Παρασκευή, 12 Δεκεμβρίου 2014

Οι μάχες των Ηρώων πολεμιστών με τις Χθόνιες Τερατογεννήσεις ...

Ἐν δ᾽ ἦν ἠυκόμου Δανάης τέκος, ἱππότα Περσεύς,
οὔτ᾽ ἄρ᾽ ἐπιψαύων σάκεος ποσὶν οὔθ᾽ ἑκὰς αὐτοῦ,
θαῦμα μέγα φράσσασθ᾽, ἐπεὶ οὐδαμῇ ἐστήρικτο.
Τὼς γάρ μιν παλάμαις τεῦξεν κλυτὸς Ἀμφιγυήεις
χρύσεον· ἀμφὶ δὲ ποσσὶν ἔχεν πτερόεντα πέδιλα.
Ὤμοισιν δέ μιν ἀμφὶ μελάνδετον ἆορ ἔκειτο
χαλκέου ἐκ τελαμῶνος· ὃ δ᾽ ὥς τε νόημ᾽ ἐποτᾶτο·
πᾶν δὲ μετάφρενον εἶχε κάρη δεινοῖο πελώρου,
Γοργοῦς· ἀμφὶ δέ μιν κίβισις θέε, θαῦμα ἰδέσθαι,


ἀργυρέη· θύσανοι δὲ κατῃωρεῦντο φαεινοὶ
χρύσειοι· δεινὴ δὲ περὶ κροτάφοισιν ἄνακτος
κεῖτ᾽ Ἄιδος κυνέη νυκτὸς ζόφον αἰνὸν ἔχουσα.
Αὐτὸς δὲ σπεύδοντι καὶ ἐρρίγοντι ἐοικὼς
Περσεὺς Δαναΐδης ἐτιταίνετο. Ταὶ δὲ μετ᾽ αὐτὸν
Γοργόνες ἄπλητοί τε καὶ οὐ φαταὶ ἐρρώοντο
ἱέμεναι μαπέειν. Ἐπὶ δὲ χλωροῦ ἀδάμαντος
βαινουσέων ἰάχεσκε σάκος μεγάλῳ ὀρυμαγδῷ
ὀξέα καὶ λιγέως· ἐπὶ δὲ ζώνῃσι δράκοντε
δοιὼ ἀπῃωρεῦντ᾽ ἐπικυρτώοντε κάρηνα.
Λίχμαζον δ᾽ ἄρα τώ γε· μένει δ᾽ ἐχάρασσον ὀδόντας
ἄγρια δερκομένω. Ἐπὶ δὲ δεινοῖσι καρήνοις
Γοργείοις ἐδονεῖτο μέγας Φόβος...
******
Και μέσα ήταν της ομορφομάλλας Δανάης το τέκνο, ο καβαλλάρης Περσέας, ούτε αγγίζοντας με τα πέλματα την ασπίδα ούτε μακριά της, θαύμα μεγάλο να το πεις, γιατί δεν στηριζόταν πουθενά. Γιατί έτσι με τις παλάμες του τον έφτιαξε ο ξακουστός Αμφιδέξιος χρυσόν και γύρω στα πέλματα είχε φτερωτά πέδιλα. Κι απ’ τους ώμους του έπεφτε μαυροθήκαρο σπαθί από χάλκινο τελαμώνα· κι αυτός πετούσε σαν σκέψη. Κι ολόκληρη την πλάτη του σκέπαζε το κεφάλι του φοβερού τέρατος, της Γοργούς· κι ένας σάκος τό ’φερνε γύρω, θαύμα να τον δεις, ασημένιος· και θύσανοι απ’ αυτόν κάτω αιωρούνταν φωτεινοί χρυσοί· και το φοβερό γύρω στους κροτάφους του βασιλιά ήταν βαλμένο κράνος του Άδη που είχε τον τρομερό ζόφο της νύχτας. Κι ο ίδιος όμοιος να ορμάει να φύγει και να τρέμει ο Περσέας ο γιος της Δανάης τεντωνόταν. Κι από πίσω του οι Γοργόνες οι αζύγωτες κι ανείπωτες τινάζονταν ορμώντας να τον αρπάξουν. Και καθώς σε χλωμό χάλυβα πατούσαν, ηχούσε η ασπίδα μ’ ορυμαγδό μεγάλο σκληρά και καθαρά· κι από τις ζώνες του φίδια δύο κρέμονταν καμπυλώνοντας το κεφάλι. Κι έπαιζαν αυτά την γλώσσα· και μανιακά χτυπούσαν τα δόντια άγρια κοιτώντας. Και πάνω στα φοβερά κεφάλια των Γοργόνων τρανταζόταν ο μεγάλος Φόβος.
Ἡσιόδου, Ἀσπὶς Ἡρακλέους.
(Ἡ ἀπόδοση εἶναι ἀπὸ τις Ἐκδόσεις ΚΑΚΤΟΣ, μὲ ὁρισμένες διορθώσεις).
ΠΗΓΗ = http://pyrisporos.blogspot.gr/2014/10/blog-post_26.html

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου