Πέμπτη, 4 Σεπτεμβρίου 2014

ο Γρύπας ἠ ο Γρύψ [ονομασία παρ’ αρχαίοις]

  Άνω φωτογραφία : αρχαίο κόσμημα με 2 γρύπες να τρώγουν ένα άλογο
  Άνω φωτογραφία : ψηφιδωτό από την κατοικία του Διονύσου εις την Πέλλα όπου απεικονίζεται γρύπας ο οποίος έχει επιτεθεί σε ελάφι, ευρίσκεται εις το μουσείο της Πέλλας.

  Γρύπας ήτο ζώο το οποίο είχε κεφάλι και φτερά αετού, με σώμα λιονταριού, μνημονευόμενο ως φύλακα χρυσού, του οποίου την αρπαγή επιζητούσε κάποιο έθνος μονοφθάλμων, οι Αριμασποί. Αναφέρεται εις τον γρύπα ο Ηρόδοτος εις το 4,13 : «τους χρυσοφύλακας γρύπας». Επίσης ο Αισχύλος εις το έργο του «Προμηθεύς» λέγει : «οξυστόμους γαρ Ζηνός ακραγείς κύνας». Και ο Αρριανός εις το έργο του «Έκταξις κατ’ Αλανών» όπου λέγει : «τους γρύπας τους φύλακας».
   Επίσης σε μερικές αναπαραστάσεις του φαίνεται πως έχει και ουρά φιδιού. Η ράχη του ήτο  σκεπασμένη με πτερά και τα νύχια εις τα λιονταρίσια πόδια του ήτο δυνατά και γαμψά όπως του αετού. Τα νύχια του γρύπα θεωρούντο πολύτιμα κατά τον Μεσαίωνα επειδή έλεγαν πως μπορούσαν να ανιχνεύσουν την ύπαρξη δηλητηρίου εις τα υγρά, χωρίς όμως να μπορούν να το καθαρίσουν.
  Ο Γρύπας συμβολίζει το θάρρος και την τόλμη. [απόσπασμα από την ακόλουθο ιστοσελίδα :
http://www.forums.gr/archive/index.php/t35789.html].
  Ο Γρύπας ήτο ζώο όπου εμφανίζεται εις την Αίγυπτο, εις τα μνημεία της Κρήτης [της μεσομινωϊκής εποχής] εις τον θρόνο της Κνωσού και των Μυκηνών. Το ζώο αυτό εις την Αίγυπτο ήτο προστάτης φρουρός των τάφων των Φαραώ, εις την Κρήτη ήτο το σύμβολο του βασιλικού αξιώματος, όπως επίσης και εις την Θήρα. 
αριστερά άγαλμα του Απόλλωνος με τον ιερό του Γρύπα.

 
  Εις τις τοιχογραφίες του Ακρωτηρίου της Θήρας υπάρχει ένας γρύπας δεμένος από τον λαιμό με σκοινί, ως κατοικίδιο δηλαδή, ο οποίος συνοδεύει πειθήνια την Πότνια θεά κατά τη εορτή της προσφοράς κρόκου (το ομώνυμο φυτό) από τα νεαρά κορίτσια.
  Υπήρχε επίσης σε κρατήρα αφιερωμένο εις το Ηραίο της Σάμου όπως μας πληροφορεί ο Ηρόδοτος εις το IV, 152. Ο Αριστέας ο Προκοννήσιος μυθολογεί, κατά την μαρτυρία του Ηροδότου, ότι βορειότερα από τους Σκύθες κατοικούσαν οι Ισηδόνες ή Γρύπες [εκ του ονόματος του πτηνού] οι ονομαζόμενοι χρυσοφύλακες, προστατεύοντας τον χρυσό από τους Αρισμαπούς οι οποίοι ήσαν μονόφθαλμοι και προσπαθούσαν  επανειλλημένα να αποσπάσουν.
  Για τους χρυσοφόρους γρύπες αναφέρει και ο Κτησίας, όπου αυτός λέγει ότι είναι γείτονες των Ινδών, οι οποίοι και άρπαζαν από αυτούς τον χρυσό. Εις την Ελλάδα ήτο ιερό ζώο του θεού του χρυσού φωτός Απόλλωνος ή άλλως ονομαζόμενος Ηλίου Απόλλωνος.
  Συναντούσε αυτούς ο Απόλλων κατερχόμενος από την χώρα των Υπερβορείων εις τα ιερά των Δελφών.      
  Ο γρύπας ήτο το συνηθισμένο κόσμημα της Αθηνάς, ευρισκόμενο επίσης επάνω στην περικεφαλαία της.
  Ρεπορτάζ της εφημερίδος το «ΒΗΜΑ» της Μαρίας Θέρμου, της 13ης Μαρτίου 2008, το οποίο είχε θέμα : «Γρύπες και βασιλικός συμβολισμός εις την Κρήτη, την Αίγυπτο και την Ανατολή». Σε ημερίδα που έγινε όπου μίλησαν η καθηγήτρια Αρχαιολογίας και Αρχαίων Θρησκειών του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου εις το Πανεπιστήμιο του Ιλιννόις κυρία Ναννώ Μαρινάτου, θυγατέρος του Σπυρίδωνος Μαρινάτου [αείμνηστου], ο οποίος ανακάλυψε το Ακρωτήρι της Θήρας. Πρόκειται άλλωστε για το 1ο συνέδριο που έχει γίνει με αυτό το θέμα, και επίσης ομιλητές ήσαν η Ελληνίδα καθηγήτρια Αρχιτεκτονικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Κα Κλαίρη Παλυβού, και ο αρχαιολόγος κ. Ανδρέας Βλαχόπουλος, με θέμα «Γρύπες, αφρικανικοί φοίνικες και πίθηκοι στη Θήρα». Αναφέρθηκαν ειδικά σε μια τοιχογραφία για την απόδειξη της εισαγωγής μινωϊκών εικονογραφικών κύκλων από τον κόσμο των θρησκευτικών συμβόλων εις το Ακρωτήρι. Γιατί παρ΄ ότι οι τοιχογραφίες του Ακρωτηρίου είναι έργα ντόπιων ζωγράφων, πολλά είναι τα κοινά σημεία τους με τη μινωϊκή Κρήτη. Ο γρύπας δεν υπάρχει μόνο σε αυτή την τοιχογραφία της Υστεροκυκλαδικής Ι εποχής [περί το 1.630 π.Χ.] αλλά επαναλαμβάνεται σταθερά εις την επιτοίχια ζωγραφική του Ακρωτηρίου. Κατά την φάση ακμής του οικισμού ο γρύπας εμφανίζεται σε αφηγηματικές συνθέσεις επάνω εις τα πολύχρωμα πιθάρια της Μεσοκυκλαδικής περιόδου [2.000 – 1.650 π.Χ.] δείχνοντας ότι τα μυθικά αυτά ζώα πετούσαν από πολύ νωρίς επάνω από το Ακρωτήρι, δηλαδή υπήρχαν.
  Όπως επίσης υπήρχαν και σε μινωϊκές τοιχογραφίες που έχουν ανακαλυφθεί εις την πόλη Τελ ελ Ντάμπα της Αιγύπτου, μία πόλη η οποία άκμασε κατά τη διάρκεια της 18ης και της 19ης αιγυπτιακής δυναστείας, για διάστημα δηλαδή περίπου μιας χιλιετίας, δίνουν τα κατ΄ εξοχήν στοιχεία του θέματος των γρυπών. Και όπως έχουν διαπιστώσει οι κυρίες Μαρινάτου [θυγατέρα του αείμνηστου Μαρινάτου] και Παλυβού, δεν υπάρχει καμμία αμφιβολία ότι είναι καθαρά μινωϊκές και όχι αιγυπτοκρητικά υβρίδια και ότι χρονολογούνται από τη 18η δυναστεία, την εποχή που βασιλέας ήταν ο Τούθμωσις Γ’.
[απόσπασμα από την ακόλουθο ιστοσελίδα της εφημερίδος του Βήματος :  http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&artid=230863&ct=4].
  Πάντως και σήμερα υπάρχουν ιστορίες σε χωριά και της Ελλάδος όπου ομιλούν για τεράστεια πουλιά που ζούσαν ή που έχουν εμφανισθεί και πρόσφατα.
  Ξεκινώντας από την δεκαετία του 1930, στην περιοχή της Κεντρικής Εύβοιας, οι μαρτυρίες μιλούν για ένα αρπακτικό τεραστίων διαστάσεων που σκορπούσε τον πανικό κυρίως εις τις αγροτικές περιοχές όταν εφορμούσε για την ανεύρεση της τροφής του. Στόχος του, κυρίως τα κοπάδια των αιγοπροβάτων. αλλά και άλλα ζώα που είχαν οι αγρότες. Είχε την δυνατότητα να σηκώνει με ιδιαίτερη ευκολία ζώα εις το μέγεθος ενός μεγάλου προβάτου, ενώ όταν εφορμούσε κυρίως εις τα αγριόγιδα όπου έβοσκαν εις τις γυμνές πλαγιές των γύρω βουνών, πολλές φορές τα γκρέμιζε εις τις χαράδρες σκοτώνοντάς τα με αυτόν το τρόπο.
  Η περιγραφή του έμοιαζε με του γύπα, με την διαφορά ότι αυτός είναι καθαρά πτωματοφάγο πτηνό, και δεν επιτίθεται σε ζωντανά. Κάποιες φορές, το τεράστιο αυτό πτηνό που δέσποζε εις τους ουρανούς της Κεντρικής Ευβοΐας, είχε επιτεθεί και είχε τραυματίσει μικρά άλογα και γαϊδούρια.
  Εις τους αγρότες προκαλούσε μοναδικό φόβο και το δέος όταν το έβλεπαν να πετάει επάνω από τα χωράφια όπου δούλευαν, αλλά και όταν κάποια πρωϊνά το έβλεπαν να κάθεται επάνω εις τις μπάλες από άχυρο που συσσώρευαν σε αυτά. Εννοείται φυσικά ότι η εμφάνισή του σήμαινε την άρον - άρον διακοπή των εργασιών εις τα κτήματα και την εύρεση καταφυγίου, κυρίως σε σημεία όπου υπήρχαν δένδρα ή δάσος ώστε να μην μπορεί να τους πλησιάσει. Μάλιστα υπάρχει ένα περιστατικό, όταν υπάρχει μια αφήγηση η οποία λέει ότι κατά την διάρκεια της συγκομιδής σιταριού ενός καλοκαιριού δούλευαν και δυο μικρά παιδιά όπου γλύτωσαν την τελευταία στιγμή μετά από επίθεση του γρύπα επειδή κατόρθωσαν να καλυφθούν κάτω από ένα κάρο. Δεν αναφέρεται εις την αφήγηση αυτή αν ήτο ένας ή και δεύτερο πτηνό. Από τις αφηγήσεις προκύπτει ότι η πιθανή φωλιά τους πρέπει να ήτο κάποιες βραχώδης κορυφές του όρους Κανδήλι.
  Το τέλος της δράσεώς του ήρθε όταν κάποιοι κυνηγοί κατάφεραν να το σκοτώσουν, όταν το πυροβόλησαν την στιγμή που αυτό ευρίσκετο εις το έδαφος και μπόρεσαν με ιδιαίτερο ρίσκο να το πλησιάσουν.
  Το σοκ εις τη θέα του νεκρού πουλιού ήταν μοναδικό. «Ένα τεράστιο πουλί, με πυκνό μαύρο πούπουλο, τεράστια γυαλιστερά φτερά, με κεφάλι που μαζί με το ράμφος έφτανε αυτό του αλόγου, πόδια χοντρά όπως του ανθρώπου, και με νύχια γαμψά, τεράστια, σε μέγεθος δρεπανιού  που χρησιμοποιείται κατά την διάρκεια του θερίσματος του σιταριού !».
  Ήταν τέτοιος ο όγκος του, που δεν διανοήθηκαν καν να το φορτώσουν σε ένα από τα κάρα που χρησιμοποιούσαν την εποχή εκείνη. Οι κυνηγοί εκμεταλλεύτηκαν το γεγονός ότι το πλάσμα αυτό προξενούσε εκτός από τον φόβο και σημαντικές ζημιές εις το ζωϊκό πληθυσμό των αγροτών. Έτσι αφού το έδεσαν από τα φτερά σε δύο μουλάρια, το περιέφεραν σέρνοντάς το εις τα χωριά της Βόρειας και Κεντρικής Ευβοΐας όπου τους δόθηκαν πολλά χρήματα. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε κανένα από τα χωριά δεν υπήρχε περίπτωση να περάσει το πουλί με ανοιγμένα τα φτερά του. Απλά να επισημάνουμε ότι το άνοιγμα σε κεντρικούς δρόμους των χωριών έφτανε τα 6,5 μέτρα!
Η ύπαρξη ενός μεγάλου πουλιού με αυτά τα ίδια χαρακτηριστικά που υπάρχουν εις την προαναφερθείσα περίπτωση της Ευβόΐας αφέρεται και εις την Πελοπόννησο, εις την περιοχή της Μάνης, πλησίον του χωριού Κηπούλα, το οποίο ανήκει εις τον Δήμο Οιτύλου. Συγκεκριμένα κατά την χρονική περίοδο 1951- 1953 τα καλοκαιρινά βράδια [ οι αναφορές που υπάρχουν είναι μόνη την εποχή του θερισμού], σε ένα σχετικά μικρού υψομέτρου άγονο λόφο, που λέγεται Άνω φή έκανε την εμφάνιση του. Η ανατριχιαστική κραυγή του προκαλούσε τον φόβο, και το να προσεγγίσει κάποιος τον λόφο εκείνη την εποχή ήθελε ιδιαίτερη τόλμη. Κάποιοι που ισχυρίστηκαν ότι το είχαν δει από μακριά το περιγράφουν ως ένα πτηνό ογκώδες, που όταν ήτο εις το έδαφος είχε το μέγεθος ενός μετρίου ύψους ανθρώπου. Όταν απομακρύνετο είχε κατεύθυνση πάντα προς την θάλασσα. Δεν έχει διευκρινιστεί εάν επρόκειτο για ένα αρπακτικό ή κάτι άλλο. Πάντως αυτοί που το είχαν δει άνθρωποι οι οποίοι ήσαν άνθρωποι που ζούσαν εις την φύση, δεν ήσαν άνθρωποι της πόλεως υποστηρίζουν ότι ήταν κάτι το πρωτόγνωρο, κάτι που απ' ότι φαίνεται δεν έχει αναφερθεί και φυσικά ταξινομηθεί εις την ζωολογία - ορνιθολογία.
  Το 1985 εμφανίσθηκε εις την Κρήτη, και εις την πόλη των Χανίων, εις τα ακριανά σπίτια της πόλεως δύο πουλιών με πολύ μεγάλες διαστάσεις, ήρθε να αποδείξει ότι οι Ζάρες, δεν ήταν απλά ένας θρύλος για άγρια αρπακτικά, αλλά υπαρκτά πλάσματα. Η εμφάνισή τους αναζωογόνησε το ενδιαφέρον για το τι μπορεί να κρύβουν τα άγρια βουνά και τα φαράγγια της Κρήτης.
  Αναφορές και οι μαρτυρίες για τέτοιου είδους τεραστίων πτηνών υπάρχουν σε πολλά μέρη του κόσμου.

  Αναφορές και οι μαρτυρίες για τέτοιου είδους τεραστίων πτηνών υπάρχουν σε πολλά μέρη του κόσμου.[http://paraxenafenomena.pblogs.gr/2007/10/131100.html ]

από τα υπό έκδοση βιβλία του συγγραφέως Ομήρου Ερμείδη 1ο] Έλληνες ή Ελληνίζοντες χριστιανοί και


Η Μυθολογία και η λαϊκή παράδοση εις την πανίδα της πατρίδος μας  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου