Σάββατο, 13 Δεκεμβρίου 2014

Οικιακά αντικείμενα μιας άλλης εποχής...



«Μια στάμνα»... 
Αυτοί είμασταν σαν λαός... έτσι και γι αυτό μεγαλουργήσαμε

Ανεβοκατέβαινε παρά την ηλικία της με μια στάμνα στον ώμο της στις απάτητες βουνοκορφές της Πίνδου, με θυμό και ευγενή συναισθήματα, με ταραγμένο πρόσωπο, πρησμένο από το κρύο, προσφέροντας νερό στους μαχόμενους στρατιώτες.
Κάποια στιγμή γλίστρησε στους βράχους και κατατσακίστηκε σπάζοντας τη στάμνα της.
Οι ελάχιστοι τραυματιοφορείς έσπευσαν, την σήκωσαν και την απόθεσαν στην πρόχειρη σκηνή του Διοικητή. 
Έτρεξε τότε εκείνος, την αγκάλιασε και ξέσπασε:
- «Γιαγιούλα μου» της είπε «τι έπαθες; Πού πονάς; Τι θέλεις να σου δώσω;» 
Τον κοίταξε εκείνη με παγωμένα μάτια και λίγο πριν φύγει του ψιθύρισε:
- «Στρατηγέ μου… μια στάμνα» και σώπασε. 
«Όταν τα γεγονότα φωνάζουν – οι λόγοι περιττεύουν»
 (Πηγή: εδώ)













Η γάστρα
Η γάστρα ήταν ένα απαραίτητο σκεύος της ζωής στο χωριό. Δεν θυμάμαι σπίτια στο χωριό που να είχαν φούρνο για να ψήσουν ψωμί ή φαγητό «στο ταψί». 
Η γάστρα ήταν μια ημισφαιρική χονδρή λαμαρίνα, που στο πάνω μέρος είχε μια λαβή για να μπορούν να τη σηκώνουν με το «ξυθάλι» ή να τη μεταφέρουν με τα χέρια, όταν ήταν κρύα. 
Πιο κάτω από τη λαβή είχε ένα μεταλλικό στεφάνι για να κρατάει τις ζεστές στάχτες και τ’ αναμμένα κάρβουνα. Στη «γωνιά», η οποία συνήθως ήταν από πλάκες για να κρατούν την θέρμανση, η νοικοκυρά άναβε δυνατή φωτιά με κλάρες που κάνουν γρήγορη και δυνατή φλόγα και δημιουργούν κάρβουνα πολύ γρήγορα.

Πάνω στη φωτιά τοποθετούσε τη γάστρα, η οποία γινόταν κατακόκκινη από τη δυνατή φλόγα. Όταν η φωτιά έπεφτε, η νοικοκυρά καθάριζε τη γωνιά, έβαζε το στρογγυλό ταψί με το ψωμί ή το φαγητό, το σκέπαζε με τη γάστρα και ύστερα έβαζε τα κάρβουνα και τη ζεστή στάχτη πάνω και γύρω στη γάστρα και σφράγιζε το φορητό φούρνο. Σε δύο ή τρεις ώρες το φαγητό ή το ψωμί ήταν έτοιμο. Στη γάστρα έψηναν το ψωμί, τις πίτες, τα γλυκά του ταψιού, μπακλαβάδες, κουραμπιέδες, αλλά και φαγητά. 

Ήταν ένας πρωτόγονος φορητός φούρνος. Η γάστρα μαζί με την πυροστιά, το ξυθάλι, ένα κακάβι με το καπάκι για πιάτο, ήταν τα βασικά σκεύη της καθημερινότητας της νοικοκυράς. 
Το φαγητό στη γάστρα είχε υπέροχη γεύση και νοστιμιά, γιατί σφράγιζε καλά και κρατούσε μέσα τα υγρά και τα έψηνε πολύ σιγά.

Πηγή φώτο Λαογραφικό Μουσείο Παμφίλων














Άλλα σκεύη της κουζίνας του χωριού ήταν το τηγάνι, το ταψί, η χουλιάρα (κουτάλα), ο τέντζερης, ο μαστραπάς, το σκαφίδι. (Πηγή: εδώ)
Τα χάλκινα σκεύη βέβαια έπρεπε να γανωθούν...
Γανωτής ή γανωτζής ή γανωματής είναι ο τεχνίτης που επικαλύπτει τα χάλκινα σκεύη με κασσίτερο και το επάγγελμα αυτό ανήκει σ’ αυτά που απαιτούν χειρωνακτική εργασία. Το επάγγελμα του γανωτή είναι από τα πιο παλιά που υπάρχουν. Λένε ότι καθιερώθηκε στην εποχή του Βυζαντίου και ήταν χρήσιμη η δουλειά τους, γιατί έσωζαν τους ανθρώπους από το θάνατο που προκαλούσαν τα αγάνωτα χάλκινα σκεύη. Τα παλιά χρόνια, τα περισσότερα σκεύη που χρησιμοποιούσαν οι άνθρωποι για τις καθημερινές τους δουλειές και ιδιαίτερα στη μαγειρική ήταν χάλκινα [μπακιρένια]. Αυτά με τον καιρό και με τη μεγάλη χρήση οξειδώνονταν και γινόταν επικίνδυνα για δηλητηριάσεις. Έπρεπε λοιπόν να γανωθούν, να περαστεί δηλαδή η επιφάνειά τους για προστασία με ένα ειδικό μέταλλο, το καλάι (κασσίτερος). Ο γανωματής αφού καθάριζε καλά τα σκεύη, άλειφε το εσωτερικό τους με σπίρτο (υδροχλωρικό οξύ) και το έτριβε με τριμμένο κεραμίδι ή άμμο. Ύστερα ζέσταινε καλά το χάλκινο σκεύος στη και έριχνε μέσα το χλωριούχο αμμώνιο για να στρώσει καλύτερα το καλάι. Στη συνέχεια, το σκούπιζε καλά και μετά άπλωνε το λιωμένο καλάι στην επιφάνεια του σκεύους με τη βοήθεια ενός χοντρού βαμβακερού υφάσματος. Στο τέλος το σκούπιζε με καθαρό βαμβάκι για να γυαλίσει.
Τα τελευταία χρόνια το επάγγελμα του γανωτή τείνει να εξαφανιστεί αφού τα μαγειρικά σκεύη είναι πλέον ανοξείδωτα και δεν χρειάζονται γάνωμα (επικασσιτέρωση). (Πηγή: εδώ)













Τάβλα - Σοφράς
Ο «Σοφράς» ή σουφράς, ήταν ένα στρογγυλό τραπέζι φαγητού μικρός ή μεγάλος με πολύ χαμηλά πόδια, ως 40 εκατ. ύψος, δεν το χρησιμοποιούσαν μόνο για τραπέζι φαγητού. Οι τρώγοντες κάθονταν σταυροπόδι, εκτός των νέων γυναικών που έτρωγαν στηριζόμενες στα γόνατά τους ή καθισμένες σε μικρά σκαμνιά. Οι άνδρες κάθονται πάνω σε προσκέφαλα σταυροπόδι πάντοτε. Παλαιότερα τραπεζομάντηλα δεν χρησιμοποιούσαν αλλά πάνω στο σοφρά έβαζαν ένα μεγάλο σινί και μέσα σ΄αυτό τα σάνια ή σαγάνια. Στα μεγάλα δείπνα, όπως στην περίπτωση γάμου χρησιμοποιούσαν σουφράδες ορθογώνιες σε κανονικό ύψος για 10 ή και περισσότερα άτομα και κάθονταν σε ξύλινα καθίσματα. Οι γυναίκες όμως δεν συμμετείχαν στο κοινό με τους άνδρες τραπέζι αλλά σε ξεχωριστό. Πάνω στο σοφρά έκαναν κι άλλες δουλειές, όπως το πλάσιμο των φύλλων ζυμαριού για τις πίτες, το ζύμωμα της καλαμποκοκουλούρας, των πρόσφορων για την εκκλησιά, των κουλουριών. Πάνω αναποδογύριζαν αμέσως μετά το ξεφούρνισμα τις πίτες, άπλωναν τα σύκα μετά το βράσιμό τους για να γίνουν οι συκομαϊδες κ.α. Ήταν ένα σκεύος που δεν έλειπε από κανένα σπίτι του χωριού. 

Η Ηπειρώτισσα όταν μετέφερε το νερό από τις πηγές ή το ποτάμι 
με την βουτσέλα, μια επίπονη εργασία. (Πηγή φώτο: εδώ)


Ξύλινο σκαφίδι













Το Σκαφίδι
Το σκαφίδι ήταν μια σκάφη συνηθισμένου μεγέθους, ξύλινη κι εχρησιμοποιείτο μόνο για το ζύμωμα του ψωμιού. Το καλαμποκίσιο ψωμί ήταν η κύρια τροφή των κατοίκων της περιοχής ως και μετά τον πόλεμο του 40. Κι όταν μιλάμε για κάπως πλουσιότερους οικογενειάρχες του χωριού εννοούμε εκείνους που είχαν το καλαμποκίσιο ψωμί εξασφαλισμένο για όλη τη χρονιά. Για να ζυμωθεί το καλαμποκίσιο ψωμί ήταν απαραίτητο το σκαφίδι γιατί δεν πρόκειται ακριβώς για ζύμωμα καλύτερα να λέμε για ανακάτωμα. 
Έβαζαν το αλεύρι στη μέση του σκαφιδιού, σαν κάθετο τείχος κι από τη μια πλευρά του έριχναν το ανάλογο αλάτι και το προζύμι κι από την άλλη το ζεματιστό νερό. Με μια μεγάλη ξύλινη χουλιάρα (κουτάλα) έσπρωχναν λίγο-λίγο το αλεύρι προς το νερό και το ανακάτωναν για να μουσκέψει και να ποτίσει καλά με το ζεματισμένο νερό αλλιώς θα μύριζε καλαμποκίλα. Έπρεπε να το πετύχουν σε κατάλληλη ρευστότητα για να γίνει καλό το ψωμί. Εκεί στην άκρη του σκαφιδιού το άφηναν ώσπου να γίνει η ζύμωση κι ύστερα το μετέφεραν στο ταψί για να το ψήσουν σε λίγο.
Ζύμωναν κι ένα άλλο είδος καλαμποκίσιου ψωμιού, την κουλούρα. Αυτή γινόταν χωρίς προζύμι, ήταν άζυμο ψωμί, που το ζύμωναν ξερό όσο μπορούσαν και το φούρνιζαν αμέσως. Όταν ψηνόταν κι έβγαινε ζεστή τρωγόταν θαυμάσια με ελιές ή τυρί, ενώ κρύα ήταν καλή τριμμένη σε ζεστό γάλα. Την άλλη μέρα δεν τρωγόταν καθόλου, έμοιαζε σαν ασβέστης. (Πηγή: εδώ)

Αντικείμενα καθημερινής χρήσης














Διάφορα αντικείμενα (φώτο άνω):
Χερόμυλος πέτρινος για το άλεσμα του σιταριού. 
Κοσκινάκι για κοσκίνισμα του αλευριού Σκάφη για ζύμωμα.
Μύλος σιδερένιος για να αλέθουν ρύζι και κουρκούτι. 
Σινιά μεγάλα μπακιρένια, ρηχά ταψιά για γλυκίσματα κυρίως στα αρραβωνιάσματα και τους γάμους. 
Ταψιά μικρού μεγέθους και περισσότερο βαθιά για φουρνιστά φαγητά.
Πυροστιά: τρίγωνο σιδερένιο με πόδια που το τοποθετούσαν στη φωτιά για να στηρίζεται η κατσαρόλα ή το τηγάνι.
Σουφράς–σοφράς: χαμηλό στρογγυλό τραπέζι στο οποίο έτρωγε η οικογένεια καθισμένη σταυροπόδι.
Καζάνι μικρό για τραχανά. Μεγάλο για μπουγάδα. 
Κοφίνι για ρούχα άπλυτα ή καθαρά. 
Πιθαράκια: πήλινα αγγεία στα οποία διατηρούσαν λαδοτύρι και ελιές. 
Σεντουκάκι: κασέλα για αποθήκευση αντικειμένων. 
Βαρταλαμίδι: μικρό σεντούκι για φύλαξη πολύτιμων αντικειμένων. 
Κατζέλια: μεταλλικοί γάντζοι για κρέμασμα αντικειμένων και τράβηγμα κουβά που έχει πέσει στο πηγάδι. 
Καντάρι: ζυγός που ζυγίζει σε οκάδες. Ήταν μία σιδερένια βέργα στο ένα άκρο της οποίας κρεμούσαν το αντικείμενο που ήθελαν να ζυγίσουν και στο άλλο μετακινιόταν ένα αντίβαρο μέχρι να ισορροπήσει η βέργα. 
Τσότρα: ξύλινο δοχείο για πόσιμο νερό που έπαιρναν στο αλώνι ή γενικά στις αγροτικές δουλειές. Διατηρούσε το νερό κρύο.
Παβούρι – παγούρι: μικρό δοχείο, συνήθως μεταλλικό, για νερό. 
Ντουρβάς – Ντρουβάς: υφαντό ταγάρι με το οποίο μετέφεραν νερό και ψωμί. (Πηγή: εδώ)












(Πηγή φωτογραφιών: Η Γιαγιά Πηνιώ)
ΠΗΓΗ = http://vlahofonoi.blogspot.gr/2012/05/blog-post_18.html

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου