Τρίτη 26 Μαΐου 2015

Η Αρετή της Παρρησίας

 Η Αρετή της Παρρησίας
Ως λέξη, η «Παρρησία» ετυμολογείται από τα ουσιαστικά «παν» και «ρήσις» ή «ρήμα» και σημαίνει το να εκφράζεται κάποιος (κυρίως δια του λόγου) δίχως φόβους και αναστολές, με θάρρος, ειλικρίνεια, αλλά κυρίως με ευθύτητα.
Παράγωγά της είναι το ουσιαστικό «παρρησιαστής» (που με εξαίρεση τα «Ηθικά Νικομάχεια», δεν απαντάται στα σωζόμενα κείμενα της κλασικής αρχαιότητος, αλλά επικρατεί αργότερα, κατά την ρωμαϊκή εποχή, στον Πλούταρχο και τον Λουκιανό), δηλαδή εκείνος που μιλά ελευθέρως, το ρήμα «παρρησιάζομαι» και το επίθετο «παρρησιαστικός» (Αριστοτέλης, «Ρητορική», 2.5.11), δηλαδή ο διατειθέμενος να ομιλήσει ελευθέρως.
Από ιστορικής πλευράς, τον όρο συναντάμε για πρώτη φορά μέσα στην διασωθείσα Ελληνική Γραμματεία στον Ευριπίδη (5ος αιώνας π.α.χ.χ., «Ιππόλυτος» 422, «ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ ΠΑΡΡΗΣΙΑι ΘΑΛΛΟΝΤΕΣ»). Στην εθνική Ελλάδα, με μόνη εξαίρεση τον Πλάτωνα που την
έβλεπε ως εφαλτήριο της φλυαρίας των δημοκρατικών, η «Παρρησία» θεωρείτο βασική αρετή, προϋπόθεση της ελευθεροπρέπειας και διαμορφωτική τού μη δουλικού ανθρώπου και εκδηλωνόταν τόσο στον πολιτικό λόγο (όπου ο πολίτης ήταν υποχρεωμένος να υπερασπιστεί τις θέσεις του) όσο και στον πολιτιστικό (Θέατρο κ.λπ.). Επίσης, στο λατρευτικό επίπεδο, η λέξη σημαίνει την ευθεία επικοινωνία με τους Θεούς, ο Ισοκράτης λ.χ. καλεί τους πολίτες να μην παραμελούν τα λατρευτικά τους ήθη με την φράση «(ΟΥΔΕ) ΤΗΣ Δ' ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΘΕΟΥΣ ΠΑΡΡΗΣΙΑΣ ΟΛΙΓΩΡΗΣΟΜΕΝ» (11.40.1).
Ως διαμορφωτική του ελευθεροπρεπούς ανθρώπου, η «Παρρησία» αποτελεί μία βασική πολιτική αρετή. Όπως υπογράμμισε ο φιλόσοφος Μισέλ Φουκώ (Michel Foucault, 1926 – 1984) σε μία από τις 6 διαλέξεις του στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας, στο Μπέρκλεϋ, τον Οκτώβριο και Νοέμβριο του 1983 (οι οποίες αργότερα, το 2001, εκδόθηκαν υπό τον τίτλο «Fearless Speech», «Άφοβος Λόγος»): «γεννιέται μέσω αυτής εκείνος ο πολίτης που είναι ελεύθερος, γιατί επιλέγει να μιλάει ανοιχτά και ειλικρινά αντί να εξαπατά το συνομιλητή του με διάφορα ρητορικά τεχνάσματα, γιατί επιλέγει την αλήθεια και όχι την σιωπή ή το ψέμα, τον κίνδυνο της ζωής αντί για την ασφάλεια, την κριτική αντί για την κολακεία, το ηθικό χρέος αντί για το προσωπικό του όφελος ή την παθητικότητα και την αδιαφορία».
Σε άλλο σημείο του λόγου του, ο Φουκώ τονίζει επίσης ότι «ο παρρησιαστής είναι λοιπόν κάποιος που αναλαμβάνει κίνδυνο, βεβαίως όχι πάντα έναν κίνδυνο για την ίδια του την ζωή. Για παράδειγμα, είσαι παρρησιαστής και όταν βλέπεις έναν φίλο να πράττει κακά και διακινδυνεύεις να προκαλέσεις την οργή του με το να του επισημάνεις ότι δεν πράττει ορθώς... Σε μία πολιτική διαμάχη επίσης, παρρησιαστής είναι και ο ομιλητής που διακινδυνεύει να χάσει την δημοτικότητά του επειδή οι απόψεις που εκφράζει είναι αντίθετες με εκείνες της πλειοψηφίας του ακροατηρίου ή μπορεί να σκανδαλίσουν. Η παρρησία συνεπώς συνδέεται άμεσα με το κουράγιο απέναντι στον κίνδυνο».
Η «παρρησία» προϋποθέτει το να κατέχει κάποιος ήδη τις αναγκαίες ηθικές ποιότητες, ώστε να μπορεί να ξεστομίσει άφοβα την ωμή αλήθεια, την οποία αποφεύγει να επωμισθεί ο φαύλος ή ο δειλός. Ο παρρησιαστής ουσιαστικά εκδηλώνει την προσωπική του σχέση:
1. με την Αλήθεια (σε σύγκρουση με την ψευδολογία ή την σιωπή –αυτό που υπερασπίζεται το υπερασπίζεται επειδή το θεωρεί ότι αποτελεί αλήθεια, μία αλήθεια όμως, που όπως ορθώς τόνισε ο Φουκώ, δεν αποδεικνύεται «καρτεσιανά», αλλά από την ηθική συγκρότηση του παρρησιαστή: εκείνος ο όποιος έχει ηθική συγκρότηση, έχει πρόσβαση και στην Αλήθεια, που με την σειρά της είναι προσβάσιμη μόνον από όσους έχουν ηθική συγκρότηση. Η απόδειξη της ηθικής συγκρότησης του παρρησιαστή είναι το κουράγιο του: το αληθές βεβαιώνεται όχι από την τυπική ορθότητα του λόγου, αλλά από το κουράγιο να λέγεται με κάθε κόστος η αλήθεια),
2. με την Ελευθερία (πρωτίστως στην κριτική, σε σύγκρουση με την κολακεία ή τον καθησυχασμό),
3. με το πολιτικό Καθήκον (σε σύγκρουση με την ασφάλεια), και
4. με το ηθικό Καθήκον (σε σύγκρουση με τον εγωκεντρισμό ή την ηθική απάθεια).
Η «παρρησία» απαιτεί μία σαφή και ιδιαίτερη σχέση του λέγοντος με το λεγόμενο, η οποία με την σειρά της απερίφραστα ομολογεί πέρα για πέρα ότι τα λεγόμενα αποτελούν την γνώμη του λέγοντος και τίποτε πέρα από αυτήν. Ανάμεσα στον λέγοντα, το λεγόμενο και τον ακούγοντα δεν μεσολαβεί κανενός είδους ρητορικός ελιγμός, εκφραστική κάλυψη, εμμεσότητα, διάνθιση, αλλά μόνον άμεσες και σαφείς λέξεις που μεταφέρουν αυτό ακριβώς που πρέπει να μεταφερθεί.
Σε καιρούς υποχώρησης του πολιτικού ανθρώπου ωστόσο, ο επικούρειος Φιλόδημος από τα Γάδαρα της Παλαιστίνης (110 - 35) στο «Περί Παρρησίας» αισθάνεται υποχρεωμένος ν' αξιολογήσει την Παρρησία όχι αυτοτελώς αλλά σύμφωνα με την ποιότητα του υποκειμένου της: «Άλλος εκδηλώνει παρρησία λόγω ευγενικού χαρακτήρος και άλλος λόγω μοχθηρού χαρακτήρος. Ευγενικός είναι όποιος πάντοτε έχει καλή πρόθεση, φιλοσοφεί συνετά και διαρκώς, είναι μεγαλόψυχος, αδιάφορος για τη δόξα, καθόλου πολιτικάντης, απαλλαγμένος από φθόνο, αναφέρεται μόνο στο θέμα συζήτησης και δεν ξεφεύγει από αυτό για να προσβάλει ή να διαπομπεύσει ή να περιφρονήσει ή να βλάψει, ούτε χρησιμοποιεί ασελγείς εκφράσεις ή κολακείες. Ούτε είναι ασυγκράτητος στην γλώσσα, ούτε μεμψίμοιρος, διότι δεν είναι ανόητος ώστε να θυμώσει ακόμη και αν κάποιος τον βλάψει λίγο, ούτε είναι ευερέθιστος, ούτε τραχύς, ούτε πικρόχολος. Αντιθέτως, είναι λόγω μοχθηρίας που εκδηλώνει παρρησία αυτός που έχει τα αντίθετα χαρακτηριστικά».
Ιστορικό διαχρονικό σύμβολο της συγκεκριμένης αρετής είναι ο Σωκράτης, ο οποίος στο όνομα ενός βίου συνδεδεμένου και ταυτόσημου με την Αλήθεια, επέλεξε τελικά τον θάνατο. Αιώνες μετά, τον ακολουθεί ο στωϊκός φιλόσοφος Θρασέας Παέτος:
«Ο Πούμπλιος Κλόδιος Θρασέας Παέτος (Publius Clodius Thrasea Paetus), υπήρξε επιφανής Ρωμαίος συγκλητικός και στωϊκός φιλόσοφος και μάρτυς του 1ου αιώνος. Ήταν ευγενής, ανδρείος και δημοκρατικός, σύζυγος της Αρρίας της Νεωτέρας (θυγατρός της στωϊκής Αρρίας και του Καικίνα Παέτου), ενώ κατά το έτος 56 διετέλεσε Ύπατος και κατά την υπατεία του ήσκησε έντονη κριτική κατά της μοναρχίας, αιτούμενος ανοικτά την Libertas Senatoria, το δε έτος 59 απεχώρησε επιδεικτικώς από την Αίθουσα Συνεδριάσεων, όταν η Σύγκλητος, υπό το κράτος του τρόμου, υπεχρεώθη να χαιρετήσει τη μητροκτονία του Νέρωνος».
«Το έτος 63 απεσύρθη της ενεργού πολιτικής, αηδιασμένος από τις ανηθικότητες του Νέρωνος, κατεδικάσθη ωστόσο το έτος 66 εις θάνατον από την φοβισμένη Σύγκλητο και παρά το βέτο που επεχείρησαν κάποιοι δημοκρατικοί και στωϊκοί συγκλητικοί, με επικεφαλής τον Κόϊντο Ιούνιο Αρουληνό Ρουστικό. Η καταδίκη του εμεθοδεύθη υπό του Νέρωνος, εξαιτίας της μεγάλης επιρροής που εξακολουθούσε να ασκεί στον ρωμαϊκό λαό, λόγω της απλότητος και τιμιότητος της ζωής του, συσπειρώνοντας έτσι άθελά του γύρω από το πρόσωπό του, όλη την δημοκρατική αντιπολίτευση («οι στωϊκοί προβάλλουν τον θαυμασμό τους προς τους αρχαίους Ρωμαίους, αλλά και την φιλοσοφική τους αλαζονία που υποκινεί την ανταρσία και τη συνομωσία..» γράφει ο σύμβουλος του Νέρωνος Tigellinus), καθώς επίσης και εξαιτίας της αρνήσεώς του να τιμήσει το genius του αυτοκράτορος και να αναγνωρίσει την.. "θειότητα" της Ποππαίας, παρά το ότι συμμετείχε σε ειδικό ιερατικό σωματείο».
«Όταν του ανηγγέλθη η ποινή, ο Θρασέας προσεκάλεσε στον κήπο του τους καλυτέρους φίλους και συνεργάτες του και μετά από μία ολιγόωρη φιλοσοφική συζήτηση περί της αθανασίας της ψυχής, άνοιξε τις αρτηρίες του λέγοντας με ήρεμη φωνή "σπονδή χύνουμε στον Δία τον Ελευθερωτή (Iuppiter Liberator)". Η αφοσιωμένη Αρρία, άξια της σπουδαίας μητρός της, θέλησε να αυτοκτονήσει μαζί του, αλλά υπήκουσε στην αντίθετο διαταγή του συζύγου της, εξωρίσθη ωστόσο εν συνεχεία από τον τύραννο, μαζί με όλη την οικογένειά της» (από το βιβλίο του γράφοντος «Θεοίς Συζήν. Εισαγωγή στον Στωϊκισμό», Αθήναι 2001, εκδόσεις «Ανοιχτή Πόλη»).
Η τόσο θεμελιώδης Αρετή της «παρρησίας», που πέρασε τον ελεύθερο άνθρωπο από την απλή γνώμη στην ευθύνη της αληθείας, χάθηκε φυσικά με την επικράτηση του Χριστιανισμού. Στην «Παρρησία» έκανε σφοδρότατη επίθεση ο Χριστιανισμός. Στην αρχή με απευθείας κτύπημα και εν συνεχεία με ιδιοποίηση και εννοιολογική διαστρεβλωση. Την ίδια ιστορική στιγμή που η εθνική ρωμαϊκή «Σύγκλητος» («Senatus») μετατρεπόταν από τους χριστιανούς ψευδο-Ρωμαίους σε «Σιλένσιουμ» («Silencium»), η λέξη «παρρησία» διαστρεβλωνόταν στο να σημαίνει πρόσβαση, συνήθως «οσίων» και «αγίων», στην υποτιθέμενη «Αυλή» του υποτιθέμενου μονάρχη των ουρανών: «απέκτησε παρρησία ενώπιον του Θεού».
Άλλες χριστιανικές μεταχειρίσεις της «παρρησίας», ακόμη και σύγχρονες δυστυχώς, χαρακτηρίζονται βεβαίως από κανονικό πρωτογονισμό. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο ορθόδοξος υπερ-αστήρ «Γέρων Παϊσιος» που ενημερώνει τους ομοθρήκσους του ότι δήθεν «η παρρησία είναι αναίδεια και διώχνει μακριά τον φόβο του Θεού σαν τον καπνό που βάζουμε στις μέλισσες, για να απομακρυνθούν από την κυψέλη. Για να αποφύγει κανείς την παρρησία, οφείλει να νιώθει τον εαυτό του κάτω από όλους. Χρειάζεται ταπείνωση πολλή. Να λέμε το λογισμό μας ταπεινά και να μη δείχνουμε ότι τα ξέρουμε όλα. Τότε μας χαριτώνει ο Θεός και κάνουμε προκοπή. Η παρρησία στον υποτακτικό είναι ο μεγαλύτερος εχθρός του, γιατί διώχνει την ευλάβεια. Συνήθως στην παρρησία επακολουθεί η ανταρσία και έπεται η αναισθησία και η αδιαφορία για τις μικρές αμαρτίες στην αρχή, τις οποίες σιγά-σιγά συνηθίζει κανείς και τις βλέπει μετά φυσιολογικές».
Ο Βρετανός κλασικιστής Ρίτσαρντ Λίβινγκστον (Sir Richard Winn Livingstone, 1880 -1960) στο περίφημο βιβλίο του «Το Ελληνικό Πνεύμα και η σημασία του για εμάς» («The Greek genius and its meaning to us»), που πρωτοεκδόθηκε το 1912 και γνώρισε από τότε αλλεπάλληλες επανεκδόσεις και επίσης ο Ελβετός Αντρέ Μπονάρ (André Bonnard, 1888 - 1959) στο τελευταίο 3τομο έργο του για τον Ελληνισμό («Civilisation Grecque»), που πρωτοεκδόθηκε την περίοδο 1957 - 1959, συμφωνούν ότι τα κυριότερα γνωρίσματα του αρχαιοελληνικού πνεύματος είναι τα ακόλουθα 5:
1. η Φιλοκαλία, δηλαδή η αγάπη για το κάλος
2. το Μέτρον
3. η Ευθύτης και Παρρησία
4. ο Ανθρωπισμός
5. η αγάπη για Ελευθερία
Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι την έκδοση του βιβλίου του Λίβινγκστον υποδέχθηκε στις 25 Αυγούστου 1912 η εφημερίδα «The New York Times» με τον σχεδόν προσβλητικό τίτλο «THE PSEUDO PAGAN; Misunderstanding the Greek Genius, He Sees in Any Path That Leads Away from Nazareth a Return to Hellas» (25.8.1912).
ΠΗΓΗ =  http://www.theasis.gr/noisis/philosophy/372-%CE%B7-%CE%B1%CF%81%CE%B5%CF%84%CE%AE-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CF%80%CE%B1%CF%81%CF%81%CE%B7%CF%83%CE%B9%CE%B1%CF%82

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου