Κυριακή, 21 Σεπτεμβρίου 2014

Έπλαθα τα όνειρα μου,


Έπλαθα τα όνειρα μου,
όσο που ήμουν μικρός.
Δεν θυμάμαι τον πατέρα μου,
Να μου λέει αν πλάθω όνειρα
τι να τα κάμω.
Ήμουν παιδί ανέμελο
για λίγο,  έπειτα έγινε ένα κακό
Όπου η ανεμελιά και ηρεμία έφυγαν
Πολλές φορές,
έβλεπα στα όνειρα μου,
να ψαρεύω σ’ ένα κόκκινο ποτάμι.
Φοβόμουν,
 άλλα θυμάμαι
ότι από την πρώτη φορά,
είδα τα χέρια μου
να είναι πάντα καθαρά
χωρίς αίμα.   
Σαν να είχα αόρατα γάντια
Όπως η αόρατη προσωπίδα
που έδωσε η Αθηνά, στον Περσέα.
Σαν κάτι θεϊκό
να μην τα άφηνε να λερωθούν
από το αίμα αυτό.
Κάποιοι έμαθα αργότερα έλεγαν
αυτός έχει καθαρή παιδική ψυχή.
Θυμάμαι τελευταία όπου
Τους γονείς μου
τους  πήγα στον τάφο τους.
Εκεί ήρθαν στην μνήμη όλα τα παλιά.
Το σπίτι το πατρικό,
Τα όνειρα με το κόκκινο ποτάμι,
Κι εκείνο το κακό.
Ζωντανά φαντάσματα μιας
άλλης παιδικής εποχής.
Όλα αυτά να με κοιτάζουν και να μου λένε
Θυμάσαι ;;
Κι εγώ απάντησα ::  ναι,  άλλα
δεν θέλω να θυμάμαι πια.
Γιατί οι γονείς υπήρχαν
αλλά ήταν ζώντες – νεκροί.
Ότι χειρότερο  στην ζωή ενός ανθρώπου.
Να μην είναι κάνεις διπλά σου
Να έχεις βαδίσει
Από παιδί μόνος.  
Τώρα ήρθε κάποιος
θηλυκός δαίμων.
Και με άπλωσε το χέρι του
Με έβγαλε έξω από αυτό το δύσβατο ρέμα.  
Μου είπε είμαι από τα όνειρα,  
που σου έλειψαν
Εγώ ήρθα να σε ξαναγεννήσω.
Το χαμόγελο της μου έδωσε την σιγουριά
Ότι δεν ονειρεύομαι.
Θα την ακολουθήσω όπου και να πάει.
Είναι η ζωή Μου,  
 Αυτή είναι το άλλο μου μισό,  
από την ξεχασμένη για πολλούς,
Εποχή του Τέττιγος.

Από την ποιητική συλλογή του Ομήρου Ερμείδη, με τον τίτλο «Ο Αηρκλής στην αναμονή της Δηϊάνειρας έπειτα από 14.000 χρόνια».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου