Τρίτη, 3 Ιουνίου 2014

Γιατί τόση ανθελληνικότητα της εκκλησίας απέναντι στο διαφωτισμό στα χρόνια πριν και κατά την επανάσταση του 1821, ώστε να μην εξεγερθούν ;



[η εικόνα προέρχεται από την ακόλουθο ιστοσελίδα της Βικιπαιδειας :  http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%94%CE%B9%CE%B1%CF%86%CF%89%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82]
 Eξειδικευμένη στα θέματα της παραγωγής και της διακινήσεως του βιβλίου η νέα σκληρή έναντι των διαφωτιστών πολιτική του Πατριαρχείου κατά τους προεπαναστατικούς χρόνους εκφράστηκε με ένα μεγαλεπήβολο σχέδιο και με συγκεκριμένα μέτρα, που εφαρμόστηκαν. Το σχέδιο διατυπώθηκε στην «Απανταχούσα», που δημοσιεύτηκε το καλοκαίρι του 1820, για να εξαγγείλει την ανακαίνιση δήθεν του Πατριαρχικού
Τυπογραφείου, αλλά στην πραγματικότητα στόχευε κάθε νέα έκδοση να γίνεται εκεί, ώστε να ελέγχεται πλήρως η πνευματική κίνηση. Τα μέτρα μορφοποιήθηκαν με την επιβολή λογοκρισίας στα βιβλία που κυκλοφορούσαν στην Κωνσταντινούπολη, με δημόσιο κάψιμο ορισμένων από αυτά, αλλά και με αφορισμούς και διώξεις των διαφωτιστών.

«Η κλεις της τυπογραφίας ευρίσκεται εν χερσί βασιλέως».

  Η σκλήρυνση της πολιτικής της Εκκλησίας απέναντι στους διαφωτιστές είχε αποτυπωθεί με χαρακτηριστικό τρόπο στην πατριαρχική εγκύκλιο του Μαρτίου 1819, η οποία αντιτίθετο στη διδασκαλία των Επιστημών, στα Μαθηματικά και στη συνήθεια να βαπτίζονται τα παιδιά με αρχαιοελληνικά ονόματα. Το κείμενο αυτό, ένα από τα πρώτα που υπέγραψε ο Γρηγόριος Ε΄ στην τρίτη πατριαρχία του, παρέσχε το θεωρητικό πλαίσιο και αποτέλεσε το σημείο εκκίνησης για τις ενέργειες, που οργανώθηκαν εναντίον των νεωτεριστών τα επόμενα έως την Επανάσταση χρόνια.

  Η «Απανταχούσα», που κυκλοφόρησε με μορφή φυλλαδίου, ήταν ένα φαινομενικά αντιφατικό κείμενο. Αποτελούσε την έκφραση της νέας αντιλήψεως, που διαμορφώθηκε στους εκκλησιαστικούς κύκλους αναφορικά με τα θέματα της παιδείας: προσαρμογή στις νέες πραγματικότητες και αυστηρός έλεγχός τους. Έδειχνε να ενσωματώνει, στο επίπεδο της ονοματολογίας τουλάχιστον, στοιχεία της ιδεολογίας του Διαφωτισμού και από την άποψη αυτή έδινε την εντύπωση, ότι δεν εναρμονιζόταν σε όλα τα σημεία με το αυστηρό πλαίσιο που καθόριζε η Εγκύκλιος του 1819.

   Τα στοιχεία ακριβώς του ελέγχου της πνευματικής ζωής, όπως διατυπώνονταν στην «Απανταχούσα», ήταν εκείνα που προκάλεσαν την προσοχή και τις αντιδράσεις των φιλελεύθερων διανοουμένων. Οι αυταρχικές αντιλήψεις για τις αρχές που πρέπει να διέπουν την καλή λειτουργία της τυπογραφίας [«η κλεις της τυπογραφίας ευρίσκεται εν χερσί βασιλέως»], συνδυάζονταν με πολύ σαφείς προδιαγραφές για τα κείμενα, που θα μπορούσαν να εκδίδονται στο πατριαρχικό τυπογραφείο:

   «Να καρπούμεθα τα εκ της τυπογραφίας καλά, να αποφεύγωμεν παν ο,τι δύναται να συσκιάση την λαμπρότητα της ακραιφνούς ημών υποταγής [στο σουλτάνο] δια της εκδόσεως βιβλίων αντιφρονούντων.» Μία παράγραφος της «Απανταχούσας» έδειχνε εύγλωττα στους σύγχρονους, ποιά ήταν τα όρια, μέσα στα οποία μπορούσε να κινηθεί η «Τυπογραφία του Γένους»: «Ζήτω ο Γαληνότατος και Κραταιότατος ημών ΑΝΑΞ, η Κορωνίς των προκατόχων αυτού Μεγάλων Βασιλέων· ο ακριβής φύλαξ της Δικαιοσύνης και Επιείκειας· ο ευσπλαχνικώτατος και ηρωικώτατος Σουλτάν Μαμούτ ο Β΄. Είη το κράτος αυτού διαιωνίζον και θριαμβεύον κατά πάντων των εναντίων» [σελ. 13].Κάποιες άλλες διατυπώσεις έδειχναν, ποιούς ανάμεσα στους Έλληνες διανοούμενους θεωρούσε ο συντάκτης της «Απανταχούσας» αντιπάλους της κατευθυνόμενης από την Εκκλησία προσπάθειας: «Κατασιγάσθωσαν, όσοι δι’ απειροκαλίαν και γνώμης μοχθηρίαν τολμώσι και καθάπτωνται των εκκλησιαστικώς και πολιτικώς του Γένους προϊσταμένων.» Αυτοί κατονομάζονταν και πιο συγκεκριμένα στην τελευταία φράση του κειμένου: «Τινές των εν Ευρώπη καθ’ ημετέραν ατυχίαν ομογενών.»  

  Παράλληλα με όλα αυτά υπήρχε στην «Απανταχούσα» η υποτύπωση ενός ευρυτέρου σχεδίου: Να συγκεντρώνεται στο ανακαινισμένο πατριαρχικό τυπογραφείο η παραγωγή του συνόλου των βιβλίων, που εκδίδονταν από τους Έλληνες συγγραφείς και μεταφραστές. Τα σχετικά επιχειρήματα ήταν διατυπωμένα με τρόπο, που φανέρωνε δήθεν πατριωτισμό και φροντίδα για τη δόξα του Γένους.

  Οι οπαδοί του Διαφωτισμού, που είχαν πολλούς λόγους να δυσπιστούν απέναντι σε πρωτοβουλίες αυτού του είδους, απάντησαν αμέσως, ότι Κωνσταντινούπολη δεν είναι όλη η Ελλάδα, ότι τυπογραφεία υπάρχουν πια και στη Χίο και στις Κυδωνίες [Αϊβαλί] και ότι πίσω από την πρόσκληση της «Απανταχούσας» κρυβόταν η πρόθεση να συγκεντρωθούν οι τυπογραφικές δραστηριότητες στην Κωνσταντινούπολη, για να μπορούν να λογοκρίνονται ευκολώτερα.

  Οι αντιδράσεις στο κείμενο και στα σχέδια της «Απανταχούσας» προήλθαν κυρίως από τους Κοραϊκούς κύκλους και υπήρξαν εξαιρετικά έντονες. Η έκδοσή της αγγέλθηκε και σχολιάστηκε ειρωνικά από τους εκδότες του «Λόγιου Ερμή» τον Αύγουστο του 1820. Λίγους μήνες αργότερα το περιοδικό «Μέλισσα» αναδημοσίευσε ολόκληρη την «Απανταχούσα» και την στηλίτευσε με δριμύτητα σχεδόν φράση προς φράση, ειδικά για την «τρομακτικήν απεραντολογίαν» και «την ηλιθίαν και δουλικωτάτην υποταγήν», που χαρακτηρίζουν τον συγγραφέα του φυλλαδίου. Αλλά το πραγματικό αντικείμενο της διαμάχης αναδείχθηκε, φωτίζοντας τις δύο διαμετρικά αντίθετες αντιλήψεις που αντιπαρατέθηκαν, όταν αναιρέθηκε η διατύπωση της «Απανταχούσας», ότι «κλεις της τυπογραφίας κείται εν χερσί βασιλέως»:

   «Η κλεις [της τυπογραφίας] κείται όχι εν χερσί βασιλέως, αλλά εν χερσί νόμων, και εν χερσί κάθε πολίτου, δια να γράφη και να φρονή ο,τι θέλει κατά το δικαίωμα της φυσικής ελευθερίας, παιδευόμενος από τους υπερασπιστές της πολιτείας νόμους μόνον αν βλασφημήση η συκοφαντήση, και όχι αν γράψη πάσαν αλήθειαν και πειράξη την αμέλειαν η αδικίαν του δείνος η δείνος προύχοντος, επισκοπών τα δημόσια πράγματα... Ο βασιλεύς ούτε εφρόντισε ποτέ ούτε φροντίζει περί τυπογραφίας και μάλιστα αλλογλώσσου, ούτε ηξεύρει αν έχη κλείδα η όχι, αλλά χωρίς να την ζητήση, του την χαλκεύουν και την προσφέρουν αβούλως υποβασιλίσκοι υποβασιλέων πενθιμοσχήμονες· ενώ ημπορούσαν να φωτίσουν τον λαόν με ήσυχον άνεσιν, αυξάνουσι την βαρύτητα του ζυγού του, και με πρόφασιν πατρικής οδηγίας διαιωνίζουν την τυφλότητα του έθνους των. Η αλήθεια εφυγαδεύθη από εκεί. Εκεί η υπόκρισις θριαμβεύει, αναθεματίζεται το ελεύθερον φρόνημα, καίονται τα φύλλα και μένουν τα πράγματα.» [Περιοδικό «Μέλισσα», τ. Γ , σελ. 268-269.]

   Αρχές του 1821 σε ένα ανώνυμο διάλογό του ο Κοραής ανανέωσε την αποδοκιμασία του για το φυλλάδιο και τον συγγραφέα του. [«Ερμής ο Λόγιος», 1821, σελ. 20.]

Τα ψαλίδια της λογοκρισίας του Γρηγορίου Ε΄

  Το Πατριαρχείο όμως δεν σταμάτησε εκεί, αλλά προχώρησε και σε επιβολή λογοκρισίας στα βιβλία. Η αρχή είχε γίνει με την έκδοση την άνοιξη με το καλοκαίρι του 1820 «πατριαρχικής προσταγής» προς τους βιβλιοπώλες της Κωνσταντινουπόλλεως «να μην πωλούν κανέν βιβλίον», εάν δεν έχη πρώτα υποβληθεί σε εκκλησιαστικό έλεγχο. Την ευθύνη για τον έλεγχο της ορθοδοξίας των βιβλίων την είχε ο σιναΐτης ηγούμενος Ιλαρίων. Οι αρμοδιότητες του είχαν ανατεθεί από τον Γρηγόριο Ε΄ κατὰ τη διάρκεια της τρίτης πατριαρχίας του.

 «Ο Άγιος Ιλαρίων ενήργησε να δοθή πατριαρχική προσταγή εις τους βιβλιοπώλας να μη πωλούν κανέν βιβλίον, πριν το δείξωσιν εις την Πανοσιότητά του. Η Ιnquisition [σ.σ. Ιερά Εξέταση] είναι τώρα τελεία. Τίποτε εις την Κωνσταντινούπολιν δεν ημπορεί να τυπωθή, μήτε να πωληθή, εάν δεν προεξετασθή από τον Ιλαρίωνα. Ελπίζω, ότι με όλας τας υποσχέσεις του θεωρού της τυπογραφίας σοφού Ιλαρίωνος, κανείς λόγιος, άξιος τούτου του ονόματος, δεν θέλει στέρξει να παραδώση το σύγγραμμά του εις τα ψαλίδια της παμμιαρότητός του.»

[Επιστολή του Νικολάου Πίκκολου, Εθνική Βιβλιοθήκη, τμήμα χειρογράφων, Αρχείο του Θ. Φαρμακίδη, φάκελος 36].

  Στην προσταγή αυτή αναφέρθηκε κι ο Κωνσταντίνος Κούμας γράφοντας: «Τα βιβλία εξωτερικά και εσωτερικά καθυπεβλήθησαν εις αυστηρόν λογοκριτήν με δικτατορική ισχύ εις τον πρώην σιναΐτην Ιλαρίωνα, ειδήμονα της Ελληνικής Γλώσσης, επιθυμούντα να αρχιερατεύση.» Ο Ιλαρίων «περιέρχεται τα βιβλιοπωλεία της Κωνσταντινουπόλεως, δια να ιδή, μήπως ήλθε κανένα βιβλίον· όσα δεν συμφωνούσι με το πνεύμα της αγυρτείας, τα δημεύει εκ μέρους του Πατριάρχου, τα κακοεξηγεί, δια να παραδοθώσιν εις το πυρ».

  Είχε ωργανωθεί λοιπόν κανονική παρακολούθηση των βιβλιοπωλείων, που προχωρούσε σε δήμευση των βιβλίων, που εθεωρούντο ύποπτα, γνωμοδοτούσε για τα κακόδοξα έντυπα και καταδίκη τους. Υπήρχε μια διαδικασία και μία νομότυπη κάλυψη του λογοκριτού Ιλαρίωνος, ο οποίος δεν λειτουργούσε βέβαια αυθαίρετα, αλλά μέσα στα πλαίσια, που του είχε ορίσει ο Γρηγόριος Ε΄.

Όπου έφθασαν να καίνε βιβλία στην αυλή του Πατριαρχείου

  Στο ανώνυμο μαχητικό φυλλάδιο με τίτλο «Οι στοχασμοί του Κρίτωνος» είχαν εκφρασθεί με σαφήνεια το 1819 τα ζητούμενα της δημοκρατικής και της αντικληρικής πτέρυγας του Διαφωτισμού : «Η ιερά δεσποτεία των νόμων, οι οποίοι, όντες κανόνες συμφωνημένοι από όλους δια τα δίκαια όλων, προστατεύουν με ισότητα όλους» [έκδοση Δ.Σ. Γκίνη, σελ. 147] είναι το πρώτο ζητούμενο· το δεύτερο, ο περιορισμός του Κλήρου στα αυστηρώς εκκλησιαστικά του καθήκοντα: «Όπου το ιερατείον επικρατεί, αντί να τρέξη η ευδαιμονία»... «αργοπορεί, περιορίζεται η και απομακρύνεται. Και εξεναντίας»... «όπου οι εντόπιοι έχουν αρκετήν γνώσιν δια να περιορίσουν τον αρχιερέα εις τα της Εκκλησίας και των ευλογιών και να πάρουν αυτοί την διεύθυνσιν των κοινών, εκεί διαφαίνεται η δικαιοσύνη, η φιλανθρωπία»... «και ο αρχιερεύς αντί να σύρη, σύρεται από το κοινόν πνεύμα» [σελ. 149].

  Η αντίδραση στην Κωνσταντινούπολη ήταν άμεση και αποδόθηκε πάλι στον σιναΐτη Ιλαρίωνα : Το βιβλίο παραδόθηκε στις φλόγες «δημοσίως», «μέσα εις την αυλήν του Πατριαρχείου», κατ’ εντολή του Γρηγορίου Ε΄ [επιστολή Στ. Κανέλλου στον Κ. Iken, 4 Φεβρουαρίου 1822, Κ. Ιken, Leukothea, τ. Α , 1825, σελ. 9 και Ανδρ. Δημητρακόπουλου, Επανορθώσεις, σελ. 51].

  Το γεγονός είναι επίσης καταγραμμένο σε επιστολή του Π. Κορδικά [20 Νοεμβρίου 1820], ο οποίος έγραφε: «Εις την Κωνσταντινούπολη έκαυσαν δημοσίως μίαν νεωστί εκδοθείσαν φυλλάδα. Δεν γνωρίζω το σύγγραμμα, ούτε ηξεύρω ποίος είναι ο συγγραφεύς. Συμπεραίνω όμως, ότι είναι φιλοσοφικόν, καθ’ ότι ο εξ Αριμαθείας μυστικοαπόστολος Πολυχρονιάδης περιερχόμενος εσχάτως την Γερμανίαν και Ολλάνδα μοι έγραψεν, ότι εκ των αντιφιλοσοφικών συγγραμμάτων μου έλαβαν οι παπάδες τόσον θράσος, ώστε ετόλμησαν δημοσίως να κάψουν σύγγραμμα φιλοσοφικόν, αποτεινόμενον εις την Παλιγγενεσίαν του Γένους

[Φ. Κ. Μπουμπουλίδη, Ανέκδοτοι επιστολαί του Παν. Κοδρικά, σελ. 87.] Η χρονολογία βοηθά, για να ταυτίσουμε την «φυλλάδα» με τους Στοχασμούς του Κρίτωνος.

  Η «Μέλισσα» [τ. Γ΄, σ. 306-312] δημοσίευσε περίληψη των «Στοχασμών του Κρίτωνος», τιτλοφορημένη: «Επιτομή του γενναίου και ωφελίμου πονήματος, του εγγραφομένου Στοχασμοί του Κρίτωνος, του κατακαυθέντος εν τω Πατριαρχείω της Κωνσταντινουπόλεως, περί τω αωκ΄ [1820] έτος το σωτήριον, δια συνεργίας του μιαρού προδότου Ιλαρίωνος.»

Πάντως, για να παραδοθεί ένα βιβλίο στην πυρά, χρειάζεται πρώτα να εξεταστεί και να καταδικαστεί από την αρμόδια εκκλησιαστική αρχή, στην περίπτωσή μας από τη Σύνοδο του Πατριαρχείου.

Αφορισμοί Ελλήνων, που εξέδιδαν φιλελεύθερα συγγράμματα

  Από τον Ιωάννη Φιλήμονα γνωρίζουμε, ότι γύρω στα 1820, παραμονές της Επαναστάσεως υπήρξαν επώνυμοι αφορισμοί από τον πατριάρχη, Ελλήνων, που είχαν δημοσιεύσει «εν τη αλλοδαπή» φιλελεύθερα συγγράμματα. Ο Ιωάννης Φιλήμων ήταν καλά πληροφορημένος για τα πράγματα της προεπαναστατικής Κωνσταντινουπόλεως, δεδομένου ότι εργαζόταν εκείνη την εποχή στο Πατριαρχικό Τυπογραφείο [περ. «Πανδώρα», τ. ΙΘ , 1867, σελ. 213, Ι.Κ. Μαζαράκη, Αινιάνος, «Τα Ελληνικά Τυπογραφεία του Αγώνος 1821-1827», Αθήνα 1970 και Δ. Ειρηνίδη, «Ομιλίαι περί του εφευρέτου της τυπογραφικής τέχνης Ι. Γουτεμβέργιου», Αθήνα, 1876, σελ. 22].

  Γράφει ο Ιωάννης Φιλήμων: «Με εγκυκλίους παρά του Πατριάρχου της Κωνσταντινουπόλεως αφωρίζωντο οι εν τη αλλοδαπή εκδίδοντες φιλελεύθερα συγγράμματα Έλληνες, εν οις ωνομάζοντο ρητώς άλλοι τε και ο εν Παρισίοις Πίκκολος» [Ιωάννης Φιλήμων, «Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως», τ. Α΄, Αθήνα 1859, σελ. 97].

«Να φονευθώσιν οι φροντίζοντες την επανόρθωσιν της πατρίδος»

  Στην ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα των χρόνων εκείνων διατυπώθηκε από τον Ν. Πίκκολο σοβαρή κατηγορία, ότι στην Κωνσταντινούπολη αντιμετωπίστηκε το ενδεχόμενο να οργανωθεί η δολοφονία προοδευτικών λογίων. Ο Πίκκολος μετέγραψε σε εισαγωγικά [άρα κατά τεκμήριο αυτολεξεί] στην επιστολή του, για την οποία έγινε λόγος ανωτέρω, για τον Ιλαρίωνα, ότι «έδωκε γνώμην να παιδευθούν με ποινήν θανάτου πέντε εξ από τους θέλοντας να ενσπείρουν επανάστασιν, δια να σωφρονισθούν οι άλλοι». «Έδωκε γνώμην», εισηγήθηκε δηλαδή, στον πατριάρχη η στη Σύνοδο, αρμόδιες αρχές γι’ αυτά τα ζητήματα.    

  Η φήμη ότι το Πατριαρχείο αντιμετώπιζε το ενδεχόμενο να οργανώσει την φυσική εξόντωση εκπροσώπων του Διαφωτισμού στις τουρκοκρατούμενες περιοχές είχε, φαίνεται, κυκλοφορήσει αρκετά στα 1820-1821, και, μία τουλάχιστον φορά είχε φτάσει ως την έντυπη δημοσιότητα.

Ένας από τους σημαντικότερους ιστορικούς της σύγχρονης Ελλάδας, που ασχολήθηκε σε βάθος με το νεοελληνικό Διαφωτισμό, ήταν ο Φίλιππος Ηλιού. Στο βιβλίο του με τον σατυρικό τίτλο «Τύφλωσον, Κύριε, τον λαόν σου» περιγράφεται η σκλήρυνση της στάσεως του Πατριαρχείου τα τελευταία δύο - τρία πριν την Επανάσταση χρόνια, που εκφράστηκε με συνολικά επιθετική πολιτική, η οποία είχε σαν στόχο την εξουδετέρωση των κέντρων του Διαφωτισμού και τον έλεγχο των πνευματικών δραστηριοτήτων, που ανέπτυσσαν οι φορείς των νέων ιδεών.

  Στον τρίτο τόμο της «Μέλισσας» [σελ. 274-275, 1821] καταχωρίσθηκε επιστολή της 25ης Αυγούστου 1820· εκεί, μιλώντας για τον Ιλαρίωνα, ο επιστολογράφος σημείωνε «το προς τον σοφόν γέροντα και τους φίλους αυτού άσπονδον μίσος του. Πιστεύεις, φίλε, ότι παρακινεί τον Π. να συνεργήση δια να εξοδευθώσι του κοινού αρκετά γρόσια, δια να κατατρεχθώσι, και, ει δυνατόν, να φ...θώσιν οι φροντίζοντες την επανόρθωσιν της πατρίδος;». Σοφός γέρων ήτο βέβαια ο Κοραής, Π. ο πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄ και τα αποσιωπητικά του «φ...θώσιν» δεν ήσαν αρκετά, για να καλύψουν το ρήμα και το νόημα: «Να φονευθώσιν οι φροντίζοντες την επανόρθωσιν της πατρίδος.»

  Έχουμε έτσι για το θέμα των φόνων δύο ενδείξεις από πηγές, που δείχνουν και που πρέπει να είναι πολύ συγγενικές, αλλά οι οποίες οπωσδήποτε δεν είναι ταυτόσημες. Σ’ αυτές μπορούμε να προσθέσουμε μία ακόμη, κάπως διαφορετική, προερχόμενη από τον ίδιο τον Κοραή.

  Ο Κοραής παρακολουθούσε με μεγάλη ανησυχία τις ενέργειες που υποκινούσε ο μητροπολίτης της Χίου και ο πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄, προκειμένου να εξουδετερωθεί το Γυμνάσιο της Χίου και ο διευθυντής του Νεόφυτος Βάμβας. Πολλούς μήνες μετά την Επανάσταση, στις 21 Δεκεμβρίου 1821, πληροφορούσε τον φίλο του Ιάκωβο Ρώτα : «Έμαθες ίσως ότι ο Βάμβας ζη παρά πάσαν ελπίδα· ολίγον έλειψε, φίλε μου, να του σηκώση την ζωήν ο κατιμερτζής [ισοδύναμο του πλακουντοπώλης· αφορά στον Γρηγόριο Ε΄], του οποίου ίσως την ώραν ταύτην ασπάζονται τα λείψανα και επικαλούνται την πρεσβείαν οι Οδησσινοί. Ω τον ηλίθιον τον Σουλτάνον ! Τους φίλους του σφάζει, αντί να τους φορέση καυτάνι!». [Α. Κοραής, Αλληλογραφία, τ. Δ , σελ. 320.]

  Η βιαιότητα του κειμένου αυτού θα έφτανε και μόνη της, για να χαρακτηρίσει την ένταση, που είχαν προσλάβει οι ιδεολογικές συγκρούσεις στα προεπαναστατικά χρόνια. Για το θέμα μας ας συγκρατήσουμε εδώ μόνο την πληροφορία, ότι του Βάμβα «ολίγον έλειψε να του σηκώση την ζωήν ο κατιμερτζής», δηλαδή ο Γρηγόριος Ε΄. Αυτή την φορά δεν κατηγορήθηκε ο Ιλαρίων, αλλά ο ίδιος ο πατριάρχης.

  Η φημολογία για την οργάνωση δολοφονιών θα πρέπει να συνδυαστεί με τα όσα την εποχή εκείνη κυκλοφορούσαν για την κατάδοση νεωτεριστών στις τουρκικές Αρχές. Ο Πίκκολος έγραψε, πως ο Ιλαρίων απείλησε, ότι θα τον πρόδιδε στους Τούρκους. Τον ίδιο χρόνο ο Γάλλος υποπρόξενος στη Σμύρνη ανέφερε στην κυβέρνησή του, ότι ο Κ. Οικονόμος είχε κινδυνεύσει να χάσει τη ζωή του, όταν ο μητροπολίτης Σμύρνης Άνθιμος τον κατήγγειλε στις τουρκικές Αρχές, ότι διδάσκει στο σχολείο του, στο Φιλολογικό Γυμνάσιο, τα μέσα για την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού.

  Είναι πιθανό, εκείνοι που μιλούσαν για οργάνωση δολοφονιών να είχαν στο νου τους την κατάδοση λογίων στις τουρκικές Αρχές, κατάδοση που, κατά τεκμήριο, προδίκαζε τη θανάτωση όσων θα αντιμετώπιζαν τέτοιου είδους κατηγορίες. Αυτή την εκδοχή θα πρέπει να υπαινισσόταν στα τέλη του 1820 ο Κοραής, όταν έγραφε, ότι οι διώκτες της Φιλοσοφίας δεν διαθέτουν πια «μαχαίρας» οι ίδιοι, αλλά ότι «εμπορούν να δανεισθώσι την μάχαιραν [της εξουσίας], αν τους έλθη όρεξις»... «να χύσωσιν αίμα των στηλιτευόντων τα πάθη των» [Συμβουλή τριών Επισκόπων, σελ. ΧΧΙ].

  Είναι πολύ χαρακτηριστικό για την κατάσταση των πνευμάτων της εποχής, ότι ένα τμήμα της ελληνικής κοινωνίας διέβλεπε, ότι το Πατριαρχείο σχεδίαζε να προχωρήσει στην φυσική εξόντωση ή στην κατάδοση των αντιπάλων του, αφού δεν μπόρεσε να τους εξουδετερώσει με άλλο τρόπο. [αναπαραγωγη εις την ακόλουθο ιστοσελίδα του Γιάννη Λάζαρη :  http://freeinquiry.gr/webfiles/pro.php?id=406 ]



 απόσπασμα απο το υπό έκδοση βιβλίο του συγγραφέως Ομήρου Ερμείδη, υπό τον τίτλο "Έλληνες ή Ελληνίζοντες χριστιανοί" από τις εκδόσεις "Ελεύθερη Σκέφ" το καλοκαίρι του 2014


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου