Πέμπτη, 25 Δεκεμβρίου 2014

Καπετάν Ακρίτα-Μαζαράκη: Πως έγινε η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης το 1912. - ΤΟΥ ΑΝΤΙΣΤΡΑΤΗΓΟΥ ΚΩΝ. ΜΑΖΑΡΑΚΗ-ΑΙΝΙΑΝΟΣ (Καπετάν Ακρίτα)



Ο Μακεδονομάχος Οπλαρχηγός
Καπετάν Ακρίτας,
Μαζαράκης-Αινιάν.







 































  

ΠΩΣ ΕΠΡΟΛΑΒΑΜΕ ΤΟΥΣ ΒΟΥΛΓΑΡΟΥΣ





Μετά την διάβασιν του Λουδία, το Σώμα Προσκόπων συνεκεντρώθη εις Κουλακιάν και από εκεί απεστάλη έμπιστος λεμβούχος διά θαλάσσης εις την αποκεκλεισμένην Θεσσαλονίκην προς γνωστόν μας ομογενή, όστις και εφρόντισε να μας πληροφορήση ακριβώς περί της, εν Θεσσαλονίκη καταστάσεως του στρατού και των αρχών αίτινες συνεσκέπτοντο περί της παραδόσεως.
 Τας πληροφορίας δε αυτάς απέστειλα αμέσως προς το Γενικόν Στρατηγείον εις Γενιτσά.


Την 24ην Όκτωβρίου μετέβην εις Τεκελή ένθα την επομένην αφίκοντο διά πρώτην φοραν οι εν Θεσσαλονίκη πρόξενοι των Δυνάμεων διά να μεσολαβήσουν κατόπιν παρακλήσεως του Τούρκου Στρατηγού Χασαν Ταξίν, δια την παράδοσιν της πόλεως.

Την εσπέραν της 26ης αφίχθημεν μετά της 7ης Μεραρχίας εις το προάστειον της Θεσσαλονίκης «Μπαξέδες».

Ήδη από της μεσημβρίας κήρυκες αξιωματικοί Τούρκοι είχον φέρει προς την βαδίζουσαν προς Θεσσαλονίκην 7ην Μεραρχίαν την δήλωσιν αποδοχής των όρων παραδόσεως που είχον τεθή υπό της Α.Β.Υ. του Αρχηγού της Ελληνικής Στρατιάς εις τον Χασάν Ταξίν Πασσαν.

Διετάχθημεν να σταματήσωμεν, και το βράδυ κατηυλίσθημεν εις Μπαξέδες.
Πληροφορίαι όμως έφθαναν ότι  οι Βούλγαροι πλησίαζαν και αυτοί προς Θεσσαλονίκην. Όλοι συνεβουλεύαμεν τον Κλεομένην να προχωρήση και να καταλάβη τουλάχιστον τον σιδηροδρομικόν σταθμόν, αλλά  εκείνος δεν εδέχετο να παραβή τας διαταγάς.

Αργά μετά το μεσονύκτιον ακούομεν συριγμούς παρατεταμένους ατμομηχανής ερχομένης εκ Θεσσαλονίκης. Εκοιμώμην εις τας προφυλακάς. Ανήσυχος πλησιάζω και αντιλαμβανομαι ελληνικάς φωνάς εκ της ατμομηχανής. Γίνεται αναγνώρισις.

 Ήτο ο αξιωματικός του Γεν. Στρατηγείου I. Μεταξάς επιστρέφων εκ Θεσσαλονίκης όπου είχεν υπογραφεί το πρωτόκολλον παραδόσεως, και λαμβάνω την εξής διαταγήν του Γεν. Στρατηγείου ως σύνδεσμος μετά της 7ης Μεραρχίας.



 «Η Θεσσαλονίκη παρεδόθη, εντός αυτής ευρίσκονται τριάντα περίπου χιλιάδες Τουρκικού στρατού που δεν αφωπλίσθησαν δι’ αυτό δεν θα εισέλθη ακόμη στρατός Ελληνικός.

Όλαι αι Μεραρχίαι διετάχθησαν να παραμείνουν εις τας θέσεις των. 
Μεθαύριον θα εισέλθη επισήμως ο Αρχιστράτηγος με το Τάγμα Ευζώνων».

Ερωτώ :
 «Έχετε γνώσιν, ότι  κατέρχεται Βουλγαρικός στρατός; Δεν νομίζετε ότι  πρέπει να, προλάβωμεν ; 
Αν φοβείσθε ταραχάς, ας δημιουργήσωμεν ένα κορδόνι και να μην επιτρέψωμεν εις κανένα στρατιώτην να είσέλθη, αλλά  παντως να καταλάβωμεν τον σιδηροδρομικόν σταθμόν Μοναστηριού». 
Απάντησις:
 «Υπ΄ ευθύνην σου».

Και η ατμομηχανή οπισθοχωρεί φεύγουσα.

Αμέσως τρέχω προς τον Μέραρχον και γνωρίζων την διστακτικότητά του εν γένει, χωρίς να του ανακοινώσω ότι  εγώ επροκάλεσα ταυτην, του μεταδίδω διαταγήν να προχωρήσωμεν τα εξημερώματα προς κατάληψιν του σιδηροδρομικού σταθμού Μοναστηριού εν Θεσσαλονίκη και την εντολήν να μη εισέλθουν στρατεύματα εντός της πόλεως.
Ο Μέραρχος μου αναθέτει αμέσως να διατάξω εκκίνησιν τα εξημερώματα και να τεθώ επί κεφαλής αφού γνωρίζω τα μέρη.
Τούτο και εγένετο.

Εδώ θεωρώ σκόπιμον να αναφέρω χαρακτηριστικόν της εμπιστοσύνης πάντων προς τους τότε συμμάχους μας και της δυσπιστίας ημών — των τέως Μακεδονομάχων — που εγνωρίζαμεν την δολιότητα ιδία των Βουλγάρων.

Την προηγουμένην ημέραν εμανθάνομεν εξ ανιχνεύσεως ενός ανθυπιλάρχου του Στρατηγείου την κάθοδον Σερβο Βουλγαρικής Ίλης.
Αμέσως έστειλα επιστολήν προς τον Αρχηγόν του Γενικού Επιτελείου Δούσμανην (ήτις ευρίσκεται εις τα αρχεία νυν) ότι

«προ του κινδύνου καταλήψεως παρά Σέρβων η Βουλγάρων της Γευγελής, επειδή ο πόλεμος ετελείωσε και δεν πρόκειται περί παλληκαριάς ώστε να παρεξηγηθώ,  νομίζω απαραίτητον  να μεταβώ εκεί με τους διακοσίους προσκόπους
 προς σημείωσιν της πολιτικής κατοχής εκ μέρους ημών έναντι των Συμμάχων».

O Δούσμανης την επομένην συναντήσας με, με ειρωνεύθη διά τον φανατισμόν μου εναντίον των Βουλγάρων, και μου είπεν:

 «Όλους θέλεις να τους φας;».
 Ο δε αξιωματικός του Στρατηγείου I. Μεταξάς προσέθηκεν αποφθεγματικώς :
 «Ο κατέχων την πρωτεύουσαν κατέχει όλην την χώραν».

Δυστυχώς είχα δίκαιον. 
Τρεις μόνον Σέρβοι ιππείς εισήλθον μετά τρεις ημέρας εις Γευγελήν και τούτο εθεωρήθη προτεραιότης κατοχής παρά του Σέρβικου Στρατού έναντι μας.

Τόσην σημασίαν έκτοτε έδωσε το Στρατηγείον εις τούτο το γεγονός ώστε μετά την κατάληψιν της Θεσσαλονίκης και την είσοδόν μας, των Βουλγάρων, ευτυχώς, ακολουθούντων,
 η Α.Υ. ο Διάδοχος οίωνεί αναγνωρίζων την αντίληψίν μου περί προτεραιότητος κατοχής, με εφώναξε και μου είπε:


Ο Καπετάν Ακρίτας Μαζαράκης και οι Μακεδομάχοι Πρόσκοποί του.
«Μαζαράκη, 
στείλε όπου νομίζεις σκόπιμον προσκόπους 
υπό αξιωματικούς προς επισημοποίησιν των ορίων κατοχής
 μας έναντι των συμμάχων εις όσα μέρη έχουν καταληφθή παρά προσκόπων μόνον».

Απέστειλα πράγματι Μακεδόνας αξιωματικούς εις ά μέρη είχον καταληφθή παρά προσκόπων.

Την επομένην 27 Οκτωβρίου, ευρισκόμενος επί κεφαλής της 7ης Μεραρχίας, ενετάλην παρά του Μεράρχου να χρησιμεύσω ως οδηγός ταυτης προς Θεσσαλονίκην.
Η 7η Μεραρχία ώραν 8ην μ.μ. ευρίσκετο επισταθμευμένη εν τω Σιδηροδρομικώ Σταθμώ Θεσσαλονίκης Μοναστηριού και τα πέριξ μέχρι του δημοτικού κήπου «Μπεξιναρ».

Ποία συγκίνησις!

Απελευθέρωση Θεσσαλονίκης 26.10.1912

Ο κόσμος φοβισμένος κατ’ αρχάς επλησίαζε.
Λίγο λίγο εγέμισεν ο σταθμός.

Ενθουσιασμός ακράτητος.

Ο Μέραρχος εδέχετο τα συγχαρητήρια και ωμίλει προς το πλήθος.
 Εκανονίσαμε τα πάντα ώστε κανείς να μη εισέλθη εις την πόλιν.

Εγώ όμως ανήσυχος, ως πάντοτε, εκάλεσα τον νέον πρόσκοπον Άλέξ. Ζάνναν εκ Θεσσαλονίκης, σπουδαστήν εν Γερμανία, όστις μόλις εκηρύχθη ο πόλεμος ανεχώρησεν εκείθεν, άνευ γνώσεως των γονέων του και εθελοντής ετάχθη υπό τας διαταγάς μου.

Εισήλθομεν εις την πόλιν με κλειστήν άμαξαν.
Εις το κέντρον της πόλεως (Ζαχαροπλαστείον Φλόκα), μας πλησιάζουν πολλοί γνωστοί εκ Θεσσαλονίκης και Ναούσης παλαιοί γνώριμοι.

Μας αναγγέλουν ότι  εις το Διοικητήριον παρά τω Χασαν Ταξίν αρχηγώ του Τουρκικού στρατού, ευρίσκεται ο Διάδοχος με το επιτελείον. Είχαν έλθει ανεπισήμως. 
Διευθύνομαι προς τα εκεί, αλλά  ευρίσκω όλους εν αναστατώσει. Δύο αξιωματικοί του Βουλγαρικού στρατού είχον έλθει προς τον Χασάν Ταξίν και εζήτουν εκ μέρους του Βόριδος διαδόχου του Βουλγαρικού θρόνου υπογραφήν πρωτοκόλλου παραδόσεως της πόλεως εις τον Βουλγαρικόν στρατόν.

Ο Βόρις με το επιτελείον του, ο Στρατηγός Πετρώφ, ο έφεδρος Ιλαρχος Στράντσεφ πρώην πρέσβυς κλπ. ευρίσκοντο εις Άιβάτι.  Ο Βουλγαρικός Στρατός, περί τας τριάκοντα χιλιάδας, επροχώρει προς την πόλιν μα επικεφαλής τον Θεοδωρώφ.

Ενθυμούμαι την απάντησιν του Χασάν Ταξίν:
 «Μίαν Θεσσαλονίκην έχω και την παρέδωσα δεν έχω δύο!». 

Εν τούτοις όλοι ήσαν ανήσυχοι, διότι είχον διατάξει τας Μεραρχίας να σταματήσουν μακράν της Θεσσαλονίκης, μη φανταζόμενοι ότι  θα εχρειάζετο δύναμις των συμμάχων να πιστοποιήση την προτεραιότητα της κατοχής.

Εισέρχομαι αμέσως τότε και λέγω: Παρά τας διαταγάς σας εφερα την 7ην Μεραρχίαν εις τον σιδηροδρομικόν σταθμόν.  Έμειναν εκπληκτοι αλλά  και ενθουσιασμενοι.

Άμεσως διατάσσεται η 7η Μεραρχία να βαδίση προς Άιβάτι και παρεμποδίση την είσοδον του Βουλγαρικού στρατού,
 εις εμέ δε παραδίδεται το πρωτόκολλον της παραδόσεως Θεσσαλονίκης με την εντολήν να πορευθώ εις Άιβάτι προς τον Βόριδα ίνα εξηγήσω τι συμβαίνει. 

Μου δίδουν δε ως συνοδόν και τον υπασπιστήν του Χασαν Ταξίν Άραβα Λοχαγόν Άλήν.



Ευρίσκω κατά τύχην το αυτοκίνητον του Θεσσαλονικέως Κλέωνος Χατζηλαζάρου, παίρνω και μίαν Ελληνικήν σημαίαν από ενα κουρείον και διευθύνομαι προς τους Στρατώνας της Αγίας Παρασκευής και εκείθεν εις Άιβάτι.

Καθ’ οδόν συναντώ τον Βουλγαρικόν στρατόν εν πορεία προς Θεσσαλονίκην. Οι Αξιωματικοί με μεγάλην στολήν και παράσημα. Διέρχομαι όλην την φάλαγγα και φθάνω εις το Στρατηγείον του Βόριδος εις Άιβάτι.
Κατά το διάστημα τούτο η 7η Μεραρχία έσπευδε προς την αυτήν οδόν.

Εις τους στρατώνας δε της Αγίας Παρασκευής συνηντήθη με την Βουλγαρικήν φάλαγγα και της απέκλεισε την περαιτέρω πορείαν.

Ο στρατηγός Θεοδώρωφ διεμαρτυρήθη.
Παρεκάλεσεν εν τέλει να τω αφεθή η είσοδος ελευθέρα, μόνον εις αυτόν, να συναντήση το ημέτερον Στρατηγειον πράγμα που εγένετο.
Τα περαιτέρω θεωρώ ενδιαφέρον να παραθεσω ως εν τη Ιστορίαν του Γεν. Επιτελείου σελ. 278 αναφέρονται, διότι πρόκειται περί γεγονότων μεγάλης σημασίας.

(Επίσης παραπέμπω τους αναγνώστας στρατιωτικούς εις τας σελ. 189 192 Α' Τόμου Ιστορίας του Επιτελείου, πόλεμοι 1912).

Αριθ. 803             Θεσσαλονίκη 28)10)1912


Γενικόν Στρατηγειον Διαταχθείς παρά του Γεν. Στρατηγείου όπως μεταβώ προς ’Αιβάτι (Λητή) και συναντήσω τον Στρατηγόν Πετρώφ, αναφέρω ότι  αναχωρήσας εκ Θεσσαλονίκης περί την 10ην ώραν πρωίας εύρον αυτόν εις Άιβάτι 12 15 χ.μ. βορείως Θεσσαλονίκης.
 Εν τη αυτή οίκια ήσαν ο Διάδοχος του Βουλγαρικού θρόνου και πρίγκηψ Κύριλλος.


Η εντύπωσίς μου εκ του Βουλγαρικού στρατεύματος υπήρξε καλή υπό την άποψιν πειθαρχίας και τάξεως. Ευρίσκοντο εν τη οδώ εις τάξιν πορείας προς Θεσσαλονίκην όρθιοι υπό βροχήν από πρωίας μέχρι 4 μ.μ. ότε επανήλθον.

Οι αξιωματικοί των νέοι πάντες και με περιβολήν άμεμπτον, και με παράστημα μη προδίδον μεγάλην κόπωσιν εκ της συντόνου πορείας ην έκαμαν διά να πλησιάσουν.
 Ο υπασπιστής του στρατηγού εις ερώτησίν μου πόθεν ήλθον και εάν συνεπλάκησαν και που, μου απήντησεν αορίστως:

— Διά διαφόρων όδών από Πορόια, Δοιρανης, Κιλκίς μαχόμενοι

Είναι βέβαιον όμως ότι  δεν συνεπλάκησαν, αλλ΄ εύρον ελευθέραν την οδόν, ως και ο λοχαγός Α. Μαζαράκης, επιτελής ΥΙΙ Μεραρχίας έμαθε παρά του αξιωματικού Θεοδώρωφ, συμμαθητού του εις την «Σχολήν Πολέμου» της Γαλλίας προ έτους, κατά σύμπτωσιν ζητήσαντος αυτόν εις τας προφυλακάς. Κατ’ αυτόν η τελευταία των πορεία ήτο 60 χλμ. εύρον μικράν αντίστασιν εις τα Βουλγαρικά σύνορα, και είτα έλαφραν εις Δεμίρ Ίσαρ (Σιδηρόκαστρον).
Ο στρατηγός είπεν ότι  ήσαν δύο Μεραρχίαι δι΄ όπερ αμφιβάλλω.

Δύο πυροβολαρχίαι ήσαν τοποθετημέναι προς πυροβόλησιν με διεύθυνσιν προς την πεδιάδα Θεσσαλονίκης επί των υψωμάτων βορείως Αγίας Παρασκευής.
Ο Στρατηγός Πετρώφ, νέος, σοβαρός και προδίδων αποφασιστικότητα, είχεν ύφος ζωηρόν, μόλις συγκρατούμενον, διότι του ανεκόπη η προς Θεσσαλονίκην προέλασις.

Τω παρουσιάσθην ως αποσταλείς εκ μέρους του Αρχηγού των Ελληνικών στρατευμάτων εκ Θεσσαλονίκης και αναφέρω ότι  από της 27ης πρωίας μόνον Ελληνικαί  δυνάμεις υπάρχουν υπό τας διαταγάς της A.B. Ύψηλότητος, αντιπροσωπευούσης τον Βασιλέα των Ελλήνων, και του εξέφρασα την έκπληξίν της A.B. Ύψηλότητος διότι ενώ—μόλις εγνώσθη ότι  ήλθομεν εις επαφήν με τον Βουλγαρικόν στρατόν—απέστειλε τρεις ειδοποιήσεις προς αυτόν ο Αρχηγός του Ελληνικού Στρατού περί της παραδόσεως της Θεσσαλονίκης, ήτοι από της 26ης, ούτος ήλθεν εις συνεννοήσεις μετά του αρχηγού των Τουρκικών στρατευμάτων όστις είναι αιχμάλωτος πολέμου έκτοτε.
 Μού απήντησε με ύφος εντονον, ότι  ούδεμίαν ειδοποίησιν έλαβεν, εκτός σημειώματος τίνος παρά της ΙΙας Μεραρχίας εκ Μπάλτσας (Μελισσοχώρι) περί την μεσημβρίαν της 27ης εις ην δεν εδωκεν πίστιν διότι παρεδόθη παρά του Έλληνος Αξιωματικοί) εις τινα Βούλγαρον ίππέα να τω την φέρη και εφοβήθη ότι  επρόκειτο περί τεχνάσματος Τουρκικού, ότι  άλλως οι Τούρκοι έβαλον την αυτήν ημέραν (27ην) την πρωίαν διά πυροβολικού εναντίον του, ότι  ο Πρίγκηψ παρίστατο κατά την μάχην ταυτην, επεκαλέσθη μάλιστα και την μαρτυρίαν Ελλήνων αξιωματικών του ίππικού παρατυχόντων εκεί και ων δεν εγνώριζε τα ονόματα (όντως επληροφορήθην ότι  το Τουρκικόν πυροβολικόν έρριψε την πρωίαν όλίγας βολάς προς Άιβάτι (Λητή) και είτα ανεχώρησεν).

 «Ούτως έχόντων των πραγμάτων, εξακολουθεί ο Πετρώφ, βαδίζων εν μάχη κατά της Θεσσαλονίκης, είχον το δικαίωμα είσέλθω διά της βίας, διότι ούδενός την διαταγήν είχον ακούσω, η να εκτελεσω την αποστολήν μου, καταδιώκων  κατά πόδας τον εχθρόν, και καταλαμβάνω την πόλιν ως είχον εντολήν.  Μόλις την 4ην μ.μ. αντελήφθην ότι  οι Τούρχοι απεσύροντο και είσήρχοντο εις την πόλιν και τότε επίστευσα ότι το παρά της Μεραρχίας σημείωμα θα ήτο γνήσιον. 
’Εστειλα κήρυκας προς τον Χασαν Ταξίν αρχηγόν του Τουρκικού Στρατού ίνα μοί παραδώση την πόλιν και συνεννοηθώ μετά του Διοικητού της πόλεως περί της εισόδου εν τη πόλει δύο ταγμάτων της κεφαλής. 
Οι κήρυκες επανελθόντες μου ανεκοίνωσαν ότι  εύρον την Τουρκικήν Διοίκησιν και χωροφυλακήν.

Τούτο την πρωίαν της 28ης, οπότε διέταξα την είσοδον των ταγμάτων, άτινα όμως   ευρον Ελληνικόν στρατόν απαγορευόντα την διάβασιν.
 Ο επικεφαλής μάλιστα των Ελληνικών στρατευμάτων, είπεν ότι  θα αντετάσσετο κατά διαταγήν και δια της βίας».

Τω απήντησα ότι  γνωρίζω καλώς ότι  τοιαυτη διαταγή δεν έδόθη, τούναντίον θα υπεχώρουν οι ημέτεροι εις βίαν μόνον των συμμάχων, χωρίς να αντιτάξουν αυτοί τοιαυτην, αφού δηλώσουν ότι  είχον διαταγήν να μην επιτρέψουν ούδενί την διάβασιν ούτε εις Ελληνικόν τμημα.

Παρενέβη τότε ο συνοδευων με Τούρκος Αξιωματικός αντιπροσωπεύων τον Τουρκικόν στρατόν και έδήλωσεν ότι  απορεί πως δεν εγνώριζε την παράδοσιν της Θεσσαλονίκης, αφού τη εσπέραν της 27ης ο Χασάν Ταξίν Πασας τω απεστειλεν αντίγραφον του πρωτοκόλλου παραδόσεως.

Ο Στρατηγός Πετρώφ δεν έδωκεν απάντησιν προς τούτο  μου είπεν όμως ότι  όντως έλαβε γνώσιν όχι πρωτοκόλλου, αλλά σημειώματος προκαταρκτικού της παραδόσεως.

Κατά την αρχήν της συνδιαλέξεως, ήτις διήρκεσε πλέον των δύο ωρών, εξέφρασε την απορίαν του, πως οι σύμμαχοι δεν έλήφθησαν υπ΄ όψιν, εις τους όρους της συμφωνίας, αφού μάλιστα ήσαν πλησίον, διότι πιθανόν να μη συνεφώνη εις τι.

Προσέθεσεν ότι  είναι στρατιώτης και δεν αναμιγνύεται εις την πολιτικήν, περί του ποιος θα καθέξη τούτο η το άλλο  τμήμα, και αν ο Ελληνικός στρατός πρώτος κατελάμβανε την πόλιν, και ειδοποιείτο εγκαίρως, δεν είχεν τίποτε να ζητήση.

Αλλ΄ όταν βλέπη ότι  δεν θεωρείται ως σύμμαχος, και δεν τη ανακοινούται ό,τι ώφειλε να γνωρίζη, δεν θα είχε κανένα λόγον, να μη προχωρήση και βομβαρδίση την πόλιν.

Είς παντα τω αντέταξα σιωπήν ακούων μετά προσοχής, επιμένων εις την έγκαιρον τρις ειδοποίησιν, και την έλλειψιν πάσης επαφής και συγκοινωνίας μεταξύ των δύο στρατευμάτων, ότι  πάντες εγνωρίζομεν ότι  ευρίσκετο πολύ μακράν ότι  δεν ήτο δυνατόν στρατός μεμονωμένος επιχειρών μετά μάχην να ζητήση γνώμην απόντος συμμάχου, ότι  η παράδοσις τέλος οφείλεται εις την ενέργειαν του Ελληνικού Στρατού κλπ.

Είς το τέλος εφάνη συνερχόμενος, ανωμολόγησεν ότι  υπήρχεν έλλειψις επικοινωνίας, είπεν ότι  εκ παραπλανήσεως τα σημειώματα τω ήλθον αργά, και ότι  επί τέλους, δεν ήτο δυνατόν να παραμείνη μετά τόσας κακουχίας υπό βροχήν, αφού είχε και τον διάδοχον μαζί και έζήτησεν χαριν «grâce», ως είπε, τον στεγασμόν των δύο αυτών ταγμάτων.

Αναγνωρίζων το πρωτόκολλον, όπερ τότε τω ενεχείρησα προς ανάγνωσιν, ως και επιστολήν του Αρχηγού του Τουρκικού Στρατού, ην τότε τω επέδειξεν ο Τούρκος αξιωματικός, δι’ ης τω απήντα ότι  αδυνατεί να έλθη εις οίανδήποτε συνεννόησιν διότι ούδεν δικαίωμα έχει ως αιχμάλωτος πολέμου από της 26ης εσπέρας, είπεν ότι , αν εγκαίρως ελάμβανε γνώσιν αμφοτέρων των εγγράφων δεν θα επροχώρη.

Επί δύο ώρας ωμίλει ζωηρώς και ακατασχέτως, αφ΄ ενός διά να αποδείξη ειλικρίνειαν, ως ένοχος όν υποπτεύοντο, και αφ΄ ετέρου επανερχόμενος εις την γνώμην, να είσέλθη συντεταγμένον τι τμήμα εν τη πόλει, ώστε ήτο αδύνατον να συγκροτήσω όλην την σειράν, νομίζω όμως   ότι  αποδίδω τα κυριώτερα σημεία της συνδιαλέξεως».

Κ. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ

Κατά την επανοδόν μου επετράπη τότε και η είσοδος του Βόριδος με ένα τάγμα Βουλγάρων, μετά όμως   την είσοδον του Ελληνικού Στρατού.

Αλλά αντί ενός τάγματος είσήλθεν όλος  ο Βουλγαρικός στρατός και αυτό ήτο η κυριωτέρα αφορμή διενέξεως ως και ο Βος πόλεμος κατά Βουλγάρων.
ΠΗΓΗ =http://yaunatakabara.blogspot.gr/2014/10/1912.html#more 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου