήκες ανήκουν στην Ελλάδα. Όπου βιβλιοθήκη ήτο ο χώρος που συγκέντρωνε βιβλία επιστημονικών συγγραμμάτων και όχι ενός χώρου συγκεντρώσεως αρχειακών συγγραμμάτων ή λογισμικών σημειώσεων όπου και υπήρχαν μέχρι τότε. Αυτό μαρτυρεί ο Ρωμαίος Γέλλιος ο οποίος αναφέρει ότι η πρώτη δημοσίας χρήσεως βιβλιοθήκη ιδρύθηκε στην Αθήνα κατά τον 6ο π.Χ. αιώνα από τον Πεισίστρατο, την βιβλιοθήκη αυτή την άρπαξε ο Ξέρξης κατά την εισβολή του στην Ελλάδα και την μετέφερε στην Περσία. Την βιβλιοθήκη αυτή την πήραν οι Έλληνες πίσω από τον Σέλευκο τον Νικάτορα. Ο Αθήναιος μνημονεύει την βιβλιοθήκη του Πολυκράτους της Σάμου, του Νικοκράτους της Κύπρου, του άρχοντος Ευκλείδους, του τραγικού ποιητού Ευριπίδους, και του φιλοσόφου Αριστοτέλους. Ο δε Ξενοφών αναφέρει την βιβλιοθήκη του Ευθυδήμου, αλλά από όλες αυτές μόνο αυτή του Πεισιτράτους είναι δημόσια βιβλιοθήκη. Εδώ δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι υπήρχε δυσκολία παραγωγής πολλών αντιτύπων ενός βιβλίου. Απογοητευτική ήτο και η τιμή ενός εκάστου αντιγράφου του οποίου το κόστος θα πρέπει να ήτο τουλάχιστον υπερβολικά μεγάλο και προσιτό μόνο στους έχοντας και κατέχοντας μεγάλη αγοραστική ικανότητα, δηλαδή στους πλουσίους. Οι μορφωμένοι στην Ελλάδα δεν ήσαν όλοι τους πλούσιοι, αλλά και η παραγωγή πνευματικών έργων σε ποσότητα δεν ήτο ανάλογη της σημερινής. Γι αυτό και δεν εμφανίζονται τεράστιες ιδιωτικές βιβλιοθήκες. Μια άξια λόγου κατά τον Αθήναιο ιδιωτική βιβλιοθήκη ήτο αυτή του Νηλέως, ο οποίος στην Σκύππιον ή Σκύψη της Μικράς Ασίας [κτισθείσα υπό των Τρώων, αποικήθηκε κατά τους ιστορικούς χρόνους υπό των Μιλησίων] διατηρούσε την συλλογή των βιβλίων του Αριστοτέλους και του Θεοφράστου, αυτές τις είχε κληρονομήσει. Η αξία της όμως παρόλο που αριθμεί ελάχιστες εκατοντάδες βιβλία, ήτο ανυπολόγιστη σε ποιότητα. Κατ’ άλλους όταν κληρονόμησε την βιβλιοθήκη, την παρέδωσε στους Σκύψιους. Και αυτοί φοβούμενοι τους βασιλείς της Περγάμου οι οποίοι τους ζητούσαν τα βιβλία τους για να καταρτίσουν βιβλιοθήκη, τότε έκρυψαν τα βιβλία σε υπόγεια όπου άρχισαν να καταστρέφοντο εάν δεν τα αγόραζε και δεν τα έκδιδε ο βιβλόφιλος Τήϊος Απελλίκων. Οι Σκύψιοι αγνοούσαν τον κίνδυνο τον οποίον διέτρεχαν τα πολύτιμα συγγράμματα, τα οποία ήσαν αποτιθέμενα σε υγρές και ανήλιους κρύπτες φοβούμενοι τους Περγαμηνούς, τα κατέκρυψαν σε υπόγειους χώρους. Εκεί όμως διαβρώθηκαν από σκουλήκια και εκινδύνευσαν να απολεσθούν. Όμως έγινε αντιληπτό εγκαίρως και οι βιβλιοθήκες μετεφέρθησαν στην Αθήνα όπου μετά την άλωσή της από τον Ρωμαίο Σύλλα μεταφέρθηκαν στην Ρώμη. Η βιβλιοθήκη της Αλεξανδρείας, η περιφημότερη βιβλιοθήκη της αρχαιότητος, δημιουργηθείσα από τον Πτολεμαίο ο πρώτος κατόπιν εισηγήσεως του Δημητρίου του Φαληρέως. Άλλες ονομαστές βιβλιοθήκες της αρχαιότητος ήσαν της Περγάμου η οποία περιελάμβανε 200.000 τόμους και των Αθηνών την οποίαν είχε ιδρύσει ο Αδριανός και η οποία εστεγάζετο στην παλαιά αγορά.



  Η περιώνυμη βιβλιοθήκη της Αλεξανδρείας περιείχε κάθε πνευματικό έργο το οποίο ήτο προσιτό στους Πτολεμαίους, αναφέρεται ότι περιείχε 800.000 τόμους στην εποχή της ακμή της. Από τον ανωτέρω αριθμό των 800.000 τόμων μόνο 2.500 συγγράμματα μας έχουν δημοσιοποιηθεί. Τα άλλα δεν εχάθηκαν διότι ο Συνέσιος ο Κυρηναίος, αυτά που κατέγραψε ο Ωριγένης το μεγαλύτερο μέρος των συγγραμμάτων έχει διασωθεί. Σε 200.000 υπολογίζονται οι οποίοι είναι καταχωνιασμένοι στα άδυτα του Βατικανού.



   Εκεί όπου η αποθέωση του δογματισμού έχει αποφασίσει να κρατήσει δια εαυτόν μια γνώση που δεν της ανήκει αλλά που την θεωρεί από την άλλη πλευρά και εχθρό της. Το γιατί μόνο εγκέφαλοι άρρωστοι μπορούν να δώσουν απάντηση. Και ανάμεσα σε αυτά που έχουν αποκρυβεί ή έχουν χαθεί είναι ολόκληρος ο θησαυρός της σκέψεως του Δημοκρίτου, του Επικούρου, τις σκέψεις των Στωϊκών. Στην βιβλιοθήκη της Αλεξανδρείας ήσαν συγκεντρωμένα τα έργα των σοφών της Ελλάδος, της Ρώμης και της Ανατολής. Αποτελούσε καθώς φαίνεται αναπόσπαστο τμήμα του μουσείου. Το δε μουσείο αποτελούσε τμήμα του βασιλικού παλατιού, το οποίο είχαν οικοδομήσει οι Πτολεμαίοι. Οι πρώτοι Πτολεμαίοι για να πλουτίσουν την βιβλιοθήκη της Αλεξανδρείας είχαν δώσει διαταγή στους υπηρέτες του λιμανιού να ψάχνουν τα ξένα καράβια να παίρνουν και να δημεύουν τα περίφημα χειρόγραφα, που εύρισκαν κρυμμένα στα αμπάρια των πλοίων. Και στους ιδιοκτήτες εδίδετο ένα αντίγραφο. Επιπλέον αγόραζαν όπου εύρισκαν πρωτότυπα χειρόγραφα ποιητών και συγγραφέων και πλήρωναν αδρά γραμματικούς για την αντιγραφή τους.



  Η εποπτεία της συλλογής των βιβλίων εγίνετο πάντα από τον Δημήτριο τον Φαληρέα. Ο οποίος υπήρξε και ο πρώτος διευθυντής βιβλιοθήκης. Το μεγαλεπήβολο σχέδιο των Πτολεμαίων δεν προέβλεπε μόνο την συλλογή των βιβλίων αλλά και την μετάφρασή τους, στα ελληνικά.



  Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι την εποχή αυτή οι Έλληνες ήσαν παντοκράτορες. Κατά την αντιγραφή των βιβλίων δεν έλειψαν και οι περιπτώσεις πλαστογραφιών από τους μεταφραστές, όπου το πρόβλημα αυτό αντιμετωπίσθηκε με επιτυχία από ειδήμονες. Τα οποία ήσαν άτομα τα οποία είχαν αφιερώσει την ζωή τους ολόκληρη στην συλλογή και την μελέτη των βιβλίων τα οποία έμπαιναν στην βιβλιοθήκη. Ένας από αυτούς υπήρξε ο Αριστοφάνης ο Βυζάντιος, ο οποίος πέρασε όλη του την ζωή μέσα στην βιβλιοθήκη της Αλεξανδρείας, ξεμασκαρεύοντας τους πλαστογράφους. Χαρακτηριστικό είναι το περιστατικό που συνέβη σε κάποιους από τους ποιητικούς αγώνες, που διοργάνωναν συχνά οι Πτολεμαίοι. Όπου ο Αριστοφάνης ο Βυζάντιος ο οποίος συμμετείχε στην ελλανόδικο επιτροπή ξεσκέπασε ορισμένους λογοπλόκους ποιητές που προσπάθησαν να κερδίσουν με ξένα ποιήματα τους διαγωνισμούς. Και ο Αριστοφάνης αφού άκουσε τα ποιήματα, σηκώθηκε πήγε στα ράφια της βιβλιοθήκης, αναγνώρισε τα πρωτότυπα και τα ανέγνωσε κατακεραυνώνοντας τους λογοπλόκους ποιητάς. Το ίδιο πράγμα συνέβαινε με δήθεν φιλοσόφους ή με δήθεν γνωστικιστές ή με δήθεν σοφιστές. Ο Νηλέας ο κληρονόμος της βιβλιοθήκης του Αριστοτέλους, ξεγέλασε τους απεσταλμένους του βασιλέα της Αιγύπτου, οι οποίοι είχαν πάει να αγοράσουν την βιβλιοθήκη του. Όπου ο Νηλέας τους πούλησε μερικά αντίγραφα πραγματειών μικρής σημασίας του Αριστοτέλους και πολλές πραγματείες του Θεοφράστου, άνευ αξίας ουσιαστικής, κυρίως βιβλία που ανήκαν στην βιβλιοθήκη του Αριστοτέλους και του Θεοφράστου αλλά που δεν τα είχαν γράψει ούτε ο Αριστοτέλης ούτε ο Θεόφραστος. Η απάτη έγινε αντιληπτή αλλά βέβαια μετά από πολύ καιρό. Η βιβλιοθήκη της Αλεξανδρείας αποτέλεσε το σημαντικότερο μνημείο της παγκοσμίου γνώσεως και η γνώση ήτο καταγεγραμμένη στην τελειότερη γλώσσα που υπήρξε ποτέ στην Ελληνική. Η ελληνική γλώσσα ομιλείτο τότε σε όλο τον γνωστό κόσμο και όποιος μπορούσε να εκφράζεται σε αυτή την γλώσσα εθεωρείτο μορφωμένος.



 Εικάζεται ότι την έκαψε ο Ιούλιος Καίσαρ όμως το γεγονός αυτό είναι φανταστικό διότι ο Ιούλιος Καίσαρ ήτο καλλιεργημένος, και επιπλέον ήτο και ιστορικός.



 Θα μπορούσε κατά την πάγια τακτική των Ρωμαίων την εποχή της παντοδυναμίας τους να μεταφέρει στην Ρώμη και τον τελευταίο ακόμη πάπυρο χωρίς να μιλήσει κανείς, αναφορές για κάτι τέτοιο δεν υπάρχουν. Άλλη μια μαϊμού – πληροφορία αναφέρει ότι η βιβλιοθήκη κάηκε από τους Άραβες, το κείμενο που αποδίδει την καταστροφή στον Άραβα – Χαλίφη Ομάρ είναι μεταγενέστερο και δεν θεωρείται αξιόπιστο.  
  Άλλη μια αναφορά που δεν ευσταθεί είναι ότι ο Αυτοκράτορας Αυρηλιανός κατά την εισβολή στην Αίγυπτο των στρατευμάτων της βασιλίσσης Παλμύρας [πόλη της Συρίας ή Ταδμόρ ή Ταμμόρ στην Αραμαϊκή που σήμαινε «πόλη των Φοινίκων»] Ζηνοβίας.



  Η Ζηνοβία όμως που ήτο Ιουδαία στο θρήσκευμα είχε λάβει υψηλού επιπέδου ελληνική μόρφωση και γνώριζε τέλεια την ελληνική σοφία σαν μια ελληνίδα βασίλισσα. Οπότε είναι απίθανο έως ανύπαρκτο η βασίλισσα με τέτοια παιδεία να κατέστρεψε αυτό με το οποίο «μεγάλωσε». Διότι και αυτή να την πάρει και να την μεταφέρει όπου αυτή ήθελε. Τα βιβλία της βιβλιοθήκης της Αλεξανδρείας δεν ήτο το ένα και μοναδικό αντίτυπο που υπήρχε στον κόσμο, διότι δια κάθε βιβλίο υπήρχε τουλάχιστον ένα αντίτυπο.



   Ο ιστορικός Ιωάννης Μαλάλας {Βυζαντινός – 6ος αιώνας} αναφέρει ότι η βιβλιοθήκη της Αλεξανδρείας φορτώθηκε σε καμήλες, όπου άλλες επήγαν προς την Ανατολή – Αφγανιστάν – Θιβέτ και το άλλο μέρος ταξίδευσε προς την Ρώμη.



  Στην Πέργαμο υπήρχε η δεύτερη σε μέγεθος βιβλιοθήκη στον κόσμο και ήτο και ανταγωνίστρια της Αλεξανδρείας, τι έγιναν οι πάπυροί της ; ούτε ίχνος δεν έμεινε ; δεν διασώθηκε ούτε ίχνος περγαμηνής ;



  Επίσης πλέον των δυο προαναφερθεισών βιβλιοθηκών υπήρχε και μεγάλος αριθμός μικροτέρων βιβλιοθηκών σε κάθε βασίλειο και εντός των σπουδαιοτέρων ιερών, αλήθεια και αυτά χάθηκαν ;



  Ο Φώτιος στα «Ασκητικά» του, μια από τις θαυμάσιες εργασίες του, που δυστυχώς ελάχιστα πράγματα μας έχουν απομείνει. Διότι δεν έχουμε μονάχα εξαφάνιση των σημαντικών συγγραμμάτων των αρχαίων συγγραφέων έχουμε εξαφάνιση και του μεγαλυτέρου μέρους των συγγραμμάτων των επισκόπων ή των σημαντικών ανθρώπων της χριστιανοσύνης οι οποίοι έσκυψαν με σεβασμό επάνω στην ελληνική γραμματεία. Έτσι από το πεφωτισμένο έργο του Φωτίου, πατριάρχου και ανθρώπου των Βυζαντινών γραμμάτων ελαχιστότατα πράγματα έχουν διασωθεί. Το ίδιο και όσο αφορά τον Ευστάθιο, ελάχιστα έχουν διασωθεί όπου το ίδιο πράγμα θα συμβεί αργότερα στον Πλήθωνα τον Γεμιστό όπου του κατέστρεψαν όλη την βιβλιοθήκη.



  Έτσι λοιπόν ο Φώτιος σε κάποια στιγμή απογνώσεως ή αγανακτήσεως, φαίνεται κάπου στο «Περί κόσμου» έργο του Αριστοτέλους σταματάει και κόβετε απότομα. Δηλαδή δεν υπάρχει συνέχεια και ο άνθρωπος είχε φθάσει στο μεδούλι της μελέτης και τότε έβγαλε μια κραυγή και λέει : Ε ! οπωσδήποτε καμμία από τις βιβλιοθήκες αυτές δεν έχει απολεσθεί, το δυστύχημα είναι ότι βρίσκονται σε χέρια ανθρώπων που τις μισούν βαθύτατα. Οπότε είναι απίθανο όλες αυτές οι βιβλιοθήκες να «χάθηκαν» με όλη αυτή την τεράστια γνώση. Διότι αν πάρουμε τους Έλληνες μόνο μέσα από εκατοντάδες χιλιάδες έργα τους να σώθηκαν μερικές εκατοντάδες βιβλία. Οι Ρωμαίοι δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι εκτός των αγαλμάτων, των ζωγραφικών πινάκων, των καλλιτεχνικών μνημείων εισήχθησαν κατά χιλιάδες ως τρόπαια των νικών τους.



  Έτσι άρπαζαν – έκλεβαν από τις πόλεις ή τα κράτη που κατακτούσαν στην πορεία τους και τις βιβλιοθήκες μεταφέροντάς τες στην Ρώμη. Όπως ο Παύλος Αιμίλιος όταν νίκησε τον Περσέα τον τελευταίο βασιλέα της Μακεδονίας, εκτός των άλλων λαφύρων μετέφερε και την βιβλιοθήκη των Μακεδόνων στην Ρώμη. Ο γνωστός Σύλλας άρπαξε την ονομαστή βιβλιοθήκη του Τήϊου Απελλίκωνος όπου είχε μεταφερθεί στην Αθήνα από την Σκήψη και την μετέφερε στην Ρώμη. Ο Λούκουλλος οικειοποιήθηκε των βασιλέων του Πόντου όπου και αυτός την μετέφερε στην Ρώμη. Στην Ρώμη πριν από την επικράτηση του Αυγούστου δεν υπήρχαν δημόσιες βιβλιοθήκες, παρά μόνο αυτές που είχαν «εισαχθεί» από τις κατακτημένες χώρες, ως λάφυρα πολέμου. Και βεβαίως ανήκαν στην περιουσία κάθε Ρωμαίου Καίσαρος.



  Από τον 4ο αιώνα και μετά άρχισαν να εμφανίζονται πολλές δημόσιες βιβλιοθήκες, οι οποίες πλημμύρισαν την Ρώμη. Με αποτέλεσμα σιγά – σιγά όλες οι ρωμαϊκές πόλεις άρχισαν να αποκτούν δημόσιες βιβλιοθήκες. Έτσι όλες αυτές οι βιβλιοθήκες κατάμεστες από ελληνικά έργα επισήμως δεν γνωρίζουμε τι απέγιναν, το μόνο σίγουρο είναι ότι δεν τις κατέστρεψε κανείς. Θα μάθουμε ποτέ άραγε τι απέγιναν όλες αυτές οι βιβλιοθήκες και που ευρίσκονται σήμερα τα βιβλία τους ; Εδώ θα πρέπει να δούμε ένα σημαντικό μήνυμα που έδωσε ο Αδαμάντιος Κοραής όταν επιχείρησε κατ’ εντολή του Ναπολέοντος να εκδώσει στην Γαλλική τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς. Τότε γυρνάει και λέει στον ίδιο τον Ναπολέοντα : ότι μόνον οι Έλληνες πρέπει να εκδώσουν τα συγγράμματα αυτά, και τούτο διότι οι εκδόσεις τον ξένων είναι ατελείς, διότι ως επί το πλείστον οι ξένοι είναι πολύ μακράν όχι μόνο από το πνεύμα αλλά πολλάκις από το γράμμα των κειμένων. Εξ άλλου συνεχίζει ο πάνσοφος Κοραής, τι το φυσικότερο η συνέχεια να είναι παιδί της Πρωτογένειας, μόνον λοιπόν Έλληνες μπορούν να σκύψουν, να κατανοήσουν, να εμβαθύνουν, να μελετήσουν αυτή την άγια Ελληνική γλώσσα και να μπούνε στο βαθύτατο νόημα των γραφών των προγόνων τους.



   Ο Μέγιστος Νίτσε σε στιγμή οργής και εκρήξεως γυρνάει και πετάει στην γωνία κάποια από τα εγχειρίδια που έχουν έρθει στα χέρια του από κάποιους σύγχρονους του «ειδικούς» και λέει : και δεν είμαστε σε θέση να προχωρήσουμε ένα βήμα αυτή την άγια γνώση των αρχαίων, αλλά και όσοι από εσάς την έχετε στα απόκρυφά σας και την βγάζετε κατά καιρούς, την παραποιείται και γεννάται μονάχα τερατογεννήσεις.



 [η βιβλιογραφία μερικώς ή ολικώς αποκρύπτεται μέχρι κυκλοφορίας του βιβλίου του συγγραφέως, διότι αντιγράφονται τα άρθρα του άνευ αναφοράς εις το όνομά του]



  Απόσπασμα από το βιβλίο του συγγραφέως Ομήρου Ερμείδη με τον τίτλο «Αναμνήσεις από το μέλλον του χθες» υπότιτλο «Ηρωολόγιον Αγιολόγιον», μέρος β,  [μέρος α, 1998 εκδόσεις Γεωργιάδης] υπό έκδοσιν



http://pirforosellin.blogspot.gr/ - Επιτρέπεται η αναδημοσίευση του περιεχομένου της ιστοσελίδας εφόσον αναφέρεται ευκρινώς η πηγή του και υπάρχει ενεργός σύνδεσμος(link ). Νόμος 2121/1993 και κανόνες Διεθνούς Δικαίου που ισχύουν στην Ελλάδα.3031

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου