Τρίτη 8 Δεκεμβρίου 2015

Ἡ βοτανοθεραπεία στοὺς ἀρχαίους Ἕλληνες ἰατρούς.





Στα έργα των αρχαίων Ελλήνων ιατρών, στα οποία αρχίζει να εμφανίζεται η επιστημονική ιατρική, καταγράφεται ένας μεγάλος αριθμός φαρμάκων από το φυσικό περιβάλλον ιδιαίτερα από τα φυτά, τα βότανα.


Δάσκαλος της βοτανοθεραπείας θεωρείται ο κένταυρος Χείρων, που ζούσε στο Πήλιο, με τα πολυάριθμα φυτά και βότανα. Από αυτόν διδάχθηκε ο ευρετής της Ιατρικής Ασκληπιός και στη συνέχεια οι γιοί του Μαχάων και Ποδαλείριος, οι οποίοι συμμετείχαν στον Τρωικό πόλεμο. Στην εικόνα ο Απόλλων, ο Χείρων και ο Ασκληπιός σε παράσταση του 1ου αι. μ. Χ.

Στα ομηρικά έπη συναντούμαι αναφορές χρησιμοποίησης βοτάνων για θεραπευτικούς σκοπούς ή για δηλητηριάσεις, χωρίς όμως πολλές φορές να αναφέρεται ένα συγκεκριμένο βότανο ή να περιγράφεται με λεπτομέρεια. ΄Οταν ο Μενέλαος τραυματίσθηκε στον Τρωϊκό πόλεμο τον εξέτασε ο ιατρός Μαχάων, «άνδρας ίσος με τους θεούς «ισόθεος», προσπάθησε το βέλος να τραβήξει… κι’ αφού εξέτασε την πληγή, εκεί που μέσα έφτασε το βέλος το φαρμακερό, το αίμα βύζαξε, δίχως χρονοτριβή και με πείρα πασπάλισε «ήπια φάρμακα» φάρμακα μαλακτικά, που κάποτε τα χάρισε στον πατέρα του, τον Ασκληπιό, ο Χείρων», (Ιλ. Δ 212-218).

Για τον ιατρό Μαχάονα σε άλλο χωρίο της Ιλιάδος, ο Όμηρος με έμφαση τονίζει:

«Ιητρός γαρ ανήρ πολλών αντάξιος άλλων», (Ιλ. Λ 514),
χαρακτηρισμός που διαχρονικά τιμά τους γιατρούς για την υψηλή τους προσφορά. Σε άλλο επίσης σημείο της Ιλιάδος ο τραυματισμένος από τη μάχη Ευρύπυλος απευθύνεται στον φίλο του Πάτροκλο παρακαλώντας τον: «σώσε με τώρα ..και με μια νυστεριά βγάλε μου από το μηρό το βέλος. Και ξέπλυνε με χλιαρό νερό το μαύρο αίμα από την πληγή, κι απάνω πασπάλισε την με πραϋντικά φάρμακα για να γιάνη, που , καθώς λένε, τα έμαθες από τον Αχιλλέα, που κι’ αυτόν τον είχε δασκαλέψει ο Χείρων, ο πιο ήμερος από όλους τους Κενταύρους», (Ιλ. Λ 828-832). Απόδοση στην νεοελληνική: Και ο Πάτροκλος έβαλε από πάνω με τα χέρια τρίβοντάς την με ρίζα πικρή που παύει τους πόνους. Έτσι ξεράθηκε η πληγή και σταμάτησε το αίμα», (Ιλ. Λ 844-848).
 


Ένας από του παλιούς θεούς- ιατρούς, όπως μας διηγείται ο Όμηρος, ήταν ο Παιήων, ο οποίος τον θεό Άρη γιάτρεψε στον Όλυμπο με βότανα παυσίπονα, οδυνήφατα. Το όνομα του Παιήονος το έδωσαν οι αρχαίοι στο φυτό «παιωνία», το οποίο έχει και αιμοστατικές ιδιότητες. Ο Διοσκουρίδης, (3.140) ονομάζει την «παιωνία» και «γλυκυσίδη, πεντόροβον», που η ρίζα του βοτάνου αυτού δίνεται στις γυναίκες, οι οποίες δεν καθαρίσθηκαν από τον τοκετό. Όταν πίνεται με κρασί βοηθά τους πόνους της κοιλιάς, όσους έχουν ίκτερο, νεφρίτιδα, και όσους πονάνε στην ουροδόχο κύστη και οι σπόροι όταν τρώγονται από τα παιδιά θεραπεύουν τη λιθίαση».

Για τα «οδυνήφατα φάρμακα», τα βότανα που σταματούν την οδύνη τον πόνο, γίνεται αναφορά και στον τραυματισμό του θεού Άδη ( Ιλ. Ε 401), τον οποίο «γιάτρεψε ο Παιήων πασπαλίζοντας το τραύμα του με τα οδυνήφατα φάρμακα, που σταματούν τους πόνους». Ακόμη στα Ομηρικά έπη μνημονεύονται τα βότανα «νηπενθές»(Οδ. Δ 220-226) το οποίο η Ελένη έλαβε από την Αίγυπτο και το είχε δώσει στον Τηλέμαχο για να λησμονήσει και να μην έχει λύπη για την κατάσταση με τους μνηστήρες στο σπίτι του πατέρα του και το άλλο βότανο το «μόλυ», για το οποίο ο καθηγητής Πλαϊτάκης σε ανακοίνωσή του υποστήριξε ότι το βότανο αυτό ήταν αντίδοτο στο Στραμμώνιον της Κίρκης με την αντιχολινεργική του δράση, που προκαλεί αμνησία και παραλήρημα.
 


Στα βιβλία της Ιπποκρατικής Συλλογής αριθμούνται 236 φυτικά φάρμακα, χωρίς όμως να υπάρχει περιγραφή του κάθε βοτάνου. Ίσως διότι υπέθεταν ότι είναι γνωστά τα έργα των ριζοτόμων, που ασχολούνταν με τη συλλογή και περιγραφή των θεραπευτικών φυτών. (Εμμανουήλ, σελ. 78).

Αναφέρουμε στη συνέχεια μια αδρή φαρμακολογική κατάταξη με μερικές από τις ιπποκρατικές δρόγες:

Ως Ανθελμινθικά χορηγούνταν: άγνος, κεδρέλαιον, κρόμμυα, τορδύλιον.

Ως Εμετικά: σκαμωνία, θαψία, μέλας και λευκός ελλέβορος, ύσσωπος, ραφανίς, ορίγανον.

Ως αποχρεμπτικά: κενταύριον, ύσσωπος, θαψία, ελατήριον, ορίγανον, σινάπι, κύμινον, ελελίφασκος, κάππαρις, χαλβάνη, βήχιον, άρον,

Ως διουρητικά: σκόροδον, πράσον, κρόμμυον, πετροσέλινον, γλήχων, αδίαντος, πήγανος, μάραθρον, μελία.

Ως στυπτικά του εντερικού σωλήνος: μήκων (όπιον), (στην εικόνα θεά της μινωικής εποχής με τα αφιόνια στην κεφαλή), σίδιον μύρτα, κράνεα, μέσπιλα, κυδωνέα, καλαμίνθη, λάθυροι, κέγχρος, άνηθον.

Για τις παθήσεις του δέρματος: γλίσχραμα κριθής, άλευρον φακής και λαθύρου, ρίζα και σπέρμα κράμβης, ρίζα ελατηρίου, φλοιοί κρομμύου, πικραμύγδαλα, σπέρματα κνίδης, κλπ.

Επί πυορροούντων δοθιήνων χρησιμοποιούνταν: κηκίδες, φλοιός δρυός και ροδίων, πεντάφυλλον, κισσός, άκανθα, γλυκυσίδη (παιωνία), φύλλα ελαίας, μωρέας, βάτου, ελατήριον, κλπ. (Βλέπουμε απεικόνιση βάτου από τον παλαιότερο κώδικα του Διοσκουρίδη).

Ως ελαφρό καθαρτικό στο «Περί αγμών», 36, και στους «Αφορισμούς» του Ιπποκράτους, (τμήμα τέταρτον 13), συνιστάται η χρήση του ελλέβορου, ενώ παράλληλα (στο Αφορισμό τμήμα πέμπτον 1), τονίζεται ότι ο σπασμός, που θα προέλθει από ελλέβορο είναι προγνωστικό θανάσιμο, επισημαίνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο, ότι θα πρέπει κανείς να προσέχει να χορηγεί την αναγκαία ποσότητα στον ασθενή, χωρίς να προκαλεί παρενέργειες.
 


Στο «Περί Διαίτης Οξέων» 8, (τόμ. Α, σελ. 307) ο Ιπποκράτης συνιστά για καθαρισμό των εντέρων να ενσταλάζουν σε ξερά σύκα επτά σταγόνες από το γαλάκτωμα του Τιθύμαλλου, κοινώς Γαλατσίδα, που βλέπουμε στην εικόνα.
Επίσης ο Ιπποκράτης γνωρίζει την ναρκωτική ενέργεια του μανδραγόρα και στο έργο του «Περί τόπων των κατά άνθρωπον», 39, σημειώνει: «Στα πρόσωπα που κατέχονται από θλίψη, που πάσχουν από μελαγχολία και θέλουν να αυτοχειρισθούν, να κρεμασθούν, να τους δίνετε το πρωί ποτό από ρίζα μανδραγόρα, σε μικρή δόση ώστε να μην προκαλέσει παραλήρημα».
 


Την υπνωτική και αναισθητική ενέργεια του μανδραγόρα επισημαίνει και ο Διοσκουρίδης, (τόμ. Δ. 75), ο οποίος συνιστά συγκεκριμένη δοσολογία για την πρόκληση ληθάργου σε εκείνους που πρόκειται να υποβληθούν σε εγχείρηση ή καυτηρίαση.

Μια πρώτη συστηματική καταγραφή των φυτών έχουμε από τον Θεόφραστο, μαθητή του Αριστοτέλους, στο έργο του «Περί Φυτών Ιστορίας», του οποίου το 9ο βιβλίο είναι αφιερωμένο στα βότανα και τις ιατρικές τους ιδιότητες. Γράφει για τον τρόπο συλλογή των βοτάνων και τον τρόπο εξαγωγής του χυλού εξ αυτών. Η συλλογή και κοπή των ριζών των βοτάνων αποκαλούνταν ριζοτομία, ριζοτόμοι οι απασχολούμενοι με αυτήν και «Ριζοτομικόν», το σχετικό βιβλίο.

Ο Θεόφραστος αναφέρει ότι Θρασύας ο Μαντινεύς έφτιαχνε ένα δηλητήριο με χυμούς κωνείου, μήκωνος και άλλων παρομοίων, το οποίο προκαλούσε ένα εύκολο και ανώδυνο τέλος της ζωής,. Ακόμη γράφει ότι οι κάτοικοι της πόλεως Ιουλίδος της νήσου Κείου (Τζιάς) χρησιμοποιούσαν το κώνειο, το οποίο ως γνωστό σύμφωνα με σχετικό νόμο, το έπιναν οι ηλικιωμένοι οι υπερβαίνοντες το εξηκοστό έτος, δίνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο ανώδυνο τέλος στη ζωή τους.
 


Αναφέρει ακόμη τα μέρη της Ελλάδος, στα οποία φυτρώνουν πολλά ιατρικά βότανα με πρώτο το Πήλιον στη Θεσσαλία, το Τελεύθριο στην Εύβοια, τον Παρνασσό, τη Αρκαδία και τη Λακωνία. Μάλιστα μας δίνει την πληροφορία ότι οι κάτοικοι της Αρκαδίας κατά την εποχή της Ανοίξεως δεν έπιναν φάρμακα, αλλά μόνο γάλα αγελάδος «γαλακτοποτείν», και τούτο διότι το γάλα περιείχε πολλές ουσίες από τα χόρτα και βότανα, που οι αγελάδες έτρωγαν κατά την άνοιξη.
 


Ιδιαίτερα για το Δίκταμον της Κρήτης ο Θεόφραστος γράφει ότι χρησιμοποιείται σε πολλές καταστάσεις ακόμη και στη δυστοκία των γυναικών, αλλά είναι σπάνιο διότι, όπως σημειώνει, το αναζητούν και το τρώνε οι αίγες, οι οποίες τρώγοντας τον δίκταμο αποβάλλουν τα βέλη που έχουν δεχθεί, άποψη την οποία μνημονεύει ο Αριστοτέλης και ο Γαληνός, ενώ η εικόνα είναι από περιηγητικό κείμενο του 1703.

Ο ονομαστότερος φαρμακολόγος της αρχαιότητας είναι ο Διοσκουρίδης, που έζησε κατά τον 1ο μ. Χ. αιώνα και του οποίου το κλασσικό του έργο «Περί ύλης Ιατρικής», δηλ. περί των χρησιμοποιουμένων φαρμάκων, έχει διασωθεί σε μερικούς κώδικες, με αρχαιότερο τον κώδικα του 512 μ. Χ., ο επονομασθείς κώδικας της Ανικίας, από την αρχόντισσα της Κωνσταντινουπόλεως, η οποία παρήγγειλε στον αντιγραφέα το έργο του Διοσκουρίδη, και σήμερα ο κώδικας αυτός εναπόκειται τη Βιβλιοθήκη της Βιέννης.

Σε ένα άλλο κώδικα του Διοσκουρίδη του 12ου αι. που βρίσκεται σε Βιβλιοθήκη της Μεγίστης Λαύρας του Αγίου Όρους βλέπουμε εκτός από τα φυτά να έχουν προστεθεί και ανθρώπινες φιγούρες. Στον παλαιότερο κώδικα του Διοσκουρίδη, του 512 απεικονίζονται 383 φυτά και έχουν προστεθεί και μερικές ενδιαφέρουσες παραστάσεις.
 


Στην πρώτη εικόνα η θεά των ανακαλύψεων Εύρεσις, παραδίνει στον Διοσκουρίδη τη θαυματουργική ρίζα του μανδραγόρα, που έχει ανθρώπινη μορφή. Παρατηρούμε ότι απεικονίζεται και ένας σκύλος, που χρησιμοποιούνταν σύμφωνα με σχετική πρόληψη για να ξεριζώνει τον μανδραγόρα, διότι αν τον ξερίζωνε άνθρωπος, θα κουφαινόταν από τις φωνές του φυτού!!!
Σε άλλη πάλι παράσταση βλέπουμε τον Κρατεύα να ζωγραφίζει τον μανδραγόρα.

Και στην επόμενη απεικονίζεται στο μέσον ο κένταυρος Χείρων, δάσκαλος του Ασκληπιού ενώ σε μία άλλη μικρογραφία παριστάνεται στο κέντρο ο Γαληνός περιστοιχιζόμενος από τους ιατρούς Διοσκουρίδη, Νίκανδρο, Ρούφο, Ανδρέα, Απολλώνιο και Κρατεύα.
 


Περισσότερα από 500 φυτά με τη δράση τους στις διάφορες ασθένειες του ανθρωπίνου σώματος είχε μελετήσει ο Διοσκουρίδης, ο οποίος τα κατέταξε σύμφωνα με τις θεραπευτικές τους ιδιότητες και οι αρρώστιες που ξεχωρίζει στο έργο του ξεπερνούν τις 50, αρχίζοντας από τον πονοκέφαλο και καταλήγοντας στον ίκτερο, τις παθήσεις του σπληνός, του νεφρού και τα έλκη του στομάχου.. (Μπάουμ 93).

Σημειώνουμε ότι πολλά από τα φυτά που ο Διοσκουρίδης αναγράφει στο Περί ύλης Ιατρικής, ο Άγγλος ιατρός και καθηγητής της Βοτανικής Σιπθορπ, που περιόδευσε την Ελλάδα το 1786, προσπάθησε και τα κατέγραψε με παράλληλο σχεδιασμό τους σε δέκα ογκώδεις τόμους με τίτλο Flora Graeca, που τον τίτλο του πρώτου τόμου του 1806 βλέπουμε στην εικόνα.
 


Στο περί πτελέας, κοινώς φτελιάς κεφάλαιο ο Διοσκουρίδης μνημονεύει και την αντισηπτική ιδιότητα της μούχλας (1, 84): «Η μούχλα η οποία μαζεύεται στα παλιά ξύλα και τη βάση των κορμών, αν πασπαλιστεί σαν αλεύρι, καθαρίζει και επουλώνει τα έλκη», παρατήρηση που αξιοποιήθηκε μετά από αιώνες με την ανακάλυψη της πενικιλλίνης από τον Φλέμιγκ.

Επίσης σχετικά με την ιτιά (Α 104) παρατηρεί ότι «ο καρπός, τα φύλλα, ο φλοιός και ο χυμός έχουν στυπτικές ιδιότητες» που βοηθούν στους πόνους των αυτιών. Και το αφέψημά της, όταν με αυτό γίνονται εξωτερικές πλύσεις, είναι πάρα πολύ καλό για την ποδάγρα». Σημειώνουμε ότι το 1827 απομονώθηκε από την ιτιά η σαλικίνη, η οποία ονομάσθηκε έτσι από το λατινικό όνομα της ιτιάς, Salix, και η γνώση της ουσίας αυτής συνετέλεσε στη σύνθεση της ασπιρίνης. Στη Φαρμακολογία του ο καθηγητής Κωστής στα 1855 την σαλικίνη την αποδίδει με το ελληνικό όνομα «ιτεϊνη».
 


Οι συχνοί πόλεμοι κατά την αρχαιότητα συντέλεσαν ώστε τα βότανα να έχουν σημαντική θέση στην θεραπευτική των τραυμάτων, όπως για παράδειγμα η «Λυσιμαχία», το φυτό το οποίο ονομάσθηκε προς τιμήν του Λυσιμάχου στρατηγού του Μ. Αλεξάνδρου και ο οποίος χρησιμοποίησε το φυτό αυτό ως αιμοστατικό για να γιατρεύει τις πληγές των στρατιωτών του. Περιγράφεται και από τον Διοσκουρίδη (Δ. 3) ο οποίος σημειώνει ότι «είναι κατάλληλο για τα τραύματα και αιμοστατικό», «προς αίματος αναγωγάς και δυσεντερίας», ιδιότητες που επαναλαμβάνει και ο Γαληνός. (τόμ. ΧΙ, σελ. 64) στο Περί των απλών φαρμάκων κράσεως και δυνάμεως.

Ακόμη ως αιμοστατικό χρησιμοποιούνταν το βότανο «Αχίλλειον», όπως σημειώνει ο Διοσκουρίδης (Δ 36), το οποίο το έδιναν και σε φλεγμονές και απεικονίζεται σε χειρόγραφο του Διοσκουρίδη.
 


Ένα πολύ κοινό φυτό που φυτρώνει στους τοίχους και χαλάσματα είναι το ονομαζόμενο από τον Διοσκουρίδη (Δ, 85) Ελξίνη ή παρθένιον, ή περδίκιον (εξ ού και περδικάκι στη νεοελληνική γλώσσα), του οποίου τα φύλλα αν τεθούν ως κατάπλασμα θεραπεύουν το ερυσίπελας, τα κονδυλώματα, τα εγκαύματα και κάθε φλεγμονή και πρήξιμο. Μάλιστα ο Πλίνιος 22.17, γράφει ότι ο Περικλής κατά την ανέγερση ναού στον Παρθενώνα σε έναν εργάτη που κτύπησε και αιμορραγούσε, πήρε το φυτό αυτό και το έθεσε πάνω στην πληγή με αποτέλεσμα το σταμάτημα της αιμορραγίας, γι’ αυτό και ονομάσθηκε «Παρθένιον», προς τιμή της θεάς Αθηνάς.

Για τις αντιβηχικές, αναλγητικές, στυπτικές και υπνωτικές ιδιότητες του οπίου, που βγαίνει από την μήκωνα την υπνοφόρο (Δ 64) ο Διοσκουρίδης, γράφει ότι « το όπιο… αν ληφθεί σε μικρή ποσότητα έως ενός ροδιού, είναι παυσίπονο, υπνωτικό και πεπτικό, ενώ βοηθά τους βήχες και τα κοιλιακά. Όταν πίνεται όμως σε μεγαλύτερη ποσότητα βυθίζει σε ληθαργικό ύπνο και είναι θανατηφόρο». Σημειώνουμε ότι η μήκων η υπνοφόρος είναι ο λογότυπος της Ελληνικής Αναισθησιολογικής Εταιρείας.

Ένα άλλο βότανο για το βήχα θεωρείται το «Πράσιον», εικόνα επίσης από χειρόγραφο, του οποίου τα φύλλα μαζί με τα σπέρματα βράζονται με μέλι και χορηγούνται στους φθισικούς, ασθματικούς και σε εκείνους που βήχουν.
Ακόμη για το αναπνευστικό σύστημα για βήχα και δύσπνοια έδιναν και το βότανο «Ιππουρίς, ή έφεδρον», που το αλκαλοειδές εφεδρίνη, που απομονώθηκε το 1887, έδινε τα θεραπευτικά αποτελέσματα, ουσία που και σήμερα περιέχεται σε σκευάσματα για τον βήχα.

Στους κωλικούς των νεφρών από τον Γαληνό (ΧΙΙΙ, σελ. 89) συνιστάται «σπέρμα υοσκυάμου», «κώνειον», «οπό της μήκωνος», και «φλοιό της ρίζης του μανδραγόρα». Στη «δυσουρία» χορηγούνταν επίσης το κοινό φυτό «καυκαλίδα ή μοσχολάχανο» το αναφερόμενο από τον Διοσκουρίδη (Γ 54) ως «Τόρδιλον» ή «Σέσελι Κρητικόν» του οποίου ο «χυμός του βλαστού και του σπόρου, όταν είναι ακόμη χλωρός, αν πίνεται μαζί με γλυκό κρασί για δέκα ημέρες, θεραπεύει όσους έχουν νεφρίτιδα». Τα φύλλα καθώς και η ρίζα του Παλίουρου, κοινώς παλιούρι, στο «Περί της των απλών φαρμάκων κράσεως και δυνάμεως Βιβλίον Θ», (τόμ. ΧΙΙ, σελ. 93-94) ο Γαληνός τα χρησιμοποιεί για να θεραπεύει τα φύματα, ενώ τον καρπό για να διαλύει του λίθους της ουροδόχου κύστεως, αντίληψη που διατηρείται μέχρι σήμερα.

Ένα άλλο βότανο (Γ 141) ήταν το «λιθόσπερμον» ή <αετόνυχον», ή «Ηράκλεια», του οποίου οι σκληροί σπόροι, γι’ αυτό και το όνομά του, έχουν τη δυνατότητα, όταν πίνονται μαζί με λευκό κρασί, να σπάνε τις πέτρες και να προκαλούν την ούρηση». Οι αρχαίοι ιατροί χρησιμοποιούσαν πολύ συχνά τη μέθοδο επάλειψης των βοτάνων στις πάσχουσες περιοχές του σώματος ως έμπλαστρα με την πεποίθηση ότι με την απορροφητική ικανότητα του δέρματος θα εισχωρήσουν οι δραστικές ουσίες των βοτάνων στο προσβεβλημένο μέρος του σώματος. Εξ άλλου και σήμερα εφαρμόζεται η διαδερμική χορήγηση με την επικόλληση στο δέρμα ταινιών όπου εναποτίθεται η δραστική φαρμακευτική ουσία. 
 


Το βότανο «Γεντιανή» ονομάσθηκε (Γ 3) από το όνομα του βασιλιά της Ιλλυρίας Γέντη, (2ος αι. π.Χ.), ο οποίος τη χρησιμοποίησε για την πανώλη. Ο Διοσκουρίδης σημειώνει ότι Το εκχύλισμα της ρίζας σύμφωνα με τον Διοσκουρίδη ενδείκνυται στους πόνους των πλευρών, στις σήψεις, τα διαστρέμματα και ο χυμός για τα διαβρωτικά έλκη του δέρματος.
Το αφέψημα του «θυμαριού», χρησιμοποιήθηκε τόσο στη δύσπνοια και ως αποχρεμπτικό, όσο και ως ανθελμινθικό, ιδιότητα που θα οφείλεται στην εμπεριεχόμενη θυμόλη, η οποία σύμφωνα με την Φαρμακολογία του Ιωακείμογλου (τόμ. Α, σελ. 689) χρησιμοποιούνταν επί των παρασιτώσεων.

 
Η «Πτέρις» κατά τον Διοσκουρίδη (Δ 184) αποβάλλει την έλμινθα, γι’ αυτό και έχει εκτρωτικές ιδιότητες έναντι των εμβρύων, άποψη που αναγράφει ο Γαληνός και ο Παύλος Αιγινήτης, (7ος αι. μ.Χ.) (Βιβλίον 7)











Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου